ΓΝΩΜΕΣ ΓΥΡΩ ΑΠ’ ΤΗ ΓΛΩΣΣΑ ΜΑΣ

Με αφορμή την συμπλήρωση 46 ετών από το θάνατο του Γιώργου Σεφέρη, ένα κείμενο του μεγάλου ποιητή που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Νεοελληνικά Γράμματα τον Φεβρουάριο του 1937.

 

Φίλε κ. Διευθυντά.

Στο τεύχος της 23ης Ιανουαρίου των «Νεοελ. Γραμμάτων», ο φίλος Αγγ. Τερζάκης θυμήθηκε μια παλιά μας συνομιλία. Λέγαμε τότες για την ανάγκη, που γίνεται ολοένα περισσότερο επιτακτική, να παραμερίσουμε όσο μπορούμε τα τυπικά γλωσσικά εμπόδια που συναντάμε πάντα στο δρόμο μας για μια ουσιαστικότερη προσπάθεια.

Ήμασταν νομίζω σύμφωνοι, ότι μια από τις απαιτήσεις της γενιάς μας είναι να μη θυσιαστεί σε γλωσσικές διαμάχες, όπως οι μεγαλύτεροί μας. Και αληθινά, αν αισθανόμαστε κάτι, οι νεώτεροι, αισθανόμαστε πριν απ’ όλα πως δεν μας μένει πολύς καιρός. Παρατηρούσαμε ακόμη πόσο είναι αστείο να δίνουμε την εντύπωση της αναρχίας, όταν υπάρχουν τόσοι που συμφωνούν και πόσο λίγη προσπάθεια θα χρειαζότανε για να συμβιβάσουμε τις γλωσσικές μας μικροδιαφωνίες.

Ανεξάρτητα από την καλλιέργεια της γλώσσας που είναι δουλειά αποκλειστικά προσωπική του κάθε λογοτέχνη, υπάρχουν τουλάχιστο δύο ζητήματα «δημοσίας τάξεως» που πρέπει επί τέλους να λυθούν, αν δε θέλουμε να παρουσιαζόμαστε διαρκώς σαν αρχοντοχωριάτες:

α) Το ζήτημα του τυπικού και της ορθογραφίας. Πάνω σ’ αυτό ο Γιώργος Θεοτοκάς διατύπωσε στο φύλλο των «Νεοελληνικών Γραμμάτων» της 30 Ιανουαρίου ορισμένες προτάσεις που μπορούν να αποτελέσουν θαυμάσια μια αρχή γενικής συμφωνίας. Δε χρειάζουνται πολλές συζητήσεις. Οι συμμορφωμένοι και οι ελάχιστοι ασυμμόρφωτοι φαίνουνται από τα βιβλία τους. Θα έφθαναν δυο τρεις λογοτέχνες, που με τη βοήθεια του κ. Μανώλη Τριανταφυλλίδη, θα φρόντιζαν να διατυπώσουν σ’ ένα προσχέδιο τους άγραφους γραμματικούς κανόνες που τηρούνται ή που χωρίς μεγάλες αντιδράσεις θα μπορούσαν να τηρηθούν. Σας προτείνω να δημοσιευτεί στα «Νεοελληνικά Γράμματα». Όσοι λογοτέχνες ενδιαφέρουνται θα σας έστελναν τις παρατηρήσεις τους. Ύστερα από το προπαρασκευαστικό αυτό στάδιο θα γινότανε μια συγκέντρωση για να συζητήσει σύντομα και κυρίως για να ψηφίσει αυτούς τους κανόνες. Η κωδικοποίηση θα δημοσιευότανε και θα την ανέφεραν όλα τα βιβλία που θα ήταν γραμμένα σύμφωνα μ’ αυτή. Έτσι θ’ αποφεύγαμε μια για πάντα και τις διάφορες ορθογραφικές επεξηγήσεις που βλέπουμε κάποτε στα έντυπά μας.

β) Το δεύτερο ζήτημα αφορά τις νέες λέξεις.

Υπάρχουν στη ζωή μας ορισμένες έννοιες, απολύτως συγκεκριμένες που δεν μπορούμε να τις αρθρώσουμε. Για τις έννοιες αυτές που πρέπει οπωσδήποτε να τις πούμε, χρειαζόμαστε λέξεις ελληνικές, αντίστοιχες προς τις ξένες και ακριβείς. Για την ώρα η δουλειά αυτή γίνεται πρόχειρα, βιαστικά και άσχημα, τις περισσότερες φορές από τις εφημερίδες. Θα μπορούσε ίσως η συνάθροιση που ανέφερα παραπάνω να υποδείξει μια επιτροπή από έναν ή δύο γλωσσολόγους και δυο τρεις λογοτέχνες για να συζητεί και να προτείνει μια λύση σε κάθε περίπτωση. Οι γνώμες της επιτροπής θα δημοσιευότανε σ’ ένα από τα γνωστά λογοτεχνικά περιοδικά. Έτσι θα είχαμε μια μικρή οργάνωση, όπου θα μπορούσαμε ν’ απευθυνθούμε για τις απορίες μας –ή τουλάχιστον θα είχαμε τον τρόπο να μαθαίνουμε ποιες απορίες μένουν εκκρεμείς- και θα ξέραμε επί τέλους με ποια ακριβώς έννοια χρησιμοποιούνται οι καινούργιες λέξεις που μπαίνουν καθημερινά σε κυκλοφορία.

Δε φαντάζομαι να είναι εξαιρετικά δύσκολα πράγματα όλα αυτά, που δεν υπαγορεύονται από σχολαστικισμό, αλλά από την επιθυμία να ξεπεράσουμε το σχολαστικισμό μια ώρα αρχύτερα.

Με το σεβασμό μου και τη φιλία μου,

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ

Κορυτσά, 3 Φεβρουαρίου 1937

Νεοελληνικά Γράμματα, 13 Φεβρουαρίου 1937

 

 

 

 

Photo: mentality10.com

 

 

 

Share on Facebook0Share on Google+0Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn0Print this pageEmail this to someone

Αφήστε μια απάντηση