ΕΝ ΔΕΛΒΙΝῼ, ΤΗΝ 1 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 1860

 

«… ο ήλιος θέλει φρίξει, η γη θέλει στενάξει»

Εν Δελβίνῳ, την 1 Δεκεμβρίου 1860

Σήμερα, 1 Δεκεμβρίου 2015, συμπληρώνονται 155 συναπτά έτη από τότε που γράφτηκε το παρακάτω κείμενο. Το εντόπισα μεσοκαλόκαιρα και το κρατούσα, πολύτιμο φυλαχτό, στον κόρφο (του υπολογιστή) μου, για να σας το παρουσιάσω τώρα και να καθίσουμε να σκεφτούμε ορισμένα πράγματα ή να απαντήσουμε σε κάποια ερωτήματα.

Ποιος να το έγραψε άραγε; Η ανωνυμία του δημιουργού-δημοσιογράφου-χρονικογράφου δεν κρύβει, αλλά ίσα ίσα φωτίζει περισσότερο τον τόσο ακριβή και ευέλικτο κάλαμό του. Πέρα από το πρόσωπο, βαρύνουσα σημασία έχει το ίδιο το γεγονός. Πάντως, όποιος και να ήταν, σίγουρα κρατάει από τη γενιά ανθρώπων που λάτρεψαν τα γράμματα, συγκαταλέγεται στους Σταυρινούς Βεστιάρηδες, συγγενεύει με τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Σεραφείμ τον Β΄ τον εκ Δελβίνου, θα είχε ακουστά για τους γείτονές του Καστερούς Γεώργιο Δημητρίου, Αλέξανδρο Βασιλείου, Κοσμά Θεσπρωτό ή για τα δασκαλοχώρια Δρόβιανη και Λεσινίτσα, είναι σύγχρονος του εκ Πολίτσανης Αθανάσιου Οικονομίδη και κοντινός πρόγονος του ελληνοδιδασκάλου Βασίλη Μπαρά, της συγγραφέως Κατίνας  Παπά, του λαογράφου Γρηγόρη Κατσαλίδα και όσων παιδιών του ευλογημένου τόπου μας αγάπησαν και αγαπάνε τα γράμματα.

Πού τα έμαθε αυτά τα ελληνικά και σε ποιο σχολείο της εποχής του φοίτησε; Πώς γνώριζε τόσο καλά τα όσα συνέβαιναν γύρω του; Γιατί έχει αυτή την εικόνα για τους Γάλλους;

Και πάλι ερχόμαστε στο ευρύτερο δίκτυο εμπορικών και -κατά συνέπεια- πνευματικών σχέσεων και επαφών, μέρος του οποίου είναι και το Δέλβινο, και που αγγίζει τα κοντινά Γιάννενα και την Κέρκυρα, αλλά και τη μακρινή Βενετιά, την Τεργέστη, τη Βιέννη, το Ιάσιο, την Κωνσταντινούπολη, την Πάτρα, την Αθήνα, την Αλεξάνδρεια, τα μέρη όπου όλο και κάποιος δικός μας άνθρωπος είναι ξενιτεμένος και διαπρέπει.

Το διαπρέπω τότε δεν σήμαινε απλά κάνω χρήματα. Διαπρέπω εσήμαινε κυρίως τα μετατρέπω σε κοινωνικό αγαθό, τα διαθέτω για το καλό των συνανθρώπων μου μέσω της ευποιίας, δηλ. των φιλανθρωπικών και κοινωφελών έργων!

Φέτος, τέλη Σεπτεμβρίου, περαστικός επισκέπτης από το Μουσείο Παιδείας στην Μπόδριστα, ανάμεσα στα πολύτιμα εκθέματα με εντυπωσίασε ένα φθαρμένο από το χρόνο κι από τη χρήση -και γι αυτό καλότυχο- βιβλίο,  «Ο Γεροστάθης» του Λέοντα Μελά, ένας ύμνος στην αγαθοεργία, την οποία υπηρέτησαν με πίστη και πάθος οι Ηπειρώτες.

Δίπλα στον «Γεροστάθη» του Μελά θα έβαζα και τον Ζώη Φαρίκη του Μιλτιάδη Οικονομίδη, τον αγωγιάτη που ονειρευόταν να καζαντήσει στην ξενιτιά και «Σαν ο Χριστάκη αφέντης, σαν ο Ζάππας. Θάφιανε, να πούμε, ένα μεγάαλο σκολειό για νάρχονταν τα φτωχά τα παιδιά από τα γύρω χωριά για να σπουδάζουν, θάφερνε δυο καλούς γιατρούς για να γυρνούν από χωριό σε χωριό και να κυττάζουν, χωρίς παράδες, τον άρρωστο κόσμο, θ’ άνοιγε ένα φαρμακείο για νάπερνε η φτώχεια χάρισμα τα γιατρικά της…». (Άνθρωποι από τη Β. Ήπειρο, Θεσσαλονίκη 1945, σσ. 80-81). Αυτό είχαν κάνει οι Σπύρος Στράτης και Σπύρος Ρίζος, ο ένας το 1713, ο άλλος το 1749, που διέθεσαν τις περιουσίες τους για τα σχολεία της γενέτειράς τους Δελβίνου, όπου φοίτησε μάλλον και ο ανώνυμος συμπατριώτης μας.

Συστήνω στους νέους να τα βρουν και να τα διαβάσουν κι ας τους ξενίζει στην αρχή η στρωτή καθαρεύουσα του Μελά, όπως θα τους ξενίσει λιγάκι και η καθαρεύουσα του ανώνυμου εκ Δελβίνου, την οποία ανέλαβε να αποδώσει στη δημοτική ο ποιητής και δάσκαλος, ο μια ζωή δημοσιογραφών Ανδρέας Ζαρμπαλάς, τιμώντας με τον τρόπο αυτό έναν από τους πρώτους δημοσιογράφους του τόπου μας.

Τελειώνω με την επισήμανση ότι στα ράφια ελληνικών βιβλιοθηκών και αρχείων, στις στήλες εφημερίδων του 19ου κυρίως αιώνα, Αθήνας, Κωνσταντινούπολης και όχι μόνο, οι οποίες είναι διαθέσιμες πλέον στο διαδίκτυο, κρύβονται πνευματικοί θησαυροί που αφορούν τον τόπο μας και τους ανθρώπους του. Ιδού ένα πεδίον δόξας λαμπρόν, ειδικά για τα σπουδαγμένα νιάτα μας, με μοναδική και ανυπολόγιστη αμοιβή τη χαρά της ανακάλυψης και της πνευματικής προσφοράς!

Οι στήλες του e-Περιοδικού ΔΡΥΣ αδημονούν να φιλοξενήσουν παρόμοιες συμβολές για τους πνευματικούς καρπούς και την ιστορία της ιδιαίτερης πατρίδας του καθενός. Είστε όλοι ευπρόσδεκτοι!

Δώρης Κ. Κυριαζής

«… ο ήλιος θα φρίξει, η γη θα στενάξει»*

Εν Δελβίνῳ, τη 1 Δεκεμβρίου 1860

(Εφημερίδα «Ελπίς» 1.1.1861, Αθήνα)

Για τα πολλά και αλγεινά παθήματα του λαού της επαρχίας τούτης, παίρνουμε την πένα να περιγράψουμε τα βάσανα από τους φόρους, τα οποία τελευταίως έγιναν ασήκωτα. Οι φόροι, που καταβάλουμε, κύριε Συντάκτη, είναι το δέκατο, το τζελέπι, το γιουμπρούκι (φόρος καπνού), το ζεντζιριέ (φόρος κρασιού), το καπνιάτικο και ο νεζιμιές (φόρος για τη μη στρατολόγηση των χριστιανών), τον οποίο υποχρεούνται να τον καταβάλουν μόνο οι χριστιανοί. Τώρα, τα 30 γρόσια, τα οποία πλήρωνε και η πλέον παρακατιανή τάξη των χριστιανών, ανήλθαν το λιγότερο σε 70 γρόσια. Τον βαρύ και άδικο καπνιάτικο φόρο, που ανέρχεται στα 50 γρόσια, τον πληρώνει ακόμα και ένας ζητιάνος, ο οποίος δεν διαθέτει παρά μια αχυροκαλύβα για να προστατέψει από τα κρύα του χειμώνα τη δυστυχισμένη του οικογένεια, τις επείγουσες ανάγκες της οποίας δεν μπορεί να τις καλύψει με κανέναν τρόπο και μέσο. Αντιθέτως, ένας πλούσιος Οθωμανός μπέης με ετήσιο εισόδημα 100-200 χιλιάδες γρόσια, για τον ίδιο φόρο πληρώνει μόλις 19 γρόσια.

Παρόλα τα δεινά, παρ’ όλες τις βιαιοπραγίες των απεσταλμένων για την είσπραξη των φόρων εξ αιτίας των άδειων Βασιλικών Ταμείων, εκδόθηκε διάταγμα να εισπραχθούν οι εν λόγω φόροι πριν την τακτική ετήσια προθεσμία, με συνέπεια τη στιγμή αυτή να διπλασιαστούν, ο δε εξαθλιωμένος κόσμος λόγω της φτώχειας και της πρόσφατης ανατίμησης των τροφίμων, να περιπέσει σε ελεεινότερη κατάσταση. Έτσι, οι εισπράκτορες αποστέλλονται κατά δεκάδες στα χωριά και, όπου βρίσκουν εναπομείναντα ζώα ή σκεύη και έπιπλα απαραίτητα για την καθημερινή ζωή, τα πωλούνε υποτιμημένα με σκοπό να εισπράξουν τα χρωστούμενα στο Βασιλιά. Εκεί που δεν έχει απομείνει τίποτα απ’ αυτά και οι εισπράκτορες δεν βλέπουν παρά μόνο τους δυστυχείς κατοίκους, τους σέρνουν με φωνές και ξυλοδαρμούς σαν κοπάδι στις αίθουσες των αδίστακτων δικαστών, μπροστά στο βάρβαρο διοικητή.

Εκεί, λοιπόν, στα έως τώρα βάσανα προστίθενται και άλλα: ο Μουτήρης και ο Κατής, επειδή δεν γνωρίζουν τη γλώσσα των προσαχθέντων αλλά μόνον την Αραβική, αυτιά έχουν αλλά δεν αντιλαμβάνονται τι τους λένε, διότι οι διερμηνείς, αν και πληρωμένοι αδρά, συσκοτίζουν την αλήθεια και διαστρεβλώνουν το δίκιο. Έτσι, με δάκρια και οδυρμούς, οι δυστυχείς χριστιανοί, επειδή δεν μπορούν να πληρώσουν τους βαριούς φόρους, σύρονται στις σκοτεινές φυλακές, εκεί που βρίσκονται σιδηροδέσμιοι οι ληστές, οι δολοφόνοι και οι κακούργοι. Αυτά παθαίνουν οι εξαθλιωμένοι οικογενειάρχες, ενώ τα δυστυχισμένα τέκνα τους, διωγμένα βίαια από τις καλύβες από τους άσπλαχνους ζαπτιέδες (κλητήρες), περιφέρονται πεινασμένα, ρακένδυτα, παγωμένα ως όντα χωρίς καμιά προστασία. Έτσι, κύριε Συντάκτη, οι μεν φυλακές γεμίζουν με στενάζοντες γονείς, οι δε ρούγες με κλαμένα τέκνα.

Δεν μου είναι αρκετή, νομίζω, η πένα να περιγράψω τα δεινά τούτα, τα οποία συμβαίνουν στο Δέλβινο, όπου κυβερνούν οι δύο προαναφερόμενοι αλλόγλωσσοι και ωμότατοι τυραννίσκοι. Δεν έμεινε χωρίς να εφαρμοστεί ούτε μία σατανική αδικία εκ μέρους των αλλόγλωσσων Καδή και Μουτήρου. Εδώ, στα συμβούλια διαπράττονται δωροδοκίες, βιαιοπραγίες, φρικτές αδικίες, εδώ κυρίως δεν υφίσταται  Μεντζιλίσι, διότι

ο Κατής παιδεραστής,
ο Μουτήρης κυνηγός,
άτακτος είναι και τρελός
βάρβαρος Οθωμανός.

Μπροστά σε τούτα και μύρια άλλα δεινά των βασανισμένων και εξαθλιωμένων χριστιανών της επαρχίας τούτης, ποια καρδιά δύναται να μην ριγήσει; Ποιος είναι εκείνος που φαντάζεται την οδυνηρή αυτή κατάσταση των χριστιανών και δεν δακρύζει ή τουλάχιστον δεν φρίττει;

Τολμώ να σας παρακαλέσω, κ. Συντάκτη, όπως μεταφράσετε το μικρό τούτο άρθρο στα γαλλικά, για να γνωρίσουν τουλάχιστον οι ευγενικές καρδιές των Γάλλων που μάχονται για την ελευθερία, όπως και κάθε ευαίσθητος ευρωπαίος, να δουν οι υπογράψασες την Συνθήκη 18/30 Μαρτίου 1856, Δυνάμεις, ποια πρόοδο κάνει προς το θετικότερο η φίλη τους η Τουρκία. Ίσως, ακούγοντας τούτα τα δεινά, θα πονέσει η καρδιά τους και θα συμπαρασταθούνε στον δυστυχή λαό. Αλλιώς, για τις αθλιότητες αυτές και τις επώδυνες καταστάσεις των λαών καθώς και για τις τόσο άσπλαχνες και ανάλγητες καρδιές, ο ήλιος θα φρίξει, η δε γη θα στενάξει.

*Μεταγλώττιση στη δημοτική: Ανδρέας Ζαρμπαλάς

Εν Δελβίνῳ την 1 Δεκεμβρίου 1860.*

 (Εφημερίδα «Ελπίς», 1.1.1861, Αθήνα)

old newspaperΠερί πολλών και αλγηνών παθημάτων του λαού της Επαρχίας τούτης κινούμεν τον κάλαμόν μας ίνα περιγράψωμεν τα περί τους φόρους δεινά, τα οποία εσχάτως κατήντησαν αφόρητα. Οι φόροι μας μετρρώνται ούτω, κυρ. Συντάκτα, δέκατον, τζελέπιον, γιουμπρούκι (φόροι του Καπνού) ζεντζιριέ (φόρος του οίνου) Καπνιάτικον και Νιζαμιές (φόρος αντικαθιστών τον χριστιανικόν στρατόν)· εις το τελευταίον υποχρεούνται μόνον οι Χριστιανοί ώστε αντί τριάκοντα γροσίων χαράτζι, όπερ επλήρονεν και η τελευταία τάξις των Χριστιανών πληρόνει τώρα ως ελάχιστον όρον εβδομήντα γρόσια Νιζαμιέν, το δε καπνιάτικον, φόρον μέγιστον και αδικώτατον, πληρόνει με τουλάχιστον 50 γρόσια και αυτός ο επαίτης, να είπω του λαού, ο μηδέν έχων άλλο ειμή πενιχράν τινά αχυροκαλύβην ην αντιτάττει ως προμαχώνα κατά του χειμερινού ψύχους, υπερασπιζόμενος αθλίαν οικογένειαν, της οποίας τας κατεπειγούσας της ζωής ανάγκας δι’ ουδενός μέσου δύναται να εξοικονομήσῃ, ενώ ο πλουσιώτατος Οθωμανός Βέης, έχων ετήσιον εισόδημα 100-200 χιλιάδων γροσίων, μόλις πληρόνει 19 γρόσια καπνιάτικον. Μ’ όλα δε τα δεινά ταύτα, μ’ όλας τας βιαιοπραγίας των αποστελλομένων εις είσπραξιν των φόρων τούτων, διά την εσχάτην ενδείαν της Βασιλικής Κάσσης εξεδόθη διάταγμα να εισπραχθώσιν οι φόροι ούτοι πριν της συνήθους ετησίου προθεσμίας, ώστε κατήντησαν να συνάζωνται διπλοί εις το ενεστώς, ο δε πανάθλιος λαός καταθλιβόμενος αφ’ ενός μεν από την κατέχουσαν αυτόν ένδειαν, αμά δε από την παρούσαν ανατίμησιν των τροφίμων έφθασεν εις οικτροτάτην κατάστασιν. Δι’ όπερ κατά δεκάδας αποστέλλονται οι εισπράξοντες τους φόρους Ζαπτιέδες (κλητήρες) εις τα χωρία, και όπου μεν ευρίσκουσιν εναπομείναντα ζώα ή άλλα αναγκαία της ζωής των λαών σκεύη και έπιπλα, εν πάσῃ υποτιμήσει πωλούσι ταύτα και εισπράττουσι τα του Καίσαρος. Όπου δε δεν έμεινεν υπόλοιπον ουδέν τοιούτον, αλλ’ απαντώσι μόνον τους αθλίους κατοίκους, αυτούς τούτους, εν ραβδισμοίς και πληκτισμοίς σύρουσι κατ’ αγέλας προς τας αυλάς αδικωτάτων δικαστών, όπου παρίστανται ενώπιον βάρβαρου διοικητού. Εκεί λοιπόν παρά τα ενόντα εις αυτούς δεινά και έτερα προσαρτώνται· ο Μουτήρης και Κατής, μη γινώσκοντες την γλώσσαν των παρισταμένων, αλλ’ ομιλούντες μόνον την Αραβικήν, ώτα έχουσι και ουκ ακούουσι τους λαλούντας, διό διερμηνείς με αδρά έξοδα αγοράζονται, αλλά και ούτοι ουχί κοινοποιηταί της αληθείας, αλλ’ εξαμβλωταί του δικαίου αποβαίνουσιν. Όθεν κλαίοντες και θρηνούντες οι ταλαίπωροι Χριστιανοί, επειδή δεν δύνανται να πληρώσωσι τους αφορήτους φόρους, τίθενται εις σκοτεινάς φυλακάς, όπου οι λησταί, οι φονείς και κακούργοι δεσμεύονται. Ταύτα δε πάσχουσιν οι άθλιοι οικογενειάρχαι, των οποίων τα τρισάθλια τέκνα από τας καλύβας των διωκόμενα παρά των βδελυροπραγούντων Ζαπτιέδων περιφέρονται αγεληδόν λιμώττοντα και ριγώντα εκ του ψύχους, γυμνά όντα, ως άνευ προστασίας ουδεμιάς. Εννοείτε Κ. Συντάκτα, ότι αι μεν φυλακαί γέμουσιν στεναζόντων γονέων, οι οδοί θρηνούντων οδυνηρώς τέκνων. Δεν εξαρκεί νομίζω κάλαμος να περιγράψῃ τοιαυτά δεινά, άτινα συμβαίνουσιν εν Δελβίνῳ, όπου προεδρεύουσιν οι δυο προρρηθέντες αλλόγλωσσοι και ωμότατοι τυραννίσκοι· δεν έμεινεν ουδεμία σατανική αδικία ανεφάρμοστος, διά το αλλόγλωσσον του Καδή και Μουτήρου. Εδώ δωροδοκίαι εν τῷ συμβουλίῳ, βιαιοπραγίαι, αδικίαι φρικταί, εδώ κυρίως Μεντζιλίσι δεν υπάρχει, διότι,

Ο Κατής παιδεραστής·
Ο Μουτήρης κυνηγός,
Άτακτος είναι και τρελός,
Βάρβαρος Οθωμανός.

Εν πάσι τούτοις και εν μυρίοις άλλοις δεινοίς καταβασανιζομένων των αθλίων χριστιανών της επαρχίας ταύτης, τίνος άραγε καρδία δεν αλγεί; Τις φανταζόμενος τοσούτον οδυνηράν κατάστασιν Ορθοδόξων Χριστιανών δεν δακρύζει, ή τουλάχιστον δεν φρίττει; Τολμώ να σας παρακαλέσω Κ. Συντάκτα, ίνα μεταφράσετε το αρθρίδιον τούτο γαλλιστί, ίνα γνώσι τουλάχιστον αι ευγενείς εκείναι καρδίαι των Γάλλων, των υπερμάχων της ελευθερίας, και πας ευαίσθητος ευρωπαίος, ίνα γνώσιν αι συνυπογράψασαι την συνθήκην της 18/30 Μαρτίου 1856 Δυνάμεις οποίαν πρόοδον κάμνει επί του καλού η φίλη αυτών Τουρκία. Ίσως ακούοντας τοιαύτα και τοιαύτα δεινά αλγήσωσι την καρδίαν και συντρέξωσι λαόν δυστυχή. Εν εναντία δε περιπτώσει βεβαίως, διά τας τοιαύτας αθλιότητας και επωδύνους καταστάσεις λαών, και διά τοσούτον ασπλάγχνους και αναλγήτους καρδίας, ο ήλιος θέλει φρίξει, η δε γη θέλει στενάξει.

*«Αλίευση», μεταγραφή και επιμέλεια Δώρη Κ. Κυριαζή, γεννηθέντος εν Δελβίν την 1 Μαρτίου 1960.

 

 

Εφημερίδα «Ελπίς»

 

Αφήστε μια απάντηση