ΜΕΡΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΚΑΙ ΓΛΩΣΣΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΤΟΠΩΝΥΜΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΥΤΣΑΝΗΣ

Άποψη Πολύτσανης Πωγωνίου

 

ΜΕΡΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΚΑΙ ΓΛΩΣΣΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΤΟΠΩΝΥΜΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΥΤΣΑΝΗΣ

 ΟΡΕΣΤΗΣ Ε. ΙΣΟΣ*

 

Με την παρούσα μελέτη θα προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε ιστορικά και γλωσσικά την μικροτοπωνυμία του χωριού μας καθώς και θα προσπαθήσουμε να δώσουμε μια οριστική και καταληκτική απάντηση για το πρόβλημα της ονομασίας της Πολύτσανης[1]. Παρενθετικά, δίνουμε και μια εξήγηση για την ονομασία της ευρύτερης περιοχής μας, του Πωγωνίου.

Έχουμε αποφύγει να σχολιάσουμε τα ελληνικής ετυμολογίας τοπωνύμια για προφανείς λόγους αλλά και τα αντίστοιχα τουρκικά, καθώς τα τελευταία δεν αποτελούν προϊόν κάποιας εγκατάστασης αλλόφωνου πληθυσμού (δεν υπάρχει κάποια ιστορική μαρτυρία για το αντίθετο) αλλά είναι αποτέλεσμα γλωσσικού δανεισμού. Δηλαδή, τα τοπωνύμια του χωριού μας με τουρκική καταγωγή έχουν προκύψει από λέξεις οι οποίες αρχικά πέρασαν στην ελληνική γλώσσα και έπειτα χρησιμοποιήθηκαν για την τελική τους χρήση από τον ντόπιο πληθυσμό, κάτι το οποίο δεν συνέβη με τα σλάβικα και αλβανικά τοπωνύμια ή συνέβη σε πολύ μικρότερο βαθμό[2]. Ενδεικτικά, τουρκικές λέξεις όπως «μποστάνι» (κήπος), «μπαχτσές» (κήπος σπιτιού), «τσαΐρι» (λιβάδι), «τσιφλίκι» (αγρόκτημα) οι οποίες απαντώνται ακόμη και σήμερα στην τοπική μας διάλεκτο δείχνουν τον τρόπο με τον οποίο δημιουργήθηκαν τα τούρκικα τοπωνύμια.

Αυτά που παρουσιάζουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον είναι τα σλάβικα τοπωνύμια και σε μικρότερο βαθμό τα αλβανικά. Τα σλάβικα κυρίως για την αρχαιότητά τους, για το γεγονός ότι όπως και σε άλλα σημεία της Ηπείρου και της Νότιας Αλβανίας εντοπίζονται όχι μόνο σε τοπωνύμια ευρύτερου γεωγραφικού χώρου (πόλεις, χωριά, βουνά, ποτάμια) αλλά και στην μικροτοπωνυμία (πηγές, ρυάκια, ποταμάκια, λόφοι, δάση, χωράφια), καθώς και για τον λόγο ότι συνδέονται με την ίδια την ονομασία της Πολύτσανης.

Τα τοπωνύμια αποτελούν αντικειμενικές μαρτυρίες[3] τόσο για την γλωσσική ταυτότητα των ομιλητών, όσο και για το ιστορικό πλαίσιο κατά το οποίο εμφανίστηκαν[4]. Για τους σκοπούς της παρούσας μελέτης αξιοποιήσαμε το πρόσφατο πόνημα του Χρήστου Γ. Τσελίκη για την ιστορία της Πολύτσανης το οποίο παρουσιάζει σε παράρτημα τα τοπωνύμια του χωριού μας[5], καθώς και τις εξειδικευμένες εργασίες του Γερμανού γλωσσολόγου Max Vasmer (1886 – 1962) για τους Σλάβους στην Ελλάδα[6], του Ρώσου γλωσσολόγου Afanasii M. Selishchev (1886 – 1942) για τους Σλάβους στην Αλβανία[7], το ετυμολογικό λεξικό της σερβοκροατικής γλώσσας[8] του Κροάτη γλωσσολόγου Petar Skok (1881 – 1956), τις εργασίες του πρόσφατα εκλιπόντος σλαβιστή και καθηγητή του ΑΠΘ Φαίδωνα Μαλιγκούδη[9] (1941 – 2016) όπως και τις εργασίες του γλωσσολόγου καθηγητή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Κωνσταντίνου Ευ. Οικονόμου[10].

Όλες οι σλάβικες λέξεις του Τοπωνυμικού και της βιβλιογραφίας έχουν μεταγραφεί στα λατινικά.

 

Η ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΥΤΣΑΝΗΣ

Πολύτσανη/ Πολίτσ(ι)ανη, η – Με την σημερινή μορφή η ονομασία της Πολύτσανης έχει σλαβική προέλευση και σημασία. Η λέξη αποτελείται από δυο μέρη. Το πρώτο συνθετικό είναι η λέξη polica που σημαίνει «επίπεδη, επίπεδη επιφάνεια, χαμηλή, ομαλή πεδιάδα»[11] και το δεύτερο συνθετικό – jane ή –jani το οποίο είναι το εθνωνυμικό και τοπωνυμικό επίθημα πληθυντικού της σλαβικής γλώσσας[12]. Άρα «Policani» αρχικά υποδείκνυε τον κάτοικο της συγκεκριμένης περιοχής, της Πολίτσας. Στα σλαβικά π.χ. οι κάτοικοι της Θεσσαλονίκης ονομάζονται «Solunjane», οι Ρωμαίοι, «Rimljane», οι κάτοικοι του κάμπου «Poljani», οι κάτοικοι του ποταμού «Rečane».

Αντίστοιχα δημιουργήθηκαν και τα τοπωνύμια με το δεύτερο συνθετικό –jani, αυτά που απαντάμε και στο χωριό μας (βλ. Τοπωνυμικό), όπως Σουσουμάνι, Ντόλιανη, Κατσουλιάνη, αλλά και στην ευρύτερη περιοχή όπως Σέλιανη, Βήσσανη, Δερβιτσιάνη, Δρόβιανη, Βούρμπιανη. Επομένως, δεν βρίσκουμε πειστική την εκδοχή να προέρχεται η ονομασία από έναν υποθετικό τύπο *Πολιτειανή[13], ο οποίος θα είχε διατηρήσει τον τονισμό στην λήγουσα στην γλώσσα των κατοίκων, αντί για τον σημερινό τονισμό στην προπαραλήγουσα. Από ιστορικής άποψης, γνωρίζουμε ότι τουλάχιστον μέχρι το 1380 η ονομασία του χωριού ήταν Πολίτσα. Στο «Χρονικό των Ιωαννίνων» διαβάζουμε: «Τω ,ςωπη’ (1380) έτει ινδικτιώνος γ’, ήλθεν ο Ισαϊμ, μηνί Ιουνίω β’, ηχμαλώτευσε την Βελάν και την Οπάν, ότε Μαζαρακαίους και Ζενεβισαίους εις τας Πολίτζας κατέκλεισε»[14]. Για τον γεωγραφικό προσδιορισμό της Πολίτσας ή Πολίτζας και την αντιστοιχία της με την Πολύτσανη συμφωνούν οι Αραβαντινός[15], Nicol[16] και οι Soustal-Koder[17].

Βάσει των τοπωνυμίων και ελλείψει των ιστορικών πηγών μπορούμε να προσδιορίσουμε την πρώτη κάθοδο και εγκατάσταση των Σλάβων στον χώρο μας όχι νωρίτερα από τον δέκατο αιώνα[18]. Επειδή η εγκατάσταση ή η διέλευσή τους υπήρξε κατά κύριο λόγο ειρηνική κυρίως λόγω του κενού που βρήκαν μετά την καταστροφή της περιοχής και της αραίωσης του πληθυσμού από τους Ρωμαίους και τις βαρβαρικές επιδρομές[19], μπορούμε να υποθέσουμε ότι λόγω παραφθοράς ή παρετυμολογίας υιοθέτησαν την αρχική ονομασία της Πολύτσανης. Τα ιστορικά και αρχαιολογικά τεκμήρια του χωριού μας μαρτυρούν για έναν οικισμό τουλάχιστον της ελληνιστικής περιόδου (323 – 30 π.Χ.)[20] άρα σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να θεωρηθούν οι Σλάβοι σαν οι πρώτοι κάτοικοι της Πολύτσανης.

Στον Στράβωνα είχαμε εντοπίσει ένα χωρίο το οποίο φαίνεται να σχετίζεται με την ονομασία του χωριού μας, «Στα παλιά χρόνια καθώς προείπα, η χώρα ήταν πολυάνθρωπη, αν και γεμάτη βουνά, καθώς ο Τόμαρος, το Πολύανο και άλλα, τόσο η Ήπειρος όσο και η Ιλλυρίδα, σήμερα υπάρχει μεγάλη ερημιά και όσα κατοικούνται είναι πια σε μικρά χωριά και σε ερείπια»[21]. Στο «Χρονικόν Δρυόπιδος»[22] η Πολύτσανη αποκαλείται Πολυανή το έτος 1081 (όπου αναφέρεται ένας «Ιωάννης εκ Πολυανής») αλλά παρόλο που το ίδιο το χρονικό είναι αμφίβολης αξιοπιστίας και έχει χαρακτηριστεί από πολλούς ερευνητές σαν ιστορικό μυθιστόρημα[23], το τελευταίο μέρος του χρονικού, (το οποίο αναφέρει μεταξύ άλλων και την Πολυανή) δεν πρέπει να αγνοηθεί καθώς αυτό παραθέτει ιστορικές πληροφορίες που διασταυρώνονται και από άλλες πηγές και αντανακλούν τοπικές παραδόσεις[24]. Επομένως μέχρι τον 11ο αιώνα η Πολύτσανη διατηρούσε την αρχική ονομασία Πολυανή και χρονολογικά η τελευταία αυτή αναφορά συμπίπτει με την πρώτη παρουσία των Σλάβων στην περιοχή μας όπως αυτή φαίνεται από τα τοπωνύμια.

Συμπερασματικά λοιπόν, η ιστορική ονομασία του χωριού μας ήταν Πολυανή, ονομασία που διατήρησε μέχρι τον 11ο αιώνα, και σχετίζεται με το όρος Πολύανος που πρώτος μνημονεύει ο Στράβωνας. Με την έλευση των Σλάβων η ονομασία θεωρήθηκε ομόηχη ή ταυτόσημη με την σλαβική polica και εξελίχτηκε σε Πολύτσανη.

 

Η ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΠΩΓΩΝΙΟΥ

Πωγώνι, το – από την σλαβική λέξη pogonъ που σημαίνει «μονοπάτι, πέρασμα». Η λέξη υπήρξε παραγωγική για τοπωνύμια και σε άλλες περιοχές, όπως στην Πελοπόννησο όπου απαντάται το τοπωνύμιο Πογονίτσα[25]. Η ονομασία, από παρετυμολογική ερμηνεία και τάσεις εξελληνισμού κυρίως ρομαντικών προσπαθειών του 19ου αιώνα, έχει συσχετιστεί με τον Βυζαντινό αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Δ’ Πωγωνάτο. Τα θρυλόυμενα περί Κωνσταντίνου Δ’ Πωγωνάτου δεν έχουν βέβαια κάποια ιστορική βάση. Ορθώς ο Λαμπρίδης στα «Πωγωνιακά» του θεωρεί την λέξη σλαβική, ωστόσο αδυνατεί να την ετυμολογήσει και υποθέτει πως προέρχεται από κάποιον ηγέτη Σλάβων που εγκαταστάθηκε στην περιοχή[26].

Υπάρχουν δυο κύρια επιχειρήματα γιατί δεν σχετίζεται η ονομασία με τον Βυζαντινό αυτοκράτορα. Το πρώτο είναι ιστορικό, καθώς δεν υπάρχουν ιστορικές μαρτυρίες για κάποια διέλευση του αυτοκράτορα από το Πωγώνι κατά την διάρκεια της εκστρατείας της Σικελίας αλλά αμφισβητείται και η ίδια η αυτοπρόσωπη παρουσία του στην συγκεκριμένη εκστρατεία[27] και το δεύτερο είναι σημασιολογικό. Ορθώς πάλι ο Λαμπρίδης αναρωτιέται ποιανού αυτοκράτορα δόθηκε το επώνυμο και όχι το όνομα σε πόλη ή περιοχή. Πράγματι, από ονόματα αυτοκρατόρων έχουμε τοπωνυμικά Κωνσταντινούπολη, Ιουστινιανούπολη, Αδριανούπολη, Θεοδοσιούπολη κ.ά., αλλά δεν έχουμε κάποιο τοπωνύμιο από παρατσούκλι. Γιατί το «Πωγωνάτος» δεν είναι τίποτα άλλο από το παρατσούκλι του αυτοκράτορα, που θα πει «μουσάτος».

 

ΤΟΠΩΝΥΜΙΚΟ

Βάγκαλη, η – ίσως από την σλαβική λέξη vakal που σημαίνει «θερισμός, κομμένο χορτάρι» (βλ. Skok, τ. ΙΙΙ, 1973, σ. 560). Βλ. επίσης και τοπωνύμιο Βαγκαλιάτι στους Αγίους Σαράντα.

Βαρικό, το – από την σλαβική λέξη bara που σημαίνει «κοίτη ποταμού, έλος, τέλμα, χωράφι που κατακρατεί νερό» (βλ. Skok, τ. Ι, σ. 109, Οικονόμου, Σλαβικά, σ. 15. Για τοπωνύμια στην Ελλάδα βλ. Vasmer, σ. 113, 163, 235)

Βοντίτσα/ Βοδίτσα/ Μποντίτσα, η – από την σλαβική λέξη voda που σημαίνει «νερό» και την υποκοριστική κατάληξη –ica (βλ. Skok, τ. ΙΙΙ, 1973, σ. 611, Derksen, σ. 523. Για τα αντίστοιχα τοπωνύμια στην Ελλάδα βλ. Malingoudis, Studien, σ. 119, Vasmer, σ. 67, 68. Για τα αντίστοιχα τοπωνύμια στην Αλβανία βλ. Selishchev, σ. 226, 242, 310, Ylli, τ. 2 (2000), σ. 188).

Γκρίκα, η – από την αλβανική λέξη grykë που σημαίνει «αυχένας, λαιμός, στενό μεταξύ δυο βουνών» (βλ. Çabej, τ. IV, σ. 298, Meyer, σ. 181. Για την παρουσία της λέξης στα ηπειρώτικα ιδιώματα βλ. Οικονόμου, Η αλβανική, σ. 35, 36, για τοπωνύμιο στην Ήπειρο βλ. και Αραβαντινού, Περιγραφή, μέρος Α’, σ. 18).

Γορίτσα/ Γκορίτσα, η – από την σλαβική λέξη gora που θα σημαίνει «βουνό» και την κατάληξη –ica. Επίσης gora στα βουλγάρικα και σε αρκετές νοτιοσλαβικές γλώσσες είναι το «μεγάλο δάσος» (βλ. Skok, τ. Ι, 1971, σ. 589, Derksen, σ. 177. Για τα αντίστοιχα τοπωνύμια στην Ελλάδα βλ. Malingoudis, Studien, σ. 45, Vasmer, σ. 25, 29, 62, 109. Για τα αντίστοιχα τοπωνύμια στην Αλβανία βλ. Selishchev, σ. 203, 214-215, Ylli, τ. 2 (2000), σ. 114).

Ζάλιου, το (γεφύρι) – 1. από την σλαβική λέξη žalъ που σημαίνει «όχθη» (βλ. Οικονόμου, Σλαβικά, σ. 134). 2. από την αλβανική λέξη zall που σημαίνει «χαλίκι που φέρνει το ποτάμι, όχθη ποταμού» (βλ. Çabej, τ. VII, σ. 284-285, Meyer, σ. 548. Ο Meyer υποστηρίζει ότι η σλάβικη λέξη είναι δάνειο από τα αλβανικά).

Ζαμπέρικο/α, το/ τα – από την σλαβική λέξη avoru (javor στα σερβοκροατικά) που σημαίνει «σφένδαμος, σφεντάμι» με το τοπικό επίρρημα za που σημαίνει «πίσω από, μετά από» (βλ. Skok, τ. Ι, 1971, σ. 763 και με τοπωνύμιο Javornik. Για τοπωνύμιο στην Μακεδονία Ζαβερνίκεια, παραφθορά της λέξης Zaavornica βλ. Δαπέργολας, σ. 180, Vasmer, σ. 216).

Καμενίτσα/ες, η/οι – από την σλαβική λέξη kamen που σημαίνει «πέτρα, τόπος με πέτρες» και την κατάληξη υποκοριστικού –ica σε τοπωνύμια. Απαντάται με την ίδια ονομασία σε Ελλάδα, Αλβανία, Σερβία, Κροατία, Βοσνία, Βουλγαρία και αλλού (βλ. Skok, τ. ΙΙ, 1972, σ. 26-27, Derksen, σ. 220. Για τα αντίστοιχα τοπωνύμια στην Ελλάδα βλ. Malingoudis, Studien, σ. 51, Vasmer, σ. 36, 134. Για τα τοπωνύμια σε Αλβανία βλ. Selishchev, σ. 223, Ylli, τ. 2 (2000), σ. 124).

Κατσουλιάνη(ς), ο – από την σλαβική λέξη kača με την σημασία «δοχείο για νερό, κουτάλα, κάνουλα» και την κατάληξη πληθυντικού –jani (βλ. Skok, τ. ΙΙ, 1972, σ. 10).

Μογγίλα/ Μογγίλες, η/οι – από την σλαβική λέξη mogila που θα πει «σωρός, τύμβος, τάφος» (βλ. Skok, τ. Ι, 1971, σ. 588. Για τοπωνύμια στην Ελλάδα βλ. Vasmer, σ. 72, 78, 119, 126, 155. Για τοπωνύμια στην Αλβανία βλ. Selishchev, σ. 215, 299, Ylli, τ. 2 (2000), σ. 144).

Μόκροι, οι – από την σλαβική λέξη mokra που σημαίνει «υγρός, βάλτος». Απαντάται και αλλού στην Αλβανία, Σερβία και σε άλλες σλαβικές χώρες (βλ. Skok, τ. ΙΙ, 1972, σ. 449, Derksen, σ. 322. Για τα αντίστοιχα τοπωνύμια στην Ελλάδα βλ. Malingoudis, Studien, σ. 69, Vasmer, σ. 185, 226. Για τα τοπωνύμια στην Αλβανία βλ. Selishchev, σ. 214, 226, Ylli, τ. 2 (2000), σ. 144).

Μπέσκα, η – από την αλβανική λέξη bjeshkë που σημαίνει «βουνό με βοσκοτόπια» (βλ. Çabej, τ. ΙΙ, σ. 255, Meyer, σ. 97).

Μπρίνια, η – από την αλβανική λέξη brinjë που σημαίνει «πλευρό, ανηφορική πλαγιά» (βλ. Çabej, τ. ΙΙ, σ. 325, Μeyer, σ. 87).

Μπροδέτσι/ Μπουρδέτσι/ Μπουρντέτσι, το – από την σλαβική λέξη brdo που σημαίνει «λόφος, ράχη» και την κατάληξη –ec (βλ. Skok, τ. Ι, 1971, σ. 204). Η κατάληξη –ετσι απαντάται και σε άλλα τοπωνύμια όπως Σμίνετσι, Σβερνέτσι, Στρεμπέτσι, αλλά και λέξεις – δάνεια από την σλαβική γλώσσα όπως το «κοτέτσι».

Νεμέρτσ(ι)κα, η 1. από την σλαβική λέξη mera που έχει την έννοια «μέτρο, μετρήσιμο» και το στερητικό ne με την κατάληξη -cka, δηλαδή «αμέτρητη, άσωτη, ατελείωτη» (βλ. Skok, τ. ΙΙ, 1972, σ. 436-437, Derksen σ. 312). 2. από το κύριο σλαβικό όνομα Nemir με την έννοια «μη ειρηνικός, ανήσυχος, σε ταραχή» που έχει δώσει τοπωνύμια όπως Nemirce, Nemerovo, Nimerice και την κατάληξη -cka (βλ. Malingoudis, Studien, σ. 73). Η εκδοχή να προέρχεται η ονομασία από μια ελάσσονα μορφή της ελληνικής μυθολογίας, την νύμφη Νημερτίδα (βλ. Μέντζου Θ. Γ., «Συμβολή εις την Ιστορία των εν Ηπείρω Μονών του Σινά», Ηπειρωτική Εστία, τ. ΣΤ΄, Ιωάννινα 1957, σελ. 133-134, Στούπη Σ., Πωγωνησιακά και Βησσανιώτικα, Εκδόσεις Δωδώνη, τ. Α’, Ιωάννινα 2003, σ. 41) είναι απίθανη.

Ντίβενα/ες, η/οι – ίσως από την σλαβική λέξη divъ που σημαίνει «άγριο, αγρίμι» και την κατάληξη – ενα όπως στο τοπωνύμιο Βοδενά (η Έδεσσα) ή η λέξη μπούντενα, (βλ. Μαλιγκούδης, σ. 186, Derksen, σ. 108).

Ντόλιανη, η – από την σλαβική λέξη dolъ που σημαίνει «κοιλάδα, λαγκάδι». Από την ίδια ρίζα είναι και τα τοπωνύμια Δολιανά, Δολό στην Ήπειρο καθώς και Αμπροντολός, Ολοβοντολός στην Πελοπόννησο (βλ. Derksen, σ. 112. Για τα αντίστοιχα τοπωνύμια στην Ελλάδα βλ. Malingoudis, Studien, σ. 32, Vasmer σ. 31, Οικονόμου, Τοπωνυμικό, σ. 631. Για τα αντίστοιχα τοπωνύμια σε Αλβανία βλ. Selishchev, σ. 224, Ylli, τ. 2 (2000), σ. 105).

Ρομπάτικο, το – από την σλαβική λέξη rovъ που σημαίνει «κανάλι, λάκκος, βόθρος» (βλ. Malingoudis, Studien, σ. 98). Βλ. επίσης και τοπωνύμιο Ρομπάτες στο ελληνικό Πωγώνι. Κατά πάσα πιθανότητα το τοπωνύμιο προήλθε από επώνυμο οικογένειας.

Σουσουμάνι, το – από την σλαβική λέξη šuma σημαίνει «άλσος, χαμηλό δάσος, δασάκι» και την κατάληξη πληθυντικού –jani (βλ. Skok, τ. ΙΙΙ, 1973, σ. 422, Οικονόμου, Σλαβικά, σ. 122-123, του ιδίου, Τοπωνυμικό, σ. 484-485. Για τοπωνύμια στην Αλβανία βλ. Ylli, τ. 2 (2000), σ. 175).

Στερμπίνα, η – από την σλαβική λέξη trebьna που θα πει «ξέφωτο» ή από την σλάβικη λέξη treva που σημαίνει «χορτάρι» (βλ. Derksen, σ. 497, Vasmer, σ. 60-61 όπου δίνει και τις δυο σημασίες. Για τοπωνύμια στην Ελλάδα όπως Στρεβίνα στην Άρτα βλ. του ιδίου σ. 61. Για τοπωνύμια στην Βοσνία βλ. Skok, τ. ΙΙΙ, 1973, σ. 496. Για τοπωνύμιο στην Αλβανία βλ. Ylli, τ. 2 (2000), σ. 179).

Φορτόπα, η – από την σλαβική λέξη vrtop που σημαίνει «σπηλιά, ρουφήχτρα, βαθούλωμα» (βλ. Skok, τ. ΙΙΙ, 1973, σ. 578. Για αντίστοιχα τοπωνύμια στην Ελλάδα βλ. Vasmer, σ. 24, Οικονόμου, Τοπωνυμικό, σ. 460. Για τοπωνύμιο στην Αλβανία βλ. Selischev σ. 218, 289, 310, 324, Ylli, τ. 2 (2000), σ. 185).

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

Αραβαντινός Π., Χρονογραφία της Ηπείρου των τε ομόρων Ελληνικών και Ιλλυρικών χωρών διατρέχουσα κατά σειράν τα εν αυταίς συμβάντα από του σωτηρίου έτους μέχρι του 1854, τ. 1-2, Αθήνα 1856.

Αραβαντινού Π., Περιγραφή της Ηπείρου εις μέρη τρία, Εκδόσεις Εταιρείας Ηπειρωτικών Μελετών, Ιωάννινα 1984.

Βρανούση Λ. Ι., «Το Χρονικό των Ιωαννίνων κατ’ ανέκδοτον δημώδη επιτομήν, Επετηρίς του Μεσαιωνικού Αρχείου», τ. 12 (1962), Αθήναι 1965, σσ. 57-115.

Βρανούση Λ. Ι., Χρονικά της μεσαιωνικής και τουρκοκρατούμενης Ηπείρου, Εκδόσεις και Χειρόγραφα, Εκδόσεις Εταιρείας Ηπειρωτικών Μελετών, Ιωάννινα 1962.

Çabej E., Studime etimologjike në fushë të shqipes, Akademia e Shkencave e RP të Shqipërisë, Instituti i Gjuhësisë dhe i Letërsisë, Τίρανα τ. ΙΙ, 1976, τ. IV, 1996, τ. VII, 2006.

Δαπέργολας Ν., Σλαβικές εγκαταστάσεις στη Μακεδονία από τον 7ο έως και τον 9ο αιώνα, Εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2009.

Derksen R., Etymological Dictionary of the Slavic Inherited Lexicon, Brill, Λάιντεν · Βοστώνη 2008.

Γιακουμής Γ. Κ., Δυο πρώιμα μεταβυζαντινά μνημεία και ο ζωγραφικός τους διάκοσμος στο Πωγώνι της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Αλβανίας (αρχές 16ου αιώνα), Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, Τομέας Αρχαιολογίας (διδακτορική διατριβή), Ιωάννινα 2009.

Hammond N. G. L., Ήπειρος, Εκδόσεις Ηπειρωτική Βιβλιοθήκη, (μτφ. Αθ. Χρ. Γιάγκα), τ. Α-Γ, Αθήναι, 1971.

Λαμπρίδου Ι., Ηπειρώτικα Μελετήματα, τ. Β’, τεύχη 1-10, Εκδόσεις Εταιρείας Ηπειρωτικών Μελετών, Ιωάννινα 1993.

Μαλιγκούδης Φ., Σλάβοι στη Μεσαιωνική Ελλάδα, Εκδόσεις Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 2013.

Malingoudis Ph., Studien zu den slavischen Ortsnamen Griechenlands, 1. Slavische Flurnamen aus der messenischen Mani, Akademie der Wissenschaften und der Literatur, Franz Steiner Verlag GmbH, Βισμπάντεν 1981.

Malingoudis Ph., «Toponymy and History. Observations concerning the slavonic toponymy of the Peloponnese», στο Cyrillomethodianum VII, Θεσσαλονίκη 1983.

Meyer G., Fjalor Etimologjik i gjuhës Shqipe, Çabej, Τίρανα 2007.

Nicol D. M., The Despotate of Epiros 1267-1479, A contribution to the history of Greece in the middle ages, Cambridge University Press, Νέα Υόρκη 2010.

Οικονόμου Κ. Ευ., Η αλβανική γλωσσική επίδραση στα ηπειρώτικα ιδιώματα, Εταιρία Ηπειρωτικών Μελετών, Ιωάννινα 1997.

Οικονόμου Κ. Ευ., Σλαβικά λεξιλογικά δάνεια στα ελληνικά ιδιώματα της Ηπείρου, Εκδόσεις Ε.Η.Μ, Ιωάννινα 2010.

Οικονόμου Κ. Ευ., Τοπωνυμικό Ζαγορίου (διδακτορική διατριβή), Ιωάννινα 1986.

Πετρίδης Α., Χρονικόν Δρυόπιδος, στο Νεοελληνικά Ανάλεκτα, περιοδικώς εκδιδόμενα υπό του Φιλολογικού Συλλόγου Παρνασσού, τ. Α, μέρος Β’, εν Αθήναις, Απρίλιος 1871, φ. Α’, σσ. 3-32.

Ριζάκης Α. – Τουράτσογλου Ι., «Η τυπολογία των επιτύμβιων μνημείων της Άνω Μακεδονίας», στο Αρχαία Μακεδονία, Πέμπτο Διεθνές Συμπόσιο, τ. 2, Θεσσαλονίκη 1993, σσ. 1285-1302.

Selishchev A. M., Slavjanskoe naselenie v Albanii, Makedonskogo Nauknogo Instituta, Σόφια 1931.

Skok P., Etimologijski Rjecnik Hrvatskoga ili Srpskoga Jezika, Jugoslavenska Akademija Znanosti i Umjetnosti, τ. Ι-ΙΙΙ, Ζάγκρεμπ 1971 – 1973.

Τσελίκης Χ. Γ., Συμβολή στην ιστορία της Πολύτσανης Πωγωνίου (από τα πρώτα ιστορικά χρόνια έως το 2012), Εκδόσεις Ελίκρανον, Αθήνα 2017.

Vasmer M., Die Slaven in Griechenland, Verlag der Akademie der Wissenschaften, Βερολίνο 1941.

Ylli Xh., Das slavische Lehngut im Albanischen, Verlag Otto Sagner, Μόναχο, τ. 1 (1997), τ. 2 (2000).

 

 

[1] Η ονομασία της Πολύτσανης μας είχε απασχολήσει και σε παλαιότερο άρθρο για τα «Πολυτσανίτικα Νέα» με τίτλο «Νέα στοιχεία για την ονομασία της Πολύτσανης», φ. 18, 2006.  

[2] Είναι προφανές ότι τα τουρκικά δάνεια σαν εισαχθέντα αργότερα στην γλώσσα θα παρουσιάζουν μεγαλύτερη συχνότητα εμφάνισης στην καθομιλουμένη. Η ίδια παρατήρηση ισχύει και για τα σλαβικά τοπωνύμια του ελληνικού χώρου όπου πολλές σλαβικές λέξεις αρχικά πέρασαν σαν δάνεια στην γλώσσα, βλ. Malingoudis Ph., «Toponymy and History. Observations concerning the slavonic toponymy of the Peloponnese», στο Cyrillomethodianum VII, Θεσσαλονίκη 1983, σ. 103-105 όπου παρουσιάζει τις λέξεις βιρός, λόγγος, πολένα, κ.ά. Για το ίδιο θέμα βλ. Επίσης Δαπέργολας Ν., Σλαβικές εγκαταστάσεις στη Μακεδονία από τον 7ο έως και τον 9ο αιώνα, Εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2009 σ. 145-148. Για περισσότερες λέξεις δάνεια από τα σλαβικά που αφορούν το ηπειρώτικο ιδίωμα, βλ. Οικονόμου Κ. Ευ., Σλαβικά λεξιλογικά δάνεια στα ελληνικά ιδιώματα της Ηπείρου, Εκδόσεις Ε.Η.Μ, Ιωάννινα 2010, κυρίως σσ. 13-138 όπου δίνονται και οι λέξεις βούζια, γράβος, γλίνα κ.ά. Δάνεια από την αλβανική γλώσσα που χρησιμοποιούνται τόσο στο ιδίωμα του χωριού αλλά είναι και παραγωγικά σε τοπωνύμια είναι οι λέξεις σκέμπι, σιουπέλα (αντιδάνειο) κ.ά.  

[3] Μαλιγκούδης Φ., Σλάβοι στη Μεσαιωνική Ελλάδα, Εκδόσεις Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 2013, σ. 191. 

[4] Για τις σλαβικές εγκαταστάσεις στην Ήπειρο βλ. Μαλιγκούδης, σ. 109-114.  

[5] Τσελίκης Χ. Γ., Συμβολή στην ιστορία της Πολύτσανης Πωγωνίου (από τα πρώτα ιστορικά χρόνια έως το 2012), Εκδόσεις Ελίκρανον, Αθήνα 2017, σσ. 393-402.  

[6] Vasmer M., Die Slaven in Griechenland, Verlag der Akademie der Wissenschaften, Βερολίνο 1941. Το έργο ανατυπώθηκε και σε 2η έκδοση. Λειψία 1970.  

[7] Selishchev A. M., Slavjanskoe naselenie v Albanii, Makedonskogo Nauknogo Instituta, Σόφια 1931.  

[8] Skok P., Etimologijski Rjecnik Hrvatskoga ili Srpskoga Jezika, Jugoslavenska Akademija Znanosti i Umjetnosti, τ. Ι- ΙΙΙ, Ζάγκρεμπ 1971 – 1973.  

[9] Βλ. Βιβλιογραφία. 

[10] Βλ. Βιβλιογραφία. 

[11] Για την ετυμολογία της λέξης βλ. Skok, τ. ΙΙ, 1972, σ. 698-699 όπου μεταξύ άλλων τοπωνυμίων με συνθετικό την λέξη polica αναφέρει και το τοπωνύμιο Poljičane στις Δειναρικές Άλπεις. Για τον γεωγραφικό όρο και άλλα αντίστοιχα τοπωνύμια βλ. επίσης και Malingoudis Ph., Studien zu den slavischen Ortsnamen Griechenlands, 1. Slavische Flurnamen aus der messenischen Mani, Akademie der Wissenschaften und der Literatur, Franz Steiner Verlag GmbH, Βισμπάντεν 1981, σ. 87, 88 καθώς και Οικονόμου Κ. Ευ., Τοπωνυμικό Ζαγορίου (διδακτορική διατριβή), Ιωάννινα 1986, σ. 687. Για τοπωνύμιο Πολίτζιανη στην κεντροανατολική Μακεδονία (περ. λίμνης Αχινού) βλ. Δαπέργολας, σ. 177 (ατυχώς ο συγγραφέας ετυμολογεί την ονομασία από το ομόηχο polica που έχει την σημασία «σανίδα, ράφι»). Για περισσότερα τοπωνύμια ίδια ή αντίστοιχα του χωριού μας βλ. Τσελίκης, σ. 38. Η λέξη polica με την σειρά της προέρχεται από την λέξη polje που σημαίνει «πεδίο, πεδιάδα» και την υποκοριστική κατάληξη –ica. Για την ετυμολογία βλ. Skok, στο ίδιο και Derksen R., Etymological Dictionary of the Slavic Inherited Lexicon, Brill, Λάιντεν · Βοστώνη 2008, σ. 411. Στα σλαβικά τοπωνύμια της Αλβανίας την κατατάσσει ο Selischev στον ένθετο χάρτη, βλ. Selishchev, χάρτης 5c, 6c καθώς και ο Ylli, βλ. Ylli Xh., Das slavische Lehngut im Albanischen, Verlag Otto Sagner, Μόναχο, τ. 2 (2000), σ. 151.  

[12] Για το σλαβικό επίθημα πληθυντικού βλ. Skok, τ. Ι, 1971, σ. 753-754. Επίσης Vasmer, σ. 47 αρ. 262.  

[13] Γιακουμής Γ. Κ., Δυο πρώιμα μεταβυζαντινά μνημεία και ο ζωγραφικός τους διάκοσμος στο Πωγώνι της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Αλβανίας (αρχές 16ου αιώνα), Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, Τομέας Αρχαιολογίας (διδακτορική διατριβή), Ιωάννινα 2009, σ. 12, κυρίως σημ. 25.  

[14] Βρανούση Λ. Ι., «Το Χρονικό των Ιωαννίνων κατ’ ανέκδοτον δημώδη επιτομήν», Επετηρίς του Μεσαιωνικού Αρχείου, τ. 12 (1962), Αθήναι 1965, σ. 90-91.  

[15] Αραβαντινού Π., Χρονογραφία της Ηπείρου των τε ομόρων Ελληνικών και Ιλλυρικών χωρών διατρέχουσα κατά σειράν τα εν αυταίς συμβάντα από του σωτηρίου έτους μέχρι του 1854, τ. 2, Αθήνα 1856, σ. 132.  

[16] Nicol D. M., The Despotate of Epiros 1267-1479, A contribution to the history of Greece in the middle ages, Cambridge University Press, Νέα Υόρκη 2010, σ. 150.  

[17] Στον Nicol, σ. 150, σημ. 37. Βλ. επίσης και Γιακουμής, σ. 12, σημ. 25.  

[18] Δαπέργολας, σ. 148-149. Η πλειοψηφία των τοπωνυμίων που έχουν την κατάληξη –ιτσα αντί για –ικα δείχνει ότι τα τοπωνύμια είναι χρονολογικώς μεταγενέστερα του 10ου αιώνα. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι το ίδιο χρονολογικό συμπέρασμα αφορά και τις γύρω περιοχές, δηλαδή ότι οι Σλάβοι εγκαταστάθηκαν στην Ήπειρο τον 10ο αιώνα.  

[19] Μαλιγκούδης, σ. 75 κ.εξ. 

[20] Τα ονόματα από τις επιγραφές που έχουν βρεθεί στο χωριό όπως Αρχέλαος, Περδίκκας, Φίλιππος κ.ά. είναι κυρίως μακεδονικά και αυτό εξηγείται από το γεγονός ότι η Ήπειρος την ελληνιστική περίοδο ήταν μακεδονική επαρχία. Η νεκρική στήλη με το αέτωμα στο υπέρθυρο του Αγίου Νικολάου είναι της ελληνιστικής περιόδου βλ. Ριζάκης Α. – Τουράτσογλου Ι., «Η τυπολογία των επιτύμβιων μνημείων της Άνω Μακεδονίας», στο Αρχαία Μακεδονία, Πέμπτο Διεθνές Συμπόσιο, τ. 2, Θεσσαλονίκη 1993, σ. 1288. Για τα αρχαία τεκμήρια βλ. Hammond N. G. L., Ήπειρος, Εκδόσεις Ηπειρωτική Βιβλιοθήκη, (μτφ. Αθ. Χρ. Γιάγκα), τ. Β’, Αθήναι, 1971, σ. 34, Τσελίκης, σ. 29-32, Γιακουμής, σ. 12, σημ. 20.  

[21] Στράβων, Γεωγραφικά, Ζ, VII, 9. Εκδόσεις Κάκτος, μετάφραση Πάνος Θεοδωρίδης. Για την ετυμολογία και τον γεωγραφικό προσδιορισμό του όρους βλ. το άρθρο μας στην παραπάνω σημ. 1. Για το όρος Πολύανο βλ. επίσης και Αραβαντινού Π., Περιγραφή της Ηπείρου εις μέρη τρία, Εκδόσεις Εταιρείας Ηπειρωτικών Μελετών, Ιωάννινα 1984, μέρος Α’, σ. 16, Γιακουμής, σ. 12, σημ. 23.  

[22] Πετρίδης Α., Χρονικόν Δρυόπιδος, στο Νεοελληνικά Ανάλεκτα, περιοδικώς εκδιδόμενα υπό του Φιλολογικού Συλλόγου Παρνασσού, τ. Α, μέρος Β’, εν Αθήναις, Απρίλιος 1871, φ. Α’, σ. 21 και σ. 29, σημ. 36.  

[23] Βρανούση, Χρονικά της μεσαιωνικής και τουρκοκρατούμενης Ηπείρου, Εκδόσεις και Χειρόγραφα, Εκδόσεις Εταιρείας Ηπειρωτικών Μελετών, Ιωάννινα 1962, σ. 118, Γιακουμής, σ. 12, σημ. 21.  

[24] Βρανούση, Χρονικά, σ. 120.   

[25] Για την ετυμολογία της λέξης βλ. Skok, τ. Ι, 1971, σ. 574-576, Derksen, σ. 177. Για την εξέλιξη της λέξης στην ελλ. γλώσσα και τα αντίστοιχα ελληνικά τοπωνύμια βλ. Malingoudis, Studien, σ. 85, 86, , Οικονόμου, Σλαβικά, σ. 93.  

[26] Λαμπρίδου Ι., Ηπειρώτικα Μελετήματα, τ. Β’, τεύχη 1-10, Εκδόσεις Εταιρείας Ηπειρωτικών Μελετών, Ιωάννινα 1993. σ. 16-17.  

[27] Βρανούση, Χρονικά, σ. 168, σημ. 1. 

 

*Ο Ορέστης Ε. Ίσος κατάγεται από την Πολύτσανη Πωγωνίου, έχει σπουδάσει Γεωγραφία στο Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο και ζει και εργάζεται μόνιμα στην Αθήνα.

 

 

 

Φωτογραφία άρθρου: Ορέστης Ε. Ίσος

 

 

 

 

Share on Facebook123Share on Google+0Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn0Print this pageEmail this to someone

Αφήστε μια απάντηση