ΤΟ ΔΕΛΒΙΝΟ ΤΗΣ ΒΟΡΕΙΟΥ ΗΠΕΙΡΟΥ ΚΑΙ ΟΙ ΓΕΙΤΟΝΙΚΕΣ ΤΟΥ ΠΕΡΙΟΧΕΣ

Ο πρόλογος του φιλόλογου-ιστορικού Λέανδρου Βρανούση για το βιβλίο του Βασίλειου Μπαρά Το Δέλβινο της Βορείου Ηπείρου και οι γειτονικές του περιοχές, το οποίο και επιμελήθηκε ο ίδιος και εκδόθηκε στην Αθήνα το 1966.  

 

Το βιβλίο αυτό βγήκε από τα κατάλοιπα του Βασιλείου Μπαρά (1887-1964), ο οποίος χρόνια το ετοίμαζε και χρόνια το ονειρευόταν. Δεν είναι, ασφαλώς, κατώτερο των προσδοκιών του· δεν είμαστε όμως και σε θέση να ξέρουμε – όπως σε κάθε μεταθανάτια έκδοση – τι ακριβώς θα κέρδιζε το βιβλίο, αν το είχε φέρει σε πέρας ο ίδιος ο δημιουργός του.

Γνώρισα τον συγγραφέα κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Ήταν ένα ζωντανό αρχείο της ιστορίας του τόπου του. Και γνώριζε τις βόρειες επαρχίες της Ηπείρου – εντεύθεν και εκείθεν των συνόρων – σπιθαμή προς σπιθαμή. Όταν ετοίμαζα τα «Χρονικά της Ηπείρου» (Χρονικόν Ιωαννίνων, Χρονικόν Αργυροκάστρου, Χρονικόν Πωγωνιανής κλπ.), όσες φορές ζήτησα τη συνδρομή του στο σχολιασμό των κειμένων, είχε πάντα έτοιμη και έγκυρη την πληροφορία, για τοπογραφικά και άλλα θέματα που μ’ απασχολούσαν.

Αλλά δεν ήταν ούτε ο «ειδικός», ούτε ο «επαγγελματίας» της ιστορικής έρευνας και της συγγραφής. Αν ζούσε σε παλαιότερους αιώνες, θα έγραφε ίσως ένα συναξάρι της πατρίδας του, κάνοντας θρύλο την ιστορία και ιστορία τη λαϊκή παράδοση, όπως οι ευφάνταστοι πατριδογράφοι πρόγονοί μας που σύνθεσαν τα τοπικά χρονικά της Ηπείρου. Η προσπάθειά του όμως να ικανοποιήσει απαιτητικότερους αναγνώστες της εποχής μας τον έφερε σ’ έναν αγώνα ανώτερο των δυνάμεών του. Στο έργο του, άνισο και επιστημονικά ανοργάνωτο, την υπεύθυνη ιστορική μαρτυρία συχνά την επικαλύπτουν ανεύθυνα αυτοσχεδιάσματα και υστερογενείς θρύλοι. Όμως το έργο αυτό – όσο είχε ιδή το φως σε σκόρπια δημοσιεύματα κι όσο μπορούσε ακόμα ο Βασίλειος Μπαράς να δώσει – δεν έπρεπε να χαθεί. Με την ενθάρρυνση όλων μας ο μπάρμπα – Βασίλης, παρά τα προχωρημένα του γεράματα, βάλθηκε να συγκεντρώση και να συνθέση το έργο της ζωής του: ένα βιβλίο για το Δέλβινο.

Αλλά το βιβλίο αυτό δεν ολοκληρώθηκε. Ένας νεανικός ζήλος είχε παρασύρει το γέρο –Μπαρά σε μια εκτεταμένη συλλογική προσπάθεια, που τον έφερνε όλο και πιο μακριά από το ποθητό τέρμα της συγγραφής του.

Μισόν αιώνα δάσκαλος κι ακρίτας στ’ άγια χώματα της γενέτειράς του, είχε ζήσει μακρυά από βιβλιοθήκες και αρχεία, και δεν είχε ποτέ την άνεση και την ενθάρρυνση να φροντίσει τα γραψίματά του. Απόμαχος τώρα πια, εγκατεστημένος στην Αθήνα, άρχισε να μαζεύει τα παλιά χαρτιά του, να τα επεξεργάζεται και να τα συστηματοποιή για μια συνολική παρουσίασή τους· συνάμα όμως απλώθηκε σε νέες αναδιφήσεις και διαβάσματα, στη συγκέντρωση υλικού, που δεν ήταν πια σε θέση να δαμάση. Θυμάμαι με πόση συστολή και αδεξιότητα πλησίαζε ο σεβάσμιος πρεσβύτης στα γραφεία μας, στις βιβλιοθήκες και στ’ αναγνωστήρια· ζητούσε με άκρο σεβασμό ένα βιβλίο, ένα παλιό περιοδικό ή έναν τόμο εφημερίδας, αποτραβιόταν σε μιαν άκρη και βυθιζόταν μέρες ολόκληρες στο φυλλομέτρημα και στην αντιγραφή. Πολλές φορές τον διευκόλυνα με φωτοαντίγραφα και δακτυλογραφήσεις· εκείνος όμως, σαν να χόρταινε καλύτερα τους «θησαυρούς» που μια ζωή ολόκληρη είχε στερηθή, προτιμούσε συνήθως ν’ αντιγράφη ο ίδιος τις όψιμες «ανακαλύψεις» του και να γεμίζει με το ασταθές γεροντικό του γράψιμο σελίδες ολόκληρες κάθε μέρα – βασανισμένες κόλλες ποικίλης προελεύσεως, κυλινδρικά τυλιγμένες και στοργικά φυλαγμένες στον κόρφο, στην μέσα τσέπη του σακακιού…

Όταν πέθανε, το έργο που άφησε ήταν ένας όγκος χαρτιών – αποκόμματα ή αντίγραφα δημοσιευμάτων, δικών του και ξένων, χειρόγραφες και δακτυλογραφημένες σελίδες ορισμένων κεφαλαίων του βιβλίου που ετοίμαζε, άλλες σε πολλαπλά αντίγραφα κι άλλες σε διαδοχικά στάδια επεξεργασίας, πρόχειρες σημειώσεις για ποικίλα θέματα, και πολύ ανεπεξέργαστο και αταξινόμητο υλικό, αντιγραμμένο κυρίως από παλιές εφημερίδες. Όταν μου το ’φεραν να το ιδώ, πέρασα αρκετά μερόνυχτα φυλλομετρώντας χαρτιά και χαρτάκια, τετράδια και μπλοκ, ξεχωρίζοντας ενότητες, ταξινομώντας, προσπαθώντας να μορφοποιήσω κάπως το άμορφο υλικό. Μου ζητούσαν να πω τη γνώμη μου – «βγαίνει τίποτα απ’ αυτά τα χαρτιά ή είναι άχρηστα;» – να ξεχωρίσω ό, τι είναι δημοσιεύσιμο, να υποδείξω κατάλληλο πρόσωπο για να φροντίση την έκδοση κτλ. Η ερώτηση ισοδυναμούσε με βασανιστικό δίλημμα: ή θα έλεγα ναι και θ’ ανελάμβανα την αξιοποίηση των καταλοίπων του Βασίλειου Μπαρά ή τα χαρτιά αυτά θα ενταφιάζονταν κάπου για να λησμονηθούν, όπως τόσα άλλα, χωρίς ποτέ να εκπληρώσουν τον προορισμό τους. Η περίπτωση δεν επέτρεπε δισταγμούς, αφού μάλιστα ήξερα το στοργικό ενδιαφέρον των άξιων παιδιών του Μπαρα για το έργο του πατέρα τους, την ευγενική φιλοδοξία τους να το ιδούν τυπωμένο και την απόφαση τους να δαπανήσουν οι ίδιοι για την έκδοση.

Έτσι – πάνε δυο χρόνια τώρα – άρχισε η ταξινόμηση και η επεξεργασία των καταλοίπων του Μπαρά· τα πρώτα κεφάλαια στάλθηκαν στο τυπογραφείο, και, σιγά – σιγά, το υλικό που μπορούσε να μορφοποιηθή κάπως και να ενταχθή σε ενότητες, απετέλεσε τα υπόλοιπα κεφάλαια του βιβλίου. Μ’ αυτόν τον τρόπο δεν βγήκε ίσως αυστηρά αρχιτεκτονικό έργο – σε πολλά κεφάλαια μάλιστα παρουσιάζει αισθητή ανισομέρεια, αλλού επικαλύψεις και αναπόφευκτες επαναλήψεις, αλλού αισθητή πενιχρότητα η ουσιαστικές ελλείψεις και παραλείψεις. Αλλά σκοπός μας δεν ήταν, παρά η αξιοποίηση του υλικού που άφησε ο Β. Μπαράς. Η παραπέρα επεξεργασία, εξακριβώσεις και συμπληρώσεις θα μας πήγαιναν μακρυά, θα αλλοίωναν τη μορφή και τον χαρακτήρα του έργου, θα του προσέδιδαν αξιώσεις τις οποίες δεν έχει. (Αν τυχόν ορισμένα σημεία του έργου εμφανίσθηκαν τελικά, περισσότερο ίσως απ’ ό, τι έπρεπε, επιστημονικοφανή, αυτό δεν σημαίνει ότι μπορεί κανείς να έχη αυξημένες απαιτήσεις από μια πατριδογνωστική συναγωγή γραμμένη από ερασιτέχνη με περιορισμένα εφόδια).

Με τον ίδιο τρόπο θ’ απαρτισθή κι ένας δεύτερος τόμος που θα περιλάβη ο, τι υπολείπεται κι ό, τι μπορεί να ξεδιαλεχτή ακόμη από τα κατάλοιπα του Μπαρά.

Περισσότερο ίσως απ τον καθένα είμαι σε θέση να ξέρω τις ατέλειες του έργου εγώ που το ξεδιάλεξα φύλλο προς φύλλο, το συναρμολόγησα ψηφί-ψηφί και το διόρθωσα λέξη προς λέξη, από το αρχικό χειρόγραφο ως το τελευταίο τυπογραφικό δοκίμιο. Ξέρω τι θα μπορούσε να προσδοκά, σε κάθε κεφάλαιο και σε κάθε σελίδα, ο απαιτητικός αναγνώστης, ποιες απαιτήσεις θα είχε ο ειδικευμένος μελετητής. Παράλληλα όμως, ξέρω πόσα οφείλουμε στους ερασιτέχνες λογίους της ελληνικής επαρχίας, που καταπιάστηκαν με τα ιστορικά του τόπου. Το έργο τους, παρά τις οποιεσδήποτε ατέλειες, υπήρξε πάντοτε – και συχνά παραμένει – αφετηρία για την παραπέρα επιστημονική έρευνα, την κριτική αναψηλάφηση των δεδομένων, τις γενικότερες ιστορικές θεωρήσεις κτλ.

Μ’ αυτά τα κριτήρια, άξιζε, ασφαλώς, πλάι στα έργα των παλιών Ηπειρωτογράφων, να πάρη δικαιωματικά μια θέση και το έργο του Βασίλειου Μπαρά.

Το υλικό που έχει συγκεντρωθεί στο βιβλίο αποτελεί αναμφισβήτητα μια χρήσιμη κι αξιόλογη προσφορά – προσφορά, μάλιστα, ιδιαίτερα ευπρόσδεκτη, αφού πρόκειται για ένα τμήμα του ακριτικού Ελληνισμού που χάθηκε ή σιγοσβήνει πέρα από τα σύνορα της Ελλάδας. Αστικά κέντρα, μητροπόλεις και επισκοπές, πολιτείες και κάστρα, πλήθος εκκλησίες και δεκάδες μοναστήρια, χωριά και χωριουδάκια που δεν τα βρίσκεις στο χάρτη, το καθένα με το σχολείο του, τους ευεργέτες, τα παρθεναγωγεία, τις φιλεκπαιδευτικές αδελφότητες – ένα πλήθος μικρές πατρίδες, που άνθισαν κι έσβησαν με το δράμα της μεγάλης πατρίδας – παρελαύνουν στις σελίδες του βιβλίου για να μας θυμίσουν, με χαρακτηριστικές λεπτομέρειες, τη μικρή ή τη μεγάλη τους ιστορία. Οι βόρειες επαρχίες της Ηπείρου, μέσα και έξω από τα σύνορα – σύνορα που χωρίζουν Έλληνες από την Ελλάδα – έχουν ελάχιστα μελετηθή. Κάθε στοιχείο που συγκεντρώνεται είναι πολύτιμο. Η συλλεκτική προσπάθεια του Μπαρά, έστω και σαν πρώτη απόπειρα, αξίζει την ευγνωμοσύνη μας.

Αλλά το βιβλίο αυτό δεν θα έβλεπε το φως, αν ο Βασίλειος Μπαράς δεν είχε βγάλει αντάξια παιδιά. Τα σπούδασε, τα είδε γύρω του αποκατεστημένα και καμάρωνε διαπιστώνοντας ότι συμμερίζονται μαζί του τον καημό της πατρίδας. Η ευγενική χειρονομία τους να καταβάλουν αφειδώλευτα τις εκδοτικές δαπάνες του βιβλίου, για να το μοιράσουν στους συμπατριώτες, δεν είχε μόνο κίνητρο την υποχρέωση στη μνήμη του πατέρα. Το ’νοιωθαν και σαν προσφορά στη μακρυνή, μαρτυρική πατρίδα.

Λ. Βρανούσης

Διευθυντής του Μεσαιωνικού Αρχείου της Ακαδημίας Αθηνών.

 

 

Σημείωση: Κατά τη μεταγραφή διατηρήθηκε η αρχική ορθογραφία του κειμένου.

 

 

 

 

 

Share on Facebook53Share on Google+0Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn0Print this pageEmail this to someone

Αφήστε μια απάντηση