ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ ΑΥΛΩΝΑ

Ανακοίνωση του καθηγητή Δώρη Κυριαζή, που παρουσιάστηκε στο 10ο διεθνές συνέδριο της ελληνικής γλωσσολογίας (Κομοτηνή, Σεπτέμβρης 2011). 

 

Το ελληνικό γλωσσικό ιδίωμα της Άρτας Αυλώνα*

Δώρης Κ. Κυριαζής
Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Ελλάδα
kyrdoris@lit.auth.gr

 

Αντικείμενο της ανακοίνωσης αυτής αποτελεί το γλωσσικό ιδίωμα της Άρτας Αυλώνα (αλβ. Nártë) και δευτερευόντως του διπλανού χωριού Σβερέtšι (αλβ. Zvërnéc), που από κοινού απαρτίζουν τη βορειότερη –εντός της Αλβανίας- ελληνόφωνη εστία.

 %cf%87%ce%ac%cf%81%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%bc%ce%b5-%cf%84%ce%b9%cf%82-%ce%b5%ce%bb%ce%bb%ce%b7%ce%bd%cf%8c%cf%86%cf%89%ce%bd%ce%b5%cf%82-%ce%b5%cf%83%cf%84%ce%af%ce%b5%cf%82-%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%b1

Χάρτης με τις ελληνόφωνες εστίες της Αλβανίας. Από βορρά προς νότο: 1. Άρτα Αυλώνα και Σβερέtšι 2. Χιμάρα-χωριό, Δρυμάδες, Παλιάσα 3. Περιοχή Αγίων Σαράντα, Δελβίνου, Δρόπολης, Πωγωνίου.

 

Αναφερόμενος στην Άρτα Αυλώνα (στο εξής ΆΑ), ο  Αραβαντινός (1856 Β΄: 121-122) την καταγράφει ως Παλαιά Άρτα και σημειώνει: «Κώμη τοῦ Αὐλῶνος κειμένη ¾ τῆς ὥρας μακρὰν τῆς ἀκτῆς ὃπου ὃρμος τις Πόρτο Νόβον καλούμενος, ἐν ᾧ σώζονται ἐρείπια ἀρχαίας ἀκροπόλεως τῆς πάλαι Ἀρνίσης, ἐξ ἧς καὶ ὠνομάσθη Ἄρτα, ἢ τοῦ Ὀρεστικοῦ Ἄργους, ἐφ’ ᾧ καὶ κατὰ μίμησιν τῆς Ἀμφιλοχικῆς Ἄρτης προσηγορεύθη οὓτως καὶ αὕτη».

Επίσης, σύμφωνα με έκθεση του Ελληνικού Προξενείου Αυλώνας προς το Υπουργείο Εξωτερικών, της 9 Μαΐου 1903, «Τό χωρίον Ἄρτα μίαν ὥραν τοῦ Αὐλώνος ἀπέχον, οἰκεῖται ὑπό χιλίων κατοίκων ἁπάντων ἑλληνοφώνων καὶ ὀρθοδόξων. Ἡ ἀλβανική γλῶσσα ἐν αὐτῷ εἶναι ἄγνωστος. Ἔχει δύο ἐκκλησίας καὶ σχολεῖον» (Κόντης 1995: Ι 103).

 

%ce%bd%ce%ac%cf%81%cf%84%ce%b1-%ce%b1%cf%85%ce%bb%cf%8e%ce%bd%ce%b1%cf%82

Άρτα Αυλώνα (Nartë) και Σβερέτšι (Zvërnec).

 

Βασικές δραστηριότητες των κατοίκων της  ΆΑ υπήρξαν η αλιεία, η παραγωγή αλατιού και η γεωργία. Το χωριό βρίσκεται δίπλα στη λιμνοθάλασσα που φέρει το ίδιο όνομα, ενώ παλαιότερα, σύμφωνα με τα λεγόμενα των ηλικιωμένων, αποτελούσε νησίδα μέσα στη λίμνη, εξασφαλίζοντας καλύτερες συνθήκες άμυνας για τους κατοίκους του. Το ελληνικό σχολείο στην ΆΑ έκλεισε μετά την ίδρυση του ανεξάρτητου αλβανικού κράτους. Στα χρόνια του κομμουνιστικού καθεστώτος απαγορευόταν η δημόσια χρήση της ελληνικής και η αναφορά στην ελληνικότητα των κατοίκων του χωριού. Με τον τρόπο αυτό, μέχρι το 1990, οι Αρτινοί μιλούσαν το τοπικό τους ιδίωμα ανεπηρέαστοι από τη γραπτή αλλά και από την προφορική κοινή νεοελληνική (KNE). Το άνοιγμα των συνόρων και οι συχνές επαφές με την Ελλάδα οδήγησαν στη γρήγορη διάδοση της ΚΝΕ στους νεότερους και στη συρρίκνωση του ιδιώματος. Οι Αρτινοί είναι γνωστοί στην ευρύτερη περιοχή για τη φιλομάθεια και την εργατικότητά τους[1].

Σε προηγούμενη εργασία μας (Κυριαζής & Σπύρου 2011), με σημείο αναφοράς τα ισόγλωσσα που προτείνει ο Τζιτζιλής για την κατάταξη των νεοελληνικών διαλέκτων (Τζιτζιλής, υπό έκδοση), σκιαγραφήσαμε τα βασικά γλωσσικά χαρακτηριστικά του ιδιώματος της ΆΑ, τα οποία επιγραμματικά είναι:

1. Βόρειος φωνηεντισμός (με αρκετές εξαιρέσεις). 2. Έρρινη προφορά των συμπλεγμάτων μπ, ντ, γκ / γγ. 3. Ουρανοφατνιακά προστριβόμενα tš, dž : [džadés] και τριβόμενα š, ž : ιšάδα [išáða], žoύσαν [žúsan]. 4. Έλλειψη φωνολογικής διάκρισης μεταξύ των απλών και διπλών συμφώνων. 5. Έλλειψη ουράνωσης με τη μορφή τσιτακισμού. 6. Απουσία ασυνίζητων τύπων.  7. Τήρηση του νόμου της τρισυλλαβίας. 8. Τάση για ανοιχτές συλλαβές: ότανε, τον ταβάνε, την στιάνε. 9. Μη διατήρηση του τελικού –ν των ουσιαστικών ουδετέρου γένους. 10. Έλλειψη της μορφολογικής διάκρισης ανάμεσα στην ονομαστική και στην αιτιατική πληθυντικού των αρσενικών σε –ος (…ήφερνε τς κεφάλοι τέτοιους… Φυλακή εβανάνε καμπόσοι [=καμπόσους]) και -ός (οι Αρτνοί, τς Αρτνοί). Το χαρακτηριστικό αυτό έχει επεκταθεί και στα αρσενικά σε –ας και –ης, στο βαθμό που σχηματίζουν τον πληθυντικό όμοια με τα δευτερόκλιτα (ι άντρας, οι άντροι, τς άντροι· ι στρατιώτς, οι στρατιώτ(οι), τς στρατιώτ(οι). 11. Ερωτηματική αντωνυμία τί. 12. Χρήση ενός κατά βάση διμελούς συστήματος δεικτικών αντωνυμιών. Τα δεικτικά ενισχύονται πολλές φορές από την παρουσία του δεικτικού/επιτατικού μορίου –για.   Στην ΆΑ η αντωνυμία εκείνος, αντίθετα από την τούτος, χρησιμοποιείται πολύ σπάνια και στη θέση της μπαίνει η αυτός, η οποία έχει διττή λειτουργία, κοντινής και μακρινής, ανάλογα με την περίπτωση, δείξης. 13. Μη ανάπτυξη /γ/ στη ρηματική κατάληξη –εύω (-βω). 14. Ρηματικές καταλήξεις –ουν και –αν του γ΄ πληθ. του ενεργητικού ενεστώτα και των παρελθοντικών χρόνων: γράφτ(ου)νε, εγραφτάν, εγραψάν (Vido 2000: 109). 15. Χρήση της κατάληξης –έτε  στο β΄ πληθ. του ενεργητικού παρατατικού και αορίστου: εγραφτέτε, εγραψέτε (Vido 2000: 109). 16. Μεσοπαθητικός αόριστος σε –ηκα. 17. Σχηματισμός του ενικού των οξύτονων ρημάτων της α΄ τάξης με φωνηεντικές επεκτάσεις: τραβάει το τουμάρ’ απ’ τα χέλια… Τα χτυπάει με τν ουρά. 18. Τα οξύτονα ρήματα της α΄ τάξης σχηματίζουν σιγματικό παρατατικό: πουρβατούσαν, αbδούσαν. 19. Τάση διατήρησης της άτονης συλλαβικής αύξησης (επάντρεψα, επήρα, εκανάμ, ελεγάμε, εβανάμε, αλλά και πηγαινάμ, βανάμ, τέκνεψα, κ.ά.). 20. Στερητικά επίθετα σε –(σ)τος (άβραστος, αχάλαστος, αδούλευτος).  21. Έλλειψη χρήσης πρωτότυπων ουσιαστικών στη θέση υποκοριστικών της  Κοινής ή και αντίστροφα: αυλί ‘τεμάχιο από καλάμι που χρησιμοποιείται για να κατασκευαστεί το δίχτυ της τράτας’ αντί για αυλός. 22. Εκφορά έμμεσου αντικειμένου συνήθως στη γενική: Όσο [=ακόμη] και καζάν τσ-ό-δναμε τς κοπέλας.  23. Πρόταξη των αδύνατων τύπων της προσωπικής αντωνυμίας σε όλες τις εγκλίσεις, εκτός από την προστακτική. 24. Στις εκφράσεις του μη πραγματικού, στο ιδίωμα της ΆΑ φορέας της χρονικής βαθμίδας είναι το ρήμα και όχι το γραμματικοποιημένο μόριο (Δα πήγαινε ι Γκάκιους, δα πήγαινε… αν ήξερε…). 

Εκτός από τα παραπάνω, το ιδίωμα της ΆΑ παρουσιάζει και τις εξής ιδιαιτερότητες: παρατηρείται υπερωική προφορά του λ, το οποίο σε ορισμένες περιπτώσεις, και ευρισκόμενο δίπλα σε a ή o, τρέπεται σε ṷ (ṷαλώ ‘λαλώ’, βάṷτος ‘βάλτος’, άṷος ‘άλλος’, κṷώθω ‘κλώθω’ κτλ.). Σε άλλες περιπτώσεις το λ αποβάλλεται: ουρί ‘λουρί’, όνdžα ‘λόντζα’, κουκύθ  ‘κολοκύθι’, λιμοπούα ‘λιμνοπούλα’, απαριά ‘απλαριά’, κουσαριά ‘κλώσσα’ πβ.  κλωσσαριά, βράχους ‘βράχλος’, δάχους ‘δάχτυλος’. Όμως καλός, τëν dούβλωνε ‘των τούβλων’ κ.ά. Στη σημερινή κατάσταση του ιδιώματος η τροπή αυτή δεν φαίνεται να έχει πλέον γενικό χαρακτήρα κι αυτό οφείλεται είτε στην πίεση της ΚΝΕ είτε σε ενδοσυστημικούς μηχανισμούς που πρέπει να διερευνηθούν. Αντίστοιχη προφορά εντοπίζεται στα ιδιώματα Δρυμού-Μελισσοχωρίου Θεσσαλονίκης, της Α. Ρωμυλίας, στην Τσακωνική κ.ά. (Αλμπανούδης 2009: 129, όπου και η σχετική βιβλιογραφία). Το χαρακτηριστικό αυτό του ιδιώματος ΆΑ δεν φαίνεται να αποκτήθηκε σε συνθήκες γλωσσικής επαφής, αφού η αλβανική παρουσιάζει παρόμοιες τροπές μόνο σε απομακρυσμένα γεωγραφικά ιδιώματά της, όπως είναι τα αρβανίτικα (Γιοχάλας 2011: 131-32).

Ένα κεντρικό φωνήεν ǝ εμφανίζεται σε δύο περιπτώσεις: α) ως αναπτυκτικό πριν από υστερογενή συμπλέγματα με πρώτο μέλος υγρό (κǝρφά ‘κρυφά’, έπǝλνα ‘έπλυνα’) και β) ως αποτέλεσμα κεντρικοποίησης των ο, ε δίπλα σε ένηχο ή συριστικό (τëν dούβλωνε, επëρνάνε, γκëζέριζε ‘γκιζέριζε’, εμείς-ë, ομπρός-ë, ι καημένος-ë). Σημειώνουμε ότι στο τέλος της λ. εμφανίζεται συχνά και το ι (κάλτσες μάλλινεσ-ι, εμάς-ι, από αυτουνούσ-ι).

Από τις τροπές συμφώνων και συμφωνικών συμπλεγμάτων αναφέρουμε: γ > χ (ψυγείο > ψυχείο), δ > Ø (δαγκωσιά > αγκουšιά), θ > δ (βλ. μόριο δα του μέλλοντα, που απαντά ευρύτερα στα βόρεια ιδιώματα), χ > θ (χειμν(ι)κό > θειμ(ν)ικό), mn > m (λιμν’ – λιμ, πβ. και λιμοπούα), χn > n (έριχνα – έρινα),  pj > [c] Αμ’ ιšύ κια (=πια) (Vido 2000: 113), st > ks (στερνά – ξερνά), sf > fs > ps (σφαχτό > *φσαχτό > πσαχτό. Σάββατο επσαζάμ τα πσαχτά).  Η μετάθεση sf > fs  που πιστοποιείται από τον τύπο φσογγίζω του ιδιώματος απαντάται και σε μικρασιατικά ιδιώματα (καππαδοκικά κ.ά.) και στη Β. Πάφο.

Οι  ακολουθίες  sis και –Φzis εξελίσσονται σε is: θα τα βράεις (βράσεις)…  Να τς κεράεις (κεράσεις)… Πιανς αλατίις (αλατίζεις).

Διαφορετικά από άλλα ηπειρωτικά ιδιώματα, στην ΆΑ διατηρούνται τα συμπλέγματα ρν και λν (παίρνω, κιτëρνος, χαλνώ αντί για παίρω, κίτερος, χαλώ).

Ένα άλλο γνώρισμα του ιδιώματος είναι η τάση αποβολής του τελικού ε από τους ρηματικούς τύπους α΄ προσώπου πληθυντικού στον παρατατικό και τον αόριστο (που απαντά και στα θρακοβιθυνιακά): εγραφτάμ(ε), εγραψάμ(ε), ηθελάμ, ηγλεπάμ(ε). Ελεγάμε, ελεγάμ παραμύθια. Σχετικά με την επικράτηση του τόνου στην παραλήγουσα και μετά την αποβολή του ληκτικού e στη λήγουσα, έχουμε να παρατηρήσουμε ότι πρόκειται για μεταγενέστερη εξέλιξη τύπων με διπλό τονισμό: έγραψάμε  – εγραψάμε – εγραψάμ, που αποβάλλουν τον αρχικό τόνο και διατηρούν τον δευτερεύοντα (βλ. Τζιτζιλής, Εισαγωγή).

Σε μορφοσυντακτικό επίπεδο ξεχωρίζει η γενικευμένη χρήση του αρσενικού άρθρου i (και σπανιότερα u), που διαφοροποιεί το ιδίωμα ΆΑ από τα υπόλοιπα ηπειρωτικά ιδιώματα[2]. Η υποχώρησή του στις νεότερες κυρίως ηλικίες είναι αποτέλεσμα της επίδρασης της ΚΝΕ.

Απαντάνε τ. πληθ. φίλματα ‘ταινίες’ [πβ. αλβ. filma ‘ταινίες’], ατόματα, κομμουνιστέ, κομμουνιστέοι, γενικές του τ. αντρού μου, τ’ αλογού, τουν κοπελώνε κτλ. και αιτιατικές όπως Αϊ-Δημητρίτνη, Αϊ-Νικολίτνη, Šκούρτνη, Μάρτνη κ.ά.

Άλλο σημείο διαφοροποίησης του ιδιώματος είναι και ο σχηματισμός του συγκριτικού βαθμού των επιθέτων με το μόριο (α)κόμα (π.χ. κόμα καλός αλλά και κόμα καλύτερος. Σημειώνουμε ότι παράλληλη δομή, με τη χρήση του akoma, βρίσκουμε και στην αλβανική: akoma më i mirë ‘ακόμα πιο καλός,  όμως *akoma i mirë ‘ακόμα καλός’.

Χρησιμοποιείται το επίθετο μέγας  δίπλα στο μεγάλος (είχαμε ένα όbορον μέγαν, αυλή μεγάλη) καθώς και η επιθετική κατάληξη –ιά αντί για –ή (ακριβιά, χοντριά, χ(λ)ωριά, Αρτνιά, Μπερατνιά κ.ά.). Επίσης, στα επίθετα διατηρείται η κατάληξη –έινος (-ένιος στην ΚΝΕ): λουμέινο ‘αλουμινένιο’ (Vido 2000: 127), bακρέινος ‘χάλκινος’, λασπέινος (Vido 2000: 127), χουλέινος ‘στο χρώμα της χολής’ (Vido 2000: 143) κ.ά.

Σε ό,τι αφορά τις αντωνυμίες, σε λίγες περιπτώσεις διαπιστώσαμε τη χρήση των τύπων τούνος και τούνους της τίνος, που απαντούν και σε άλλα ιδιώματα (θρακοβιθυνιακά και αλλού).  Αξιοσημείωτη είναι και η ιδιότυπη χρήση από ηλικιωμένα άτομα του μόνος μου/μας, χωρίς να γίνεται μορφολογική διάκριση γένους και αριθμού: Τα δουλευάμ μόνος μας εμείς [τα πανιά], τ’ αρματώναμ μόνος μας να το πούμε… Έχω πάρει μια φορά έν’ αρνί μαναχή μου, μόνος μου… Η χρήση αυτή οφείλεται πιθανότατα σε επίδραση της αλβανικής, όπου οι αντίστοιχες δομές σχηματίζονται με την αντωνυμία vetë (vetë unë ‘μόνος/μόνη μου’, vetë ne ‘μόνοι/μόνες μας’). Μέσα από παρόμοιες διαδικασίες  φαίνεται να προέκυψε και η δομή Του ’χε μειν καρφί αυτνής, όπου το του έχει επικρατήσει του της, όπως στην αλβανική: i kishte mbetur peng… (του/της είχε μείνει…).

Από τα αριθμητικά αναφέρουμε χρήσεις όπως δεκατρίο δεκατρίο (πινακίδα λεωφορείου) ή ήταν στο δωμάτιο το τέσσορο καθώς και έναν ιδιάζοντα τρόπο αρίθμησης των εκατοντάδων: τέσσερις φορές από εκατό ρίζες είχε… Οχτώ φορές από εκατό σπίτια…

Στο ρηματικό σύστημα, αξιοσημείωτη είναι η μορφολογία του ρήματος είμαι, του οποίου παραθέτουμε το κλιτικό παράδειγμα ενεστώτα και παρατατικού οριστικής:

Είμαι / είσαι / εν (έντους, έντη, έντο) // Είμαστε / είστε / εν και Ήμναμ / ήσταν / ήταν  (και ήμαν, ημουνάνε) // Ημνανέσταν (και ημναμέστανε) / ηστανάσταν / ητανάν.

Στο ιδίωμα φαίνεται να υπάρχει μια προτίμηση στο σχηματισμό συντελικών  χρόνων με το βοηθητικό είμαι + μετοχή: Η κληματιά εν βλασταρισμέν (Vido 2000: 117), Εγώ γεννημένη είμαι τον gερό τ’ Zog. To 1918 εγώ είμαι γεννημένη… Τα žούžαλα… εν πιημένα, έχνε πιει…  

Αξιοσημείωτοι είναι και οι τύποι α΄ ενικού παρατατικού μεσοπαθητικής: καθουμνάμ, ερχομνάμ, αφκραζομουνάμ αλλά και του α΄ ενικού παρατατικού του είμαι (ήμναμ).

Σε χρήσεις όπως Εμείς θέλνε να δώκουμ προίκα… Όσο και καζάν τσ-ό-δναμε [της νύφης]… τα ευρύτερα συμφραζόμενα δείχνουν ότι το ρ. θέλνε φέρει τη σημασία ‘έπρεπε’ και συνεπώς έχει γραμματικοποιηθεί. (Πβ. αντίστοιχα την πρόταση Αυτά θέλ(ου)νε κόψιμο).

Από τη μορφολογία του ρήματος αξιοπρόσεκτοι είναι οι τ. κρυβήνω/-ομαι (Κρυβήνουν το ρακί στα μπρούτσα… Κρυβήθκαν [τα ψάρια] στ’ μαλάπα), καθώς και ποτώ ‘ποτίζω’, θυμώ ‘θυμάμαι’. Η κατάληξη –εύω εμφανίζεται δίπλα σε βάσεις που συνήθως παίρνουν άλλες καταλήξεις: κερδεύω, λοθεύω (<θολεύω ‘θολώνω’), τεκνεύω ‘αποκτώ παιδιά’, ενώ η ύπαρξή της στην ελληνική συμβάλλει στο να εντάσσονται στο συγκεκριμένο κλιτικό παράδειγμα δάνεια ρήματα όπως το αλβανικό kursej ‘κάνω οικονομία’, του οποίου το θέμα του αορίστου είναι kursev-: Μηχανή που κουρσεύ’ πολύ [καύσιμα]… Βάλε κι άλλο κρασί. Μη με κουρσεύς εμένα.  Οι –άρω και –έρνω χρησιμεύουν για τη μορφολογική προσαρμογή  ρημάτων από άλλες γλώσσες: -άρω: ντεμασκάρω, οπεράρω ‘κάνω εγχείριση’, -έρνω: Το λαβράκι … κοντρολέρνει το δόλο¸ υποπτεύετ’… Μπούκα, να το πουμ, μπουκέρνει το νιρό… Γετέρνω (<αλβ. jetoj ‘ζω’). Από το υλικό μας ξεχωρίζουμε ακόμη προστακτικές του τ. χώστατε αντί χώστε τα. Παρόμοιες δομές απαντούν σε πολλά νεοελληνικά ιδιώματα.

Στην ακολουθία να + μη(ν) + Ρ παρατηρείται η τάση πρόταξης του αρν. μορίου, που είναι συχνή και στην προφορική αλβανική: Εβανάμ žβαν… Ήταν μη να βγει και τρίχα στο πρόσωπο…  Μη να ’χ’ τέτοια καθόλου… Από μας μη να μειšκ’ ποδάρ’… Να σ’ τα πω, πώς μη να σ’ τα πω…! …. να ριχτώ [ή] μη να ριχτώ…

Στο ιδίωμα της ΆΑ η έμφαση επιτυγχάνεται συχνά με τη δομή Ρ + και + Ρ: …όλο απ’ τη Μιζεκιά επαιρνάνε [νυφάδες]. Βλαχιά δεν επαιρνάν και δεν επαιρνάν…  Το κραšί τόπινε και τόπινε το κραšί… Γενοντάν και γενοντάν άšκημα πράγματα…

Παρόμοια δομή με την παραπάνω, με τη διαφορά ότι το επαναλαμβανόμενο ονοματικό στοιχείο διαθέτει στη β΄ εμφάνισή του ένα επιπλέον επιτατικό συστατικό, εντοπίζεται και στα σχήματα χάρε κι δυόχαρε ‘διάβολε και τρισδιάβολε’ (Vido 2000: 121), oρς κι περόρς ‘horr dhe kaluar horrit = αλήτης κι αληταράς’ (Vido 2000: 132). Στο ουσ. Τραντανύφ’ ‘νυφίτσα’ (Vido 2000: 140) ως πρώτο συνθετικό εμφανίζεται, υποθέτουμε, το αριθμητικό τριάντα με επιτατική χρήση (πβ. τη λ. Πεντάμορφη).

Στο ιδίωμα παρατηρείται μεγάλη ποικιλία συνδέσμων: οσουγκιάν ‘όσο και να ’ναι’ (Vido 2000: 132), δικιμή, δικαιμή [<εἰ δὲ καὶ μὴ ] Θα δως τα λεφτά, λέει. Δικαιμή δα τα πληρώσω εγώ… (Βλ. Andriotis 1974: 222), πότε ‘όταν’ (Πότε ήμν εγώ κοπέλα, οχτακόšα σπίτια ητανάν),  όντε ‘όταν’ (Όντε το βγανάμ απ’ τον Καβαλλιόνα, να το πνες με τον dενεκέ [το νερό]), όνταν ‘όταν’ (Όνταν πήγαινε στον Καβαλλιόνα, έβανε τν dήρα…), φάντα ‘όταν’ (Φάντα η καμπάνα απαγορεύτκε…), μότι ‘μόλις’ (Μότι είχε αρραβωνιαστεί…), μόνdι ‘μόλις’ (Μόνdι αντάμωνε τν τράτα…) κ.ά.

Το μόριο μη, σε ορισμένες περιπτώσεις φαίνεται να χρησιμοποιείται διαζευκτικά στη θέση του συνδέσμου είτε: [Επαιρνάμ απ’ το βαρέλι] με τα λιγιένια … μη κραšί μη τšίπρο… 

Τρεις φορεšές είχα… Κάνα δυο [κουστούμια] τάjχα μεταξωτά φάρε. Ένα κουστούμ μη στα λιγνά μη τέτοια…

Από τα επιρρήματα είναι χαρακτηριστική η (συχνή) χρήση του πολό αντί του πολύ (πολό βαρύ τ’ αλάτι), του βαριτά αντί βαριά (μορχετάν βαριτά), του αλβανά αντι αλβανικά (μιλούσε αλβανά), καθώς και επιρρηματικών φράσεων όπως όπου κι αν ‘παντού’ (έβγαινε [φύτρωνε] όπου κι αν αυτό), ένα λοβ ‘μια φορά, κάποτε’, βρουαšιές-βρουαšιές ‘αρμαθιαστά’, τς καινουργιάς ‘εκ νέου’ κ.ά.

Στους ηλικιωμένους παρατηρείται εκτεταμένη χρήση της λ. μακάρ ως πραγματολογικού δείκτη: Τν Τετράδ δεν ετρωγάμ, μακάρ, κρέας… Χτήματα: Είχε, μάκαρ… Το πρωί, το βραδ, μακάρι, πότε θέλανε.

Στο ιδίωμα γίνεται χρήση του συγκρ. μορίου  σαν με ονομαστική πτώση, γνωστή κι από άλλα ιδιώματα: Είναι σαν ι αχνός. … Φευγς σαν ι νόρος εšύ. Αξιοσημείωτη είναι επίσης η χρήση της πρόθεσης ξον με ονομαστική: ξον αυτός μια φουρά ‘αυτός μια φορά ξεχωρίζει’ (Vido 2000: 132).

Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι τύποι να νάρθειΘέλω να νάρθω, που είναι αποτέλεσμα λαθεμένης επανανάλυσης (απαντούν και σε άλλα ιδιώματα), καθώς και οι φαινομενικά πλεοναστικοί τύποι απ’ απ’ έκ’ Šτέτο… απ’ απ’ εδώ Ζελιάτων. … … Μέχρ’ ίšα με το μαγαžί, που προέρχονται από συνδυασμό της πρόθεσης με παγιωμένες επιρρηματικές δομές.

Οι λεξιλογικοί αρχαϊσμοί είναι ένα άλλο βασικό γνώρισμα του ιδιώματος ΆΑ. Παραθέτουμε λίγα μόνο παραδείγματα από  τους τομείς αλιείας και αμπελοκαλλιέργειας:

αυλί (<αυλός) ‘κομμάτι καλάμι που χρησιμοποιείται για να κατασκευάσουμε το δίχτυ της τράτας’. Πβ. Andriotis 1974: 165.

βρούτα ‘ψαράκι, μπάφα’ (Vido 2000: 118).  ΆΑ:  τ’ βρούτα, που εχ’ τς αράδες… [και] … έχει το κουφάρ σαν μαύρο. Τη λέμε καμιά φορά και βουζοκόκκινο. Η λ. δεν καταγράφεται από το Ιστ. Λεξ. της Ακαδημίας Αθηνών. Η λ. έχει περάσει και στα διπλανά αλβανικά ιδιώματα: vrúdë ‘ιδ.’ lloj qefulli me kokë të vogël dhe me vija të zeza në trup’ (Nushi 1991: 269). Η λ. ανάγεται μάλλον στο βρύττος· εἶδος ἐχίνου πελαγίου, ὥς φησιν Ἀριστοτέλης· οἱ δὲ ἰχθῦν Ησύχιος.

γάστρος < γάστρων πβ. Andriotis 1974: 193, Psara u.a. eine Fischart. Σύμφωνα με το ΙΛ Δ/2 259, γάστρος (ο) ‘ο ιχθύς κέφαλος…’ Λευκ., Σάμ., Στερελλ. τ. gάστρος στο Μεσολόγγι.. Η λ. στο αλβ. ιδίωμα της Μουζακιάς: gástro, -ja αρσ. ‘είδος κεφαλόπουλου’ (Nushi 1991: 72).

γνέφια ‘σύννεφα’, πβ. Andriotis 1974: 392, νέφιον, όπου τ. γνέφι Ereik, Kerk, Oth, Pelop, γνέφ’ Leukas.

λαšά ‘λέγεται το κύμα, που χτυπάει και πάνει αλάργα’ < αρχ. ελασία Andriotis 1974: 232, όπου διαφ. ιδιωμ. τύποι ’λασjά Kythn, ’λασά Sam. Η σημασία αυτή απαντά μόνο στην ΆΑ. Η λ. ελασία στη Bova.

νησσάρ’ ‘πάπια’, Andriotis 1974: 393, λ. νησσάριον, όπου νησσάρι Ep, Ereik., Kerk, Oth. Pax u.a.   

τούμπανος ‘πελεκάνος’, cf. τύπανος ‘an unknown bird’ LSJ 1834. Η λ. και στο ελλ. ιδίωμα της Θεσπρωτίας με την ίδια σημ. (Μπόγκας 1966 Β΄: 188).

Από το χώρο της αμπελουργίας και γενικότερα των καλλιεργειών:

βράγα ‘ρώγα’. O Rohlfs (1964: 435, λ. ῥάξ (ῥάγα)), δίνει για Τάραντα τ. vráva, vrá, grá ‘chicco di uva’, που τους ανάγει σε αρχ. τ. *βράγα (vielleicht aus ϝράγα ?).

βρούκουλους ‘ακρίδα’ (βροῦκος· ὰκρίδων εἶδος. Ησύχιος, Andriotis 1974: 188, λ. βρούκος).

μάχτρα ‘σκάφη για την παρασκευή ψωμιού’ (Ησύχιος, Andriotis 1974: 364, λ. μάκτρα).

Σημειώνουμε ότι το ιδίωμα της ΆΑ με τις τελευταίες λέξεις δημιουργεί επιμέρους λεξιλογικά ισόγλωσσα με τα ελληνικά της Κάτω Ιταλίας κι αυτό αποτελεί μια ισχυρή ένδειξη της διαχρονικής παρουσίας του στο συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο. Επίσης, διαπιστώνουμε πολλά κοινά λεξιλογικά στοιχεία με τα υπόλοιπα ιδιώματα της Ηπείρου, με εκείνα των Επτανήσων και της υπόλοιπης ελληνόφωνης επικράτειας. Για παράδειγμα, εκτός από τις λ. γνέφια, λαšά, νησσάρ’, που αναφέρθηκαν ήδη, τη λ. βράχους (< βλάχρον, Ησύχιος) της ΆΑ τη βρίσκουμε είτε ως προσηγορικό είτε ως τοπωνύμιο στην Κ. Ιταλία: to láhri, Lahríto (Rohlfs 1964: 87, λ. βλάχριον, και *λάχριον 291)∙ στη Χιμάρα-χωριό: βράγχνα η (Μπόγκας 1966 Β΄: 82)∙ στην Κέρκυρα: βράχλο το, βλάχλα η, βράχλα η∙ στους Παξούς: βράχλος ο∙ στην Ικαρία βλήχα∙ στην Τσακωνία βάšα (Andriotis 1974: 177, λ. βλάχνον)∙ στην Πολίτσιανη Πωγωνίου και τη Δούβιανη Δρόπολης: Βράχλα (Κουλίδας 2005 : 73, 168)∙ στη Δρόβιανη: Βλαχούρια (Κουλίδας 2005: 264) κτλ.

Η λ. βρούκος (>βρούκουλους) απαντά σε Απουλία, Κύπρο, Πελοπόννησο (Μάνη) καθώς και (ως βρούχος) σε Χίο, Κρήτη, Ρόδο, Τσακωνιά (βρούχο) κτλ. Η λ. βρούλλο (<αρχ. βροῦλλον), πβ. βρουαšιά ‘αρμαθιά’ στην ΆΑ, σε Καρπαθο, Ρόδο, Απουλία, Καλαβρία, Καππαδοκία (Andriotis 1974: 188).

Άλλοι λεξιλογικοί αρχαϊσμοί του ιδιώματος ΆΑ είναι και οι λ. σύν’φο ‘κουνιάδα’ (<αρχ. σύννυμφος, Andriotis 1974: 536) και τύμπανος ‘ρόδα με ντουλαπάκια, για την άντληση νερού απ’ τη λίμνη και το πέρασμά του στο αυλάκι’, πβ. τύμπανον … ΙΙΙ. (In a machine) ‘drum, roller’  (LSJ 1834), καθώς και τουμπάν’ ‘αυλή της εκκλησίας’ (Vido 2000: 140), πβ. τύμπανον IV. (Archit.) ‘the sunken triangular space enclosed by the cornice of the pediment, the square panel of a door’ (LSJ 1834).

Στο λεξιλόγιο του ιδιώματος βρίσκουμε ίχνη της λατινικής και των νεολατινικών γλωσσών, όπως: βλίκους ‘αφαλός’ < λατ. umbilicus, φρούγκους ‘δοθιήν’ < λατ. furunculus (Vido 2000: 149), γιουβάρ’ ‘βιβάρι’ < λατ. vivarium, μπουνόρα ‘νωρίς’ < ιτ. a buon ora, κτλ.

Λόγω της γεωγραφικής του θέσης, το ιδίωμα φαίνεται να έχει δεχτεί πρώιμες σλαβικές επιδράσεις τόσο από τα βορειοδυτικά όσο κι από τα νοτιοανατολικά της Βαλκανικής. Και τα γύρω αλβανικά ιδιώματα είναι έντονα επηρεασμένα από τη σλαβική. Από το λεξιλόγιο της αλιείας και τις ονομασίες που σχετίζονται με τη λιμνοθάλασσα, αναφέρουμε ενδεικτικά:

γκλάβους (γκλάβος) ‘χοντρό χέλι’ (Vido 2000: 119). Η λ. δεν μαρτυρείται σε άλλα ελληνικά ιδιώματα (το ΙΛ, E/1 230, δίνει μόνο τη λ. γκλάβα ‘κεφάλι’ < σλ. glava), αλλά τη βρίσκουμε στο Κοσσυφοπέδιο (gllavo ‘Fischart’, Ylli 1997: 81, gllavë).

 λοβ ‘φορά’ ένα λοβ ‘μια φορά, κάποτε’ (Η λιμ έχ’ ψοφής ένα λοβ και το καλοκαίρ που θυμούμαι εγώ…), «ενδημική» λέξη που σχετίζεται με τη σλαβ. λ. лов ‘κυνήγι, άγρα’, παλαιοβουλγ.  ловъ (БΕР 3, 419).   

νόρος  ‘πλι κι αυτό. Βουτάλ’, στο γκρι.  Έχ’ τα πόδια στραβά’ < σερβ. нор ‘Vogelart am Shkodrasee’ (Ylli 1997: 173, nor).

Στο ιδίωμα ΆΑ έχει εισχωρήσει επίσης και το σλαβικό επίθημα –οв-, το οποίο σχηματίζει όχι μόνο ανδρωνυμικά (Παντελόβα, Καμπερόβα) αλλά και ουσιαστικά και επίθετα θηλυκού γένους (ακτšόβα ‘γυναίκα που μαγείρευε σε γάμους’, μπουνταλόβα ‘χαζή’ κ.ά.).

Τα τούρκικα δάνεια του ιδιώματος παρουσιάζουν ενίοτε τύπους που δεν τους βρίσκουμε στα όμορα αλβανικά ιδιώματα και στα άλλα ιδιώματα της Ηπείρου:

μπαχτšάς ‘μπαχτσές’, πβ. διαλ. τ. bahça της λ. bahçe (Redhouse) καθώς και αλβ. bahçe,

νιšαστάς / νισεšτας ‘νισεστές’, πβ. τ. nišasta της περσικής αρχής λ. nιšasta ‘starch (from wheat etc., used for food’ (Redhouse) και αλβ. niseshte. Το λεξικό του Redhouse δεν έχει τ. hazna δίπλα στη λ. hazne ‘reservoir’, αλλά η ύπαρξή του δεν αποκλείεται, αφού στην ΆΑ απαντά λ. χασνάς.

 

Ευρισκόμενο σε αλβανόφωνο κυρίως περίγυρο, το ιδίωμα ΆΑ δέχτηκε πολλές επιδράσεις από την αλβανική, που φαίνονται σε όλα τα γλωσσικά επίπεδα, και ιδιαίτερα στο λεξιλόγιο. Τις τελευταίες δεκαετίες του 20ού αι., ιδίως κατά την περίοδο 1945-1990, διαμορφώθηκαν συνθήκες μιας όλο και πιο ασύμμετρης διγλωσσίας. Αποτέλεσμα της κατάστασης αυτής είναι και η σχετικά συχνή εμφάνιση γραμματικών λέξεων αλβανικής προέλευσης, όπως οι φάρε ‘καθόλου, διόλου, εντελώς’ (<fare), ας … ας ‘ούτε … ούτε’ (<as), μεžί ‘μετά βιας’ (<mezi), dοτ, dότις (Δεν τηραζάμ dοτ… ‘δεν μπορούσαμε να δούμε’), καθώς και λ. με συχνή εμφάνιση  β(ου)λά ‘αδερφέ’ και βουλάκο ‘αδερφάκι’ (< vëlla, vëllako), μπίγια ‘κόρη’ (< bijë), βάšα ‘κοπελιά’ (<vashë), που χρησιμοποιούνται για δήλωση οικειότητας.

Η νεότερη γενιά της εποχής «τς παρτίας» (του κόμματος) είχε συνηθίσει σε ένα ιδιότυπο, πολλές φορές υβριδικό και «πλούσιο» σε σημασιολογικούς αλβανισμούς, λεξιλόγιο: α-šφριτεζάρ-ιστος ‘ανεκμετάλλευτος’ (<shfrytëzoj ‘εκμεταλλεύομαι’), ψένομαι ‘ωριμάζω’ (για φρούτα) κατά το αλβ. piqem,  εν για βγάλσιμο τα μάτια κι αυτή ‘είναι διαβόλου κάλτσα’, κατά το ësht’ për t’i nxjerrë sytë κτλ.

Πολλά είναι και τα ελληνικά στοιχεία στα όμορα αλβανικά ιδιώματα. Για παράδειγμα, ο Nushi (1991: 71, 269) καταγράφει στη Μουζακιά λέξεις όπως galishá [gališá] ‘άμπωτη’ και vrúdë [vrúdǝ] ‘είδος κεφαλόπουλου’, που επιχωριάζουν στην ΆΑ ως βγαλšά και βρούτα. (Για περισσότερα παραδείγματα βλ. Tzitzilis 1997).

 

Τo τοπωνύμιo Narda[3] το βρίσκουμε για πρώτη φορά καταγραμμένο το 1520 σε χάρτη τούρκου περιηγητή (Vido 2009: 49), ενώ δεν απαντά στο χρυσόβουλο του Ανδρόνικου Παλαιολόγου Β΄,  του 1307, που αφορούσε ζητήματα δικαιοδοσίας της επισκοπής Κανίνων. Όμως στο χρυσόβουλο αυτό αναφέρονται τα «εἰς τὸν Αυλῶνα ἁλυκῆς τηγάνια τέσσαρα» (Alexander 1941: 180), που σημαίνει ότι οι αλυκές της Άρτας λειτουργούσαν την εποχή εκείνη. Στην ΆΑ, για την ακρίβεια σε σημείο του λόφου όπου βρίσκεται σήμερα το Σβερέτšι, οι ψαράδες  αναφέρουν το τοπωνύμιο Παδιακουτήρ’, που το ονομάζουν  και Μπούντα (< ιταλ. punta). Πιστεύουμε ότι η λ. Παδιακουτήρ’ αναλύεται ως *Πάγιο Ακρωτήρι[4], και με βάση το δεδομένο αυτό σχετίζουμε την ονομασία Άρτα ή Narta με τη σλαβική λ. rъtъ, που σύμφωνα με τον Šmilauer (1970: 155) ως τοπωνύμιο απαντά με τις σημ. “Bergspitze, Anhöhe – μύτη βράχου, ύψωμα” και “Kap – κάβος”. Τοπωνύμιο Narta βρίσκουμε και σε άλλα σημεία του σλαβόφωνου χώρου (Šmilauer ό.π.). Σημειώνουμε ότι ο Malingoudis (1981: 98) ανάγει στη ρίζα αυτή και το τοπωνύμιο Ἄρτος (ein steiler Hügel ‘απόκρημνος λόφος’) της Πελοποννήσου.

Ξεκινώντας και πάλι από τις ιδιότητες της ακτής ή και των υδάτων δίπλα σ’ αυτή, το οικωνύμιο Σβερέτšι, τ. Ζβιρέτš’, αλβ. Zvërnéc, που μέχρι σήμερα το συνέδεαν με την παλαιοσλαβική λ. звѣрь  ‘αγρίμι’ (БΕР Ι 625), μπορεί να ερμηνευθεί διαφορετικά. Ο Šmilauer (1970: 191) ανάγει το τοπωνύμιο Zvirec (που απαντάει στη Σλοβενία) στην παλαιοσλαβική λ. вирь, η οποία έχει  δεύτερο τύπο  извирь και σημ. ‘νεροστρόβιλος, βαθύ μέρος στη λίμνη, ποτάμι, βάλτος, πηγή’. Ονομασίες με παραπλήσιο περιεχόμενο απαντάνε στην ευρύτερη περιοχή της ΆΑ (βλ. το αρχ. Αυλών[5], αλλά και το Πόρος).

Η παραπάνω ερμηνεία του τοπωνυμίου Άρτα θέτει σε νέα βάση την παράδοση που συνδέει την ίδρυση της Άρτας Αυλώνα με την εγκατάσταση στο σημείο αυτό ελληνόφωνου πληθυσμού που ήρθε από την Άρτα του Αμβρακικού κατά τα χρόνια της Τουρκοκρατίας.. Το γεγονός ότι έχουμε μια συνέχεια στη διαχρονική ονομασία του συγκεκριμένου σημείου (*Πάγιο Ακρωτήρι > Παδιακουτήρ’  – Άρτα – Μπούντα)[6] συνάδει και με τις γλώσσες των αλλόφωνων πληθυσμών που πέρασαν από ή εγκαταστάθηκαν στα μέρη αυτά.

Κλείνοντας τη σύντομη αυτή παρουσίαση, θα θέλαμε να τονίσουμε ότι το γλωσσικό ιδίωμα της ΆΑ προσφέρεται για περαιτέρω διερεύνηση και μελέτη, τόσο από τη σκοπιά της ιστορικής γλωσσολογίας όσο και από τη σκοπιά των γλωσσικών επαφών.

Πρώτο και βασικό χαρακτηριστικό του ιδιώματος αυτού είναι η συντηρητικότητά του, που ερμηνεύεται με βάση την περιφερειακή γεωγραφική του θέση. Χάρη σε αυτήν παρουσιάζει επιμέρους ισόγλωσσα με τα ελληνικά της απέναντι Κάτω Ιταλίας, των Επτανήσων και της Ηπείρου, αλλά και με τις απόμακρες εστίες ελληνοφωνίας της Κύπρου, της Θράκης και της Μ. Ασίας.

Δεύτερο χαρακτηριστικό είναι η ενδιαφέρουσα λεξιλογική του διαστρωμάτωση και η συνύπαρξη λέξεων ελληνικής αρχής με δάνεια άλλων γλωσσών, αποτέλεσμα διαδοχικών επαφών των κατοίκων της ΆΑ με ξενόγλωσσους πληθυσμούς.  Η διαχρονική του παρουσία επιβεβαιώνεται κι από τις λέξεις που δάνεισε στα γειτονικά ιδιώματα της αλβανικής.

Αν θεωρήσουμε ότι στο γεωγραφικό αυτό σημείο η ελληνική διαθέτει βάθος χρόνου που αγγίζει την αρχαιότητα, θα πρέπει να ερευνήσουμε και να ερμηνεύσουμε πώς και πότε η συγκεκριμένη εστία ελληνοφωνίας απέκτησε χαρακτηριστικά βόρειου φωνηεντισμού. Οφείλεται αυτό σε μια μεταγενέστερη, κατά τα χρόνια πιθανόν της πρώιμης Τουρκοκρατίας, μαζική εγκατάσταση πληθυσμού που μιλούσε βόρειο ιδίωμα[7]; Ή μήπως ήταν η ίδια η εσωτερική δυναμική του ιδιώματος που οδήγησε σε αυτή την εξέλιξη[8]; Σημειώνουμε ότι οι ενδυμασίες των γυναικών της ΆΑ και η συνήθειά τους να κουβαλάνε αντικείμενα τοποθετώντας τα πάνω στο κεφάλι, προσιδιάζουν με αυτά της νησιωτικής Ελλάδας (Επτάνησα) και της Κάτω Ιταλίας. Η σύνθετη προβληματική που αναδύεται δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί παρά μόνο με μια διεπιστημονική προσέγγιση.

Δείγμα κειμένου από το ιδίωμα ΆΑ

Εγώ με λέγνε Θανασούλα Šτέτο. Είμαι ογδόντα εννιά. Τς πέντε τ’ Απριλιού σώνω τα ογδόνταννιά και μπαίνω τα νενήντα.

Ου πατέρας μου γέρασε εκατόν δύο χορνών. … Μονέ χωρς γναίκα. Τ’ απέθανε η γναίκα γλήγορα. Η γυναίκα τόκαμε δεκαέξ’ τέκνα. Εγώ έκαμα εφτά τέκνα…. Κείνα τα χρόνια έκαναν πολλά τέκνα. [Γιατί;] Δεν ηξεράνε. Δεν τοjξεράνε. Χάλευε γιατρικό η μάνα μου, όπως ήλεγε ι πατέρας μου. Όπως μας-ού-λεγε. «Βρες λίγο ιλιάτš να μη κινήσω βαριά πλιά… Λεγάν βαριά το έγκυος.

Μες στον bατέρα μου έκατσα ίšαμ τα δεκαεννιά χορνών. Δεκαεννιά χορνών με πάντρεψε. … Μούρθαν πορξενιές μακάρι, πο [αλλά] μούρθανε απ’ όξω το χωριό. Στου Ζβερέτš, με χαλευάνε ένας πρώτος απ’ το Ζβερέτšι…

Μ’ λέει εμένα, ταρνάξου λίγο, μωρ’ κοπέλα, μ’ λέει μένα ’υτός. Να σε ιδούμε λίγο. Ταράχτκα εγώ.

Πού έν’ ι πατέρας,  λέει.

Είχαμ ένα αμπέλι στην Παναγιά. Μέγα αμπέλι. … Τόχει ι Δήμος τώρα. Ικεί δούλευαμ. Δεν πήγε αλλούθε π’τ’ αμπέλι μου. Δεν τσι βγάνω τς τšούπρες, ήλεγε ι πατέρας μου, χώρια απ’ το πράμα μου. Πήγαιναμ στο πράμα μας, μέρα-νύχτα εκεί. Στάρι έκανε, μίσιρ έκανε, καλαμπόκι το λέγμε εμείς, και žούσαμ καλά.

 

 

*Ανακοίνωση που παρουσιάστηκε στο 10ο διεθνές συνέδριο της ελληνικής γλωσσολογίας (Κομοτηνή, Σεπτέμβρης 2011, βλ. και http://www.icgl.gr/files/greek/85-890-898.pdf)

 

 

Βιβλιογραφία

Alexander, P.J. 1941. “A Chrisobull of the Emperor Andronicus II Palaeologus in favor of the See of Kanina in Albania”, Byzantion XV (1940-41) 167-207. Boston: Byzantine Institute.

Αλμπανούδης, Π. 2009. Το ιδίωμα της βόρειας Θράκης: Το Μικρό και Μεγάλο Μοναστήρι Α. Ρωμυλίας. Διδ. διατρ. Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων.

Andriotis, N. 1974. Lexikon der Archaismen in neugriechischen Dialekten. Wien: Verlag der ÖAW.  

Αραβαντινός, Π. 1856. Χρονογραφία της Ηπείρου των τε όμορων ελληνικών και ιλλυρικών χωρών. Τ. Α΄, Β΄, εν Αθήναις: εκ του τυπογραφείου Σ. Κ. Βλαστού.

Βίντος, Β. 2012. Η Άρτα Αυλώνος. Αθήνα: Εκδόσεις 3Ε – Ελίκρανον..

Brown, Ch.G. & Joseph, B.D. 2011 (forthcoming). Some Preliminary Observations on the Greek of Southern Albania, Tenth International Congress of Greek Linguistics, Komotini.

Budziszewska, W. 1990. “Die Widerspiegelung der Kultur der Slaven in den slawischen Lehnwörtern in neugriechischen Dialekten”, Linguistique Balkanique 3-4, 119-126.

Γιοχάλας, Τ. 2011. Η αρβανιτιά στο Μοριά – χρονικά πορείας. τ. A΄ + Β΄. Αθήνα: Πατάκης.

Demiraj, Sh. 2008. Epiri, pellazgët, etruskët dhe shqiptarët. Tiranë: Infbotues.

Δελόπουλος, Γ.Δ.  1977. Η Άρτα και ορισμένα συγγενικά της τοπωνύμια. Α΄ Συμπόσιο γλωσσολογίας του βορειοελλαδικού χώρου. Θεσσαλονίκη: ΙΜΧΑ, 163-177.

Κόντης Β. 1995. (επιμ.) Ελληνισμός της Βορείου Ηπείρου και ελληνοαλβανικές σχέσεις. Αθήνα: Βιβλιοπωλείον της «Εστίας».

Κουλίδας, Κ. (επιμ.). 2005. Τα τοπωνύμια των πανάρχαιων ελληνικών χωριών του νομού Αργυροκάστρου. Ιωάννινα: Σύνδεσμος συνταξιούχων ελληνοδασκάλων ελληνικής μειονότητας νομού Αργυροκάστρου.

Κυριαζής, Δ. & Σπύρου, Α. 2011. «Τα ελληνικά γλωσσικά ιδιώματα της Αλβανίας». Νεοελληνική Διαλεκτολογία VI. Αθήνα: ΚΕΝΔΙ Ακαδημίας Αθηνών, 175-199.

Malingoudis, Ph. 1981. Studien zu den slawischen Ortsnamen Griechenlands. 1. Slawische Flurnamen aus der messenischen Mani mit 7 Karten. Wiesbaden: Franz Steiner Verlag.

Μπόγκας, Ε. 1964-1966. Τα γλωσσικά ιδιώματα της Ηπείρου (Βορείου, Κεντρικής και Νοτίου). Ιωάννινα: Εταιρεία Ηπειρωτικών Μελετών. T. A´ – Β΄.

Nushi, J. 1991. Fjalë popullore nga Myzeqeja. Tiranë: Akademia e Shkencave.

Orel, V. 1998. Albanian Etymological Dictionary. Leiden-Boston-Köln: Brill.

Παπαδοπούλου, Α. 1926. Γραμματική των βορείων ιδιωμάτων της νέας ελληνικής γλώσσης. Αθήνα.

Rohlfs, G. 1964. Lexicon Graecanicum Italiae Inferioris. Tübingen: Max Niemeyer Verlag.

Šmilauer, V. 1970. Handbuch der slawischen Toponomastik. Praha: Československá Akademie

Svane, G. 1992. Slavische Lehnwörter im Albanischen. Aarhus: University Press.

Tzitzilis, Chr. 1997. «Zur Problematik der griechischen Lehnwörter im Albanischen». Zeitschrift für Balkanologie 33/2: 200-214.

Τζιτζιλής, Χρ. 2008. «Τα αρχαία μακεδονικά στοιχεία στο ιδίωμα της ορεινής Πιερίας». Στο Μ. Θεοδωροπούλου (επιμ.) Θέρμη και Φως. Αφιερωματικός τόμος στη μνήμη του Α.-Φ. Χριστίδη. Θεσσαλονίκη: Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. 225-244.

Τζιτζιλής, Χρ. (υπό έκδοση). Νεοελληνικές διάλεκτοι. Εισαγωγή. Θεσσαλονίκη: Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών.

Ylli, Xh. 1997. Das slawische Lehngut im Albanischen. 1.Teil: Lehnwörter. München: Verlag Otto Sagner.

Vido, V. 2000). Helenizëm që nuk u shua. Narta e Vlorës – Një essé në fushën e etnografisë. Athinë.

Vido, V. 2009). Mbi origjinën e banorëve të Nartës. Vlorë: Europrint.

[1] Χρήσιμες πληροφορίες για την ιστορία του χωριού, τη γλώσσα και τις παραδόσεις του, βρίσκει  κανείς στα έργα του Βασίλη Βίντου (Vido 2000, 2009, 2012). Από τη θέση αυτή θα ήθελα να τον ευχαριστήσω για την πολλαπλή βοήθεια που μου προσέφερε κατά τη συλλογή γλωσσικού υλικού από την ΆΑ.

[2] Στην Ήπειρο, το αρσενικό άρθρο i απαντά μόνο στα τουρκογιαννιώτικα.

[3] Στο πρόβλημα της καταγωγής του οικωνυμίου Άρτα/Narta δεν έχει δοθεί μέχρι σήμερα ικανοποιητική ερμηνεία. Βλ. Δελόπουλος 1977.

[4] Είναι από τα λίγα σταθερά σημεία δίπλα στη λιμνοθάλασσα, τα όρια της οποίας άλλαζαν λόγω των προσχώσεων. Η αρχ. λ. πάγος ‘βράχος’ διασώζεται μάλλον στο τοπωνύμιο Paguria (Παγούρια), όνομα χωραφιού στο μούλκι της ΆΑ.

[5] Είναι αξιοσημείωτο το ότι στο ιδίωμα ΆΑ διασώζεται το τοπωνύμιο αυτό σε αρσενικό γένος: ο Αυλώνας – στον Αυλώνα, ενώ στην αλβανική είναι θηλυκού γένους (Vlonë / Vlorë). Για τη λ. αυτή βλ. Demiraj 2008: 149 κε.

[6] Σημειώνουμε ότι και η τουρκική συμμετέχει στην αλληλουχία αυτή, δεδομένου ότι απέναντι από τον Αυλώνα υπάρχει το Καραμπουρούνι (< kara burun), το «Μαύρο Ακροτήρι», που χωρίζει το Ιόνιο από την Αδριατική.

[7] Στο οθωμανικό κατάστιχο του 1583 με τα ονόματα των οικογενειαρχών της ΆΑ, σε μια τουλάχιστον περίπτωση, μαθαίνουμε ότι ο Vaso Lito κατάγεται από τη Maura (Λευκάδα). Demiraj 2008: 166. Στη Λευκάδα όμως, παρότι έχουμε βόρειο φωνηεντισμό, δεν γίνεται χρήση του αρσενικού άρθρου i.

[8] Βλ. Brown & Joseph 2011 (υπό δημοσίευση), που αναφέρονται στο ενδεχόμενο αυτό, με βάση τα χωρογλωσσολογικά κριτήρια (norms of areal linguistics) του M. Bartoli.

 

 

 

 

Share on Facebook31Share on Google+0Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn0Print this pageEmail this to someone

Αφήστε μια απάντηση