ΓΛΩΣΣΙΚΕΣ ΕΠΑΦΕΣ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΡΩΜΑΤΩΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ΧΙΜΑΡΑΣ

Μέρος της μελέτης του καθ. Δώρη Κυριαζή με τίτλο “Takime dhe shtresime gjuhësh në të folmet shqip dhe greqisht të Bregut të Detit”, που παρουσιάστηκε στο Διεθνές Αλβανολογικό Συνέδριο με θέμα «Πολιτιστικές γέφυρες της Χιμάρας και της αρμπερέσικης διασποράς κατά τους XVI-XVIII αιώνες” (Αυλώνα, 10-11 Νοέμβρη 2015).

 

Γλωσσικές επαφές και επιστρωματώσεις
στην περιοχή Χιμάρας*

 

Δώρης Κ. Κυριαζής
Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
kyrdoris@lit.auth.gr

 

Συλλέγοντας την αναγκαία ύλη για την παρούσα μελέτη, αλλά και κατά την επεξεργασία της, περνούσε συχνά πυκνά από το μυαλό μου ένα απόσπασμα της εισαγωγής του κροάτη ιστορικού Milan Šuflay στο μεγαλειώδες έργο του ACTA ET DIPLOMATA RES ALBANIAE MEDIAE AETATIS ILLUSTRANTIA[1]: Albania : μονάς, in qua tamquam in speculo totius peninsulae Haemi cernitur κόσμος (Αλβανία : μονάδα, από την οποία φαίνεται σαν σε καθρέφτη όλος ο κόσμος της Βαλκανικής χερσονήσου).

Οι λέξεις μονάς και κόσμος αποτελούν το κλειδί της προσέγγισης και εξέτασης της γλωσσικής ύλης, είναι το μονοπάτι στο οποίο οφείλουμε να βαδίζουμε: από το ειδικό στο γενικό, από το τοπικό στο διατοπικό, από τη συγχρονία στη διαχρονία, από τη μονάδα στο παράδειγμα, και ούτω καθ’ εξής.

Επιτρέψτε μου να θέσω υπ’ όψιν σας ένα ενδιαφέρον στοιχείο.  Σε χρηστήριο έλασμα[2] που βρέθηκε στο Μαντείο της Δωδώνης και που χρονολογείται στο α΄ μισό του δ΄ π.Χ. αιώνα, αναφέρεται :

χειμάρα

(Σχετικά με την εγκατάσταση από τους κατοίκους της Χιμάρας, [υποβάλλουν το ερώτημα] εάν θα πρέπει (ή μπορούν) να εγκατασταθούν εδώ). 

Από το κείμενο του ελάσματος δεν καταλαβαίνουμε τι μέρος έχουν επιλέξει να εγκατασταθούν οι πανάρχαιοι αυτοί Χιμαραίοι, ούτε και τους λόγους που τους ώθησαν να μετοικήσουν. Προς το παρόν, για τις ανάγκες της μελέτης μας έχει σημασία το γεγονός ότι ταξιδεύουν κάπου αλλού, διασχίζουν θάλασσες και στεριά, στήνουν δηλαδή πανάρχαιες γέφυρες, και ότι το ερώτημα προς το Μαντείο διατυπώνεται στη δωρική διάλεκτο της αρχαίας ελληνικής.

Άλλωστε η Χιμάρα διατηρούσε αδιάλειπτες επαφές με την ενδοχώρα και τις απέναντι ακτές, πριν και μετά την περίοδο που εξετάζει η παρούσα συνάντηση, και όχι μόνο με τον κόσμο των Αρμπερέσηδων. Ξεκινώντας την παρουσίασή μου με χιουμοριστικές πινελιές, θα σας έλεγα ότι το έτος 1878, ο πολυταξιδεμένος λόγιος Βασίλειος Ζώτος Μολοσσός, από τη Δρόβιανη Δελβίνου, μιλώντας για το Πάνορμον ή Παλέρημον Χιμάρας, έγραφε ότι «έντευθεν ακούγονται οι πετεινοί των χωρίων Οτράντου της Ιταλίας»[3]. Και μιας και αναφέραμε τους πετεινούς, ακούστε και τους ακόλουθους στίχους: “Një të diel në mëngjes, / ç’u ndez një gërnjë ç’u ndez, / himariotë me kallavrez, / sebepi ishte një këndez”[4]. Εμείς, βέβαια, συναντιόμαστε σήμερα για ένα πολύ πιο σπουδαίο και ουσιώδη λόγο.

Είναι γνωστό ότι οι Χιμαριώτες ταξίδευαν στις απέναντι ακτές: “Mua ç’më qëndroi rëndë, / ndaj vaçë në Otrënt”[5]. “Ç’i muar krajlitë me radhë,/ Venet e Napulitanë./ E më larg në Ispanjë”[6]. Ότι επίσης υπήρξαν έμπειροι θαλασσοπόροι: “O karav me derte shumë, / ku të zu ajo furtunë, / apo e bënë maksus, / të na nxjerrësh n’ Othonus, / o ndë nisi ndë Korfus? / O kanal Korfu me shkumë, / na të njo[h]më e ti më shumë, / ule pakë atë furtunë, / se na prishë shumë punë. / Ule pakë terezinë, / të dërrmojmë osmanllinë, / kërkon të na djeg’ shtëpinë”[7]. Τόσο δεμένοι ήταν με την απέναντι ακτή, που η λέξη Pujë (Puglia, Απουλία) από τοπωνύμιο χρησιμοποιείται στο Κηπαρό (Qeparo) και αλλού ως προσηγορικό και σημαίνει το βορειοδυτικό σημείο του ορίζοντα (U nxi puja, do bjerë shi. / Μαύρισε η πούγια, θα βρέξει.), ή ως επίρρημα με τη σημασία ‘συννεφιασμένα, συνοφρυωμένα’ (Ç’ke, moj, që rri pujë? / Τι έχεις, καλή, και κάθεσαι πούγια;)[8]. Στους Καλαράτες (Kallarat), χωριό στην ανατολική πλευρά των Ακροκεραυνίων, την ίδια ονομασία φέρει ο ψυχρός αέρας που έρχεται από τα μέρη της θάλασσας[9].

Χάρις σ’ αυτά τα ανοίγματα και στα διά θαλάσσης ταξίδιά τους οι Χιμαριώτες γίνονται κάτοχοι ξένων γλωσσών, οι οποίες, ασφαλώς, αφήνουν ίχνη στα τοπικά γλωσσικά ιδιώματά τους: “Kost’ Andruci deli,/ i pari ndë Arbëri, / ndë Napul e Veneti, / me të madhe histori. / Flisje rumçe, galisti, / italiançe n’Itali, / nemçenë në Bavari, / anglikançe në Angli, / turçen flisje në Turqi,/ dhe gërqishten në Gërqi”[10].

Η παραλία των Δρυμάδων (photo: Wikipedia)

Οι πολλαπλές γέφυρες της Χιμάρας με τον κόσμο μαρτυρούνται και από την ιστορία των γλωσσικών επαφών και της επιστρωμάτωσης γλωσσών στα αλβανικά και ελληνικά τοπικά γλωσσικά ιδιώματα της περιοχής Bregu i Detit. Οι επαφές και οι επιστρωματώσεις αυτές μπορεί να ανιχνευθούν σε ορισμένα πεδία της γλωσσικής ανάλυσης, διότι είναι γνωστό ότι το λεξιλόγιο και τα τοπωνύμια, ύστερα η μορφοσύνταξη και η φωνολογία, μας βοηθάνε να ανασυστήσουμε τον χάρτη των πρωιμότερων φάσεων των γλωσσών που χρησιμοποιούνται σήμερα στην εν λόγω περιοχή.

Στη σύντομη παρουσίασή μου θα σταθώ σε παραδείγματα αντλημένα από το πλούσιο τοπωνυμικό υλικό της παραλιακής αυτής ζώνης του Ιονίου, ξεκινώντας από την/τον Αυλώνα (Vlorë/Vlonë) και κατεβαίνοντας προς τους Αγίους Σαράντα (Sarandë). Το υλικό που διαθέτουμε, παρότι δεν βασίζεται σε μια εξαντλητική καταγραφή των τοπωνυμιών της περιοχής, αρκεί για να καταλήξουμε σε ορισμένα προκαταρκτικά συμπεράσματα, τα οποία θα ενισχυθούν και από τα στοιχεία των άλλων επιπέδων γλωσσικής ανάλυσης, που θα ενσωματωθούν στην οριστική μορφή της παρούσας εργασίας.

Η περιοχή Bregu i Detit μοιάζει με ένα ανοιχτό βιβλίο όπου βρίσκουμε τοπωνύμια σχηματισμένα από γλωσσική ύλη α) της αλβανικής β) της ελληνικής (αρχαίας / μεσαιωνικής / νέας) γ) της λατινικής / νεολατινικών γλωσσών δ) της σλαβικής ε) της αραβικής και στ) της τουρκικής.

-Για τα αλβανικά τοπωνύμια παρατηρούμε ότι αποτελούν την συντριπτική πλειοψηφία των μακρο- και μικροτοπωνυμίων, σαφώς διακριτών και συχνά διμελών, με πρώτο συστατικό τις λέξεις Bregu, Llaka, Fusha, Mali, Qafa κτλ. (Βλ. Sotiri 2001[11], Laska 2012[12], Gjikuli 2008[13], Baxheri 2010[14]). Στη Νίβιτσα (Nivicë), λ.χ., βρίσκουμε Veshti i Shore, Bregu i Gjonadeit, Bregu i Priftit, Bregu i Mbretes, Kodër e Madhe, Kishë e Pece, Shqopia e Pikule, Rrushkulli i Gjone, Përroi i Duke, Qafe e Shen Argjerit, Pylli i Brodanit, Kroi Krekëzës, Kroi i Gjine, Kroi i Volloderit etj., ενώ στη Χουντετσόβα (Hundecovë) Koridhe, Nenëqishe, Mollëz, Lumar, Zall, Përmëqire, Vjeshtake, Guri i Dhimgjikës, Lisat e Purrënje, Llaka e Vathit të Mëksh, Llaka e Martaçes, Llaka e Mirgales, Llaka e Lerës, Prroi i Shtogut, Ullinjt e Shumt κ.ά.

-Για τα τοπωνύμια ελληνικής αρχής διαπιστώνουμε ότι, αν και απαντάνε καθ’ όλη την παραλιακή γραμμή από την/τον Αυλώνα και μέχρι το Βουθρωτό, πυκνώνουν ωστόσο σε ορισμένα σημεία του Bregu i Detit (Παλάσα, Δρυμάδες, Χιμάρα), ενώ αλλού αραιώνουν (Πικέρας – Piqeras) ή απαντάνε κυρίως ως μακροτοπωνύμια. Επίσης, μερικά βρίσκουν τα αντίστοιχά τους στις απέναντι ακτές των Διαποντίων Νήσων (Μαθράκι, Ερείκουσα, Οθωνοί), της Κάτω Ιταλίας και των Επτανήσων. Βασικό τους χαρακτηριστικό είναι τα αρχαϊκά γνωρίσματα, αλλά και η μοναδικότητα, πράγμα που σημαίνει ότι ορισμένα απαντάνε μόνο εδώ. Ένα άλλο χαρακτηριστικό τους είναι το ότι είναι συνήθως μονομελή και σχηματίζουν παραδείγματα (σειρές) σαφώς διακριτά και αναγνωρίσιμα σε ό,τι αφορά τη δομή και τα παραγωγικά τους μοντέλα.  Δεν θα σταθούμε σε λεπτομέρειες μιας και θα ξαναπιάσουμε το ζήτημα αυτό στη συνέχεια.

-Για τα λατινικά/νεολατινικά τοπωνύμια βλέπουμε ότι είναι αριθμητικά λιγότερα σε σχεση με τις δυο προηγούμενες ομάδες. Ας πάρουμε το παράδειγμα του Qafë e Gjashtës στην είσοδο της πόλης των Αγίων Σαράντα, όπου ένα χαρακτηριστικό φυτό όπως ο σπάρτος, αλβ. gjeshtra (< λατ. genista) και gjineshtra (< ιταλ. ginestra), φαίνεται να αποτελεί τη «μαγιά» του τοπωνυμίου αυτού[15], κι αυτό βασίζεται και στο γεγονός ότι αλλού απαντά το τοπωνύμιο Grik e Spartésë[16] (< ελλ. σπάρτος, σπαρτιά) δίπλα στα Qafa e Mbretes, e Cmartes κτλ., που είναι και αυτά φυτοτοπωνύμια. Από το νεολατινικό στοιχείο αναφέρουμε το τοπωνύμιο Barbaká / Μπαρμπακάς του κάστρου της Χιμάρας, που ανάγεται στο βενετικό barbacan, με τη σημασία ‘προτείχισμα, προμαχώνας’[17].

-Τα τοπωνύμια σλαβικής προέλευσης που απαντάνε στην παραλιακή γραμμή Αυλώνα – Άγ. Σαράντα είναι περιορισμένου σχετικά αριθμού και παρουσιάζονται ως οικωνύμια  (Lukovë, Hundecovë, Nivicë, Sopot, κ.ά.), ορωνύμια (Pogonicë, Prapanicë, Heremec, Gllavë[18], κ.ά.), υδρωνύμια (Vombló, Bunec), ως άλλες ονομασίες (Vanovë, Kremesovë) ή ως μικροτοπωνύμια (Varikó, Prroi Gërbenit, Prroi Soponicës, Moçale, Bujan e Qëndre, στο Piqeras[19]), κτλ.

-Για τα τοπωνύμια αραβικής προέλευσης ή επιρροής οφείλουμε να επισημάνουμε ότι είναι η πρώτη φορά που γίνεται μια τέτοια εξέταση για την περιοχή Bregu i Detit. Εδώ προκύπτουν ενδιαφέροντα ευρήματα όπως είναι αφενός το τοπωνύμιο Σαρατσσίγκο [saraçíngo] στη Χιμάρα ή τα Ζάμαρη / Zamar πάλι στη Χιμάρα (στο Fusha e Livadhit, όπου καταλήγει στη θάλασσα ο χείμαρρος της Βήσσας, Përroi i Vishës) και  Shámari (Kodrat e Shamarit) στο Bajkaj Δελβίνου, συγκρίσιμα με το τοπωνύμιο (χάνδεκ) Εξαμάρ, που μαρτυρείται στη Σικελία (έτος 1134) και σχετίζεται με το αραβ. ḫandaq aš-šamār ‘vallone dei giunchi / κοιλάδα με βούρλα’[20].

Αραβικής πιθανότατα ρίζας είναι και τα προσηγορικά harcë-a ‘shkëmb me thepa, ose gurë me thepa / αιχμηρός βράχος, ή πέτρες αιχμηρές’ (Sotiri 184), που το βρίσκουμε και ως τοπωνύμιο στο Piqeras, Maj’ e Harcës[21],   και harcale -ia ‘vend me shkëmbinj të thepisur e maja-maja / μέρος με αιχμηρά βράχια’[22], που απαντά και ως τοπωνύμιο Harcale (Kadafiqi me Harcale, Çorraj)[23]. Η τελευταία λέξη είναι συγκρίσιμη με την ελληνική ιδιωματική χάρτσαλο ‘τόπος με πέτρες και βράχια’ (Δέλβινο, Αργυρόκαστρο)[24], που σχηματίστηκε μάλλον από μια βάση *χάρτσο και με το επίθημα –αλο[25]. Για την κατάληξη –ale βλ. και τη λ. hundale, –ia ‘cepi i një bregu, i një kodre a i një kreshte, i dalë përpara në formën e një xhunge me majë / άκρη, προεξοχή μιας όχθης, ενός λόφου κλπ.’[26], αλλά εκεί πρόκειται μάλλον για κάτι άλλο, αν ισχύει το hundale < hundë + dal(ë) + e. Τη λ. harcë τη συνδέουμε με την παρόμοιά της χαρσίαχάρσια] της ελληνικής της Σικελίας (μαρτυρείται το 1141), ‘terreno roccioso, non coltivabile’ < αραβ. haraš ‘scabrosita’, harš ‘bosco, foresta’[27]. Διαφορετικά ετυμολογεί ο Ε. Çabej, που συνδέει τη λ. αυτή με το ρήμα harr, har[28]. Το ίδιο και ο καθ. Κ. Topalli (προφορική ανακοίνωση).

Η λέξη έχει καταγραφεί και από τον A. Xhuvani, ξανά στη Χιμάρα: harcall –i, harcej-t ‘shkëmb i thepisur / αιχμηρός βράχος’[29]. Στο ίδιο σημείο αναφέρονται και οι τύποι harc, harrc, arc –i, ‘vend me gurë të thepisur / μέρος με αιχμηρούς βράχους’, πληθ. harce-a ‘maja gurësh’, με τους οποίους φαίνεται να έχει σχέση το τοπωνύμιο Hasi ή Maja e Hasit (Piqeras), για το οποίο μαθαίνουμε ότι ‘është pjesë shkëmbore… [që] thuhet se ka qenë e mbushur me lisa / είναι βραχώδες μέρος… όπου λένε ότι υπήρχαν πολλά δέντρα’[30], κάτι που έρχεται σε πλήρη συμφωνία με τις σημασίες ‘bosco, foresta’ της λ. harš, που δίνει ο Caracausi. Αξιζει να σημειωθεί ότι η λ. harcë απαντά και στις δυο γλώσσες δίπλα στη λ. shkëmb/βράχος, άρα εμφανίζεται ως επιτατικό συνώνυμό της. Μέχρι στιγμής δεν μπορέσαμε να εξακριβώσουμε αν η λ. αυτή μαρτυρείται και στη χιμαριώτικη ελληνική ντοπιολαλιά, αλλά η καταγραφή Xhuvani (harcall –i) είναι μια ισχυρή ένδειξη για την ύπαρξή της.

Και το τοπων. Gajdar / Gajdhar ‘luginë e vogël’ (Nivicë), καθώς και η λ. Gajdar στο τοπων. Ura e Gajdarit, με την οποία ονομάζεται ο χείμαρρος που κατεβαίνει από τα μέρη της Νίβιτσας (Nivicë) και ενώνεται με το ποτάμι Καλεσιώτη  (Kalasë), φαίνεται να είναι υβριδικός τύπος του αραβ. ġadīr ‘stagno, palude’[31]  και του ελλ. γάιδαρος. Οι ιδιότητες της περιοχής δικαιολογούν την ονομασία αυτή, καθώς ο Βaxheri την χαρακτηρίζει ως θαμνώδες και βαλτώδες μέρος[32].

Αναφερόμενοι ξανά στον Caracausi, ίχνη της αραβικής βρίσκουμε και στον τύπο Palermo των αντίστοιχων τοπωνυμίων Σικελίας και Χιμάρας: Παλέρμου t[opon]. Da gr.ant. Πάνορμος t. (freq.) attraverso [μέσω] arab. Balarm. Cfr. arab. madīnah balarm ‘città di Palermo’[33].

-Τα τουρκικής προέλευσης τοπωνύμια είναι και αυτά περιορισμένου αριθμού. Αναφέρουμε ενδεικτικά τα Karaburun (το kara– έχει εδώ τη σημ. ‘μεγάλος’ και όχι ‘μαύρος’) και Pasha-Liman. Στη δεύτερη περίπτωση είναι ενδιαφέρουσα η ύπαρξη του τοπων. Limnjón ή Limjón στους Αγ.Σαράντα και Κηπαρό (Qeparo), υποκοριστικός τύπος του αρχ.ελλ. λιμήν, που πέρασε στην τουρκική και από εκεί ξανά στην ελληνική με τον τύπο λιμάνι, αλβ. liman.

Ύστερα από την γρήγορη αυτή ματιά στα τοπωνύμια της περιοχής δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς ότι τα τοπωνυμικά ίχνη οφείλονται σε φορείς διαφόρων γλωσσών, οι οποίοι πέρασαν από εκεί κατά καιρούς και παρέμειναν άλλος περισσότερο άλλος λιγότερο. Δεν χωράει αμφιβολία ότι, αριθμητικά, μετά τα τοπωνύμια που πλάθονται με αλβανική «ζύμη», ακολουθούν τα τοπωνύμια ελληνικού ετύμου. Το ειδοποιό χαρακτηριστικό των τελευταίων σε σχέση με όσα ανάγονται σε άλλες γλώσσες είναι ότι οι φορείς τους σχηματίζουν σήμερα διακριτές γλωσσικές κοινότητες σε τρία σημεία της περιοχής Χιμάρας.

Το σημείο όπου υπήρξε πινακίδα με την ένδειξη KASANEOS

Τα τοπωνύμια διασώζουν συχνά τα ίχνη της κατάστασης διγλωσσίας, ελληνικής και αλβανικής, όπου παράγονταν και ήταν λειτουργικοί στίχοι όπως οι ακόλουθοι: “Lafiqera slafiqera / tithelis, posaqepera / katrapara, skatrapara / kagurudha, skagurudha”[34]. Η διγλωσσία αυτή εκδηλώνεται και στις ταυτολογικές δομές, που εμφανίζονται συνήθως ως διμελή συντάγματα: Lëmi i Allonaqit (Vuno[35]), Hunda e Hostonit (Qeparo), Shkëmbi i Radhoit (Nivicë), κτλ. Με τις συνθήκες διγλωσσίας ερμηνεύονται και οι σημασιολογικές παρεμβολές, όπως για παράδειγμα στο ρήμα παίργιομαι ‘ασχολούμαι με κάτι, επαγγέλλομαι’[36], που απαντά αλλού ως παίρομαι ‘id.’ (Δέλβινο, Αργυρόκαστρο), επηρεασμένο από το αλβανικό merrem (me diçka). Η διγλωσσία φαίνεται και από τους ισογραμματισμούς του τύπου μου θυμήθηκε ‘θυμήθηκα’, τση θυμήθηκε ‘θυμήθηκε’, που απαντάνε στη Χιμάρα, στην Κέρκυρα και στα Διαπόντια Νησιά, αλλά και στην αλβανική m’u kujtua, iu kujtua, κλπ.

Παρουσιάζει ενδιαφέρον να εξεταστούν οι τύποι τοπωνυμιών στις δυο γλώσσες/ιδιώματα, πράγμα που αναδεικνύει την ξεχωριστή πορεία τους, αλλά και τις διαχρονικές επαφές των φορέων τους. Να συγκριθούν λ.χ. τα Vlorë/Vlonë και Αυλών-ας στην Άρτα Αυλώνα, ή το τοπων. Fitá (< ο φυτάς < ο φτας < Οφτάς < οφτός/οπτός ‘[νερό] που βράζει εύκολα’ + επίθημα -άς), ονομασία πηγής στα νότια του κάστρου, στη ρίζα του Λιβαδιού, Χιμάρα: për Buzën e Barbakait / dhe për ujë të Fitait[37], το οποίο απαντά στα ελληνικά της Χιμάρας ως (N)Αφτάς. Με παρόμοιο τρόπο, Kastané και Kasanéos. Στο οικωνύμιο Vunó, που χρησιμοποιούν οι Αλβανόφωνοι, αντιστοιχεί το Βούνο της ελληνικής, το οποίο βρίσκουμε και στην απέναντι Κέρκυρα.

Όπως σημειώσαμε συνοπτικά και παραπάνω, τα τοπωνύμια ελληνικού ετύμου της περιοχής Χιμάρας σχηματίζουν σειρές (παραδείγματα) σαφώς διακριτές, απ’ τις οποίες η πιο χαρακτηριστική είναι εκείνη με την περιληπτική παραγωγική κατάληξη –έος, που, μαζί με την τροπή σε s του συμπλέγματος -st-, προσδίδει στις ντοπιολαλιές της Χιμάρας-χωριού, των Δρυμάδων και της Παλάσας γνωρίσματα ενός αυτοτελούς υποστρώματος (βλ. λ.χ. το τοπωνύμιο Κασανέος ‘καστανεώνας’ στη Χιμάρα). Σε πρόσφατη μελέτη μας είχαμε οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι «το ελληνικό ιδίωμα της Χιμάρας δεν συγκεντρώνει χαρακτηριστικά ειδικής ή αποκλειστικής συγγένειας με κανένα απó τα υπόλοιπα νεοελληνικά ιδιώματα που να δικαιολογούν την προέλευσή του από μια συγκεκριμένη περιοχή» της ελληνόγλωσσης επικράτειας, και τονίζαμε ότι τα γλωσσικά δεδομένα δείχνουν πως «η ελληνοφωνία στην περιοχή είναι αρκετά παλιά» και ότι «η καλύτερη γνώση του συγκεκριμένου ιδιώματος και της σύνθετης εικόνας των νεοελληνικών διαλέκτων … θα εμπλουτίσουν περαιτέρω τη σχετική επιχειρηματολογία»[38].

Τώρα μας δίνεται η ευκαιρία να επεκτείνουμε και συμπληρώσουμε τη διατύπωση αυτή και να τονίσουμε ότι το τοπωνυμικό υλικό της ελληνικής, μαζί με τα αντίστοιχα προσηγορικά, είναι αυθεντική μαρτυρία εκείνου που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε «μερική ασυνέχεια/διαφοροποίηση εντός ενός γενικότερου χωροχρονικού συνεχούς», το οποίο στην  περίπτωση της Χιμάρας περιλαμβάνει διαχρονικά τα ελληνικά γλωσσικά ιδιώματα των Αγ. Σαράντα, του Δελβίνου και του Αργυροκάστρου, τα ιδιώματα της Επτανήσου και των Διαποντίων Νήσων, καθώς και τα ιδιώματα της Μεγάλης Ελλάδας [Magna Graecia] και της Άρτας Αυλώνα.  Το ελληνικό γλωσσικό ιδίωμα της Χιμάρας σχηματίζει ειδικά και γενικά ισόγλωσσα με τα προαναφερθέντα. Ας δώσουμε κάποια παραδείγματα, αντλώντας στοιχεία από το πεδίο των τοπωνυμιών.

Τα τοπωνύμια Κάκοψον, Κάλοψον, που καταγράφει ο μελετητής Δ. Βαγιακάκος για τη Χιμάρα[39], ονομασίες χωραφιών, καθώς και τα όμοιά τους Καλόψος, Κακόψος, ονομασίες πηγών της ορεινής περιοχής Θεολόγου  Δελβίνου, συνδέονται με τα επίθετα κάκοψος ‘δύσβραστος’[40], κάλοψος τόπος ‘το έδαφος το παράγον εύβραστα όσπρια και λάχανα’[41]. Βλ. και κάκοψος ο ‘1.ξηρός καρπός με άγευστο εσωκάρπιο’[42], και κάλοψος ο ‘1.εύγευστος 2.εύθριπτος’[43], που απαντάνε στα Επτάνησα και αναφέρονται αντίστοιχα στις ιδιότητες της καλλιεργήσιμης γης και των καρπών της[44]. Στην περίπτωση των πηγών, η σημασία των επιθέτων αυτών επεκτείνεται και στις ιδιότητες του νερού: «Πώς θα μπορούσαν να κάμουν τα νερά του ‘Κάκοψου’ –της βρύσης του χωριού- κάλοψα[45].

Αναφορικά με τη χρονολογία των τοπωνυμίων αξιοσημείωτη είναι η ονομασία Παγά (αλβ. Pagá-i) που απαντά σε τρία σημεία της παραλιακής γραμμής της Χιμάρας[46], αλλά και στην Κεφαλλωνιά. Ως γνωστόν, η λ. παγά φέρει χαρακτηριστικά δωρικής, αρχαιοελληνικής διαλέκτου όπου το μακρό η εμφανίζεται ως μακρό α. Πβ. το κλασικό παράδειγμα μηχανή > δωρ. μαχανά / makʰaná > αλβ. mokën/mokër ‘(χειρό)μυλος’. Επίσης, το τοπωνύμιο Kalaja/Maja e Karosit[47], που απαντά στο Κηπαρό (Qeparo), σώζεται ως προσηγορικό στην Κάτω Ιταλία: κάρρος ‘cerro’ (έτος 1056), παράβαλε στο λεξικό του Ησυχίου τη λ. καρρός· φυτόν και το μποβέζικο kárru ‘cerro’, που  ο Caracausi το θεωρεί ‘termine del sostrato’[48].

Με την ίδια λογική το τοπων. Petrúna στους Δουκάτες (Dukat)[49] συγκρίνεται με το Petroná, όνομα χωριού στο Catanzaro, από την αρχ.ελλ. λ. πετρών, βλ. και Πετρωνάς, όνομα ποταμιού της Καρπάθου[50]. Δίπλα στο Petroná μπορεί να τοποθετηθεί ο τ. *Strakoná, που μαρτυρείται ως Strakëná στα δημοτικά τραγούδια της Χιμάρας: kaftuan Strakënanë* (*ελληνικό νησί απεναντι από τα χωριά του Bregu i Detit)[51]· Qeparotë në Himarë, / muarr gjemit’ e vanë, / kaluanë Strakënanë[52], αλλά το βρίσκουμε και ως κατάρα στους Καλαράτες (Kallarat): Vafsh në Strakëna![53] και Δρυμάδες: Να πας σ(τ)α Σ(τ)ραχνά![54]. Ο μαρτυρημένος τύπος Aστακονήσι, μια άλλη ονομασία του νησιού Οθωνοί, μας επιτρέπει να αποκαταστήσουμε έναν δωρικό τύπο *Οστ(ρ)ακονάσιον[55], απ’ όπου μπορεί να πηγάζει το Strakëná, όπως στην περίπτωση Karavastá < Καραβοστάσιον. Ο τελευταίος αυτός τύπος,  Strakëna, αποκτά ιδιάζουσα σημασία διότι είναι ενδεικτικό της διαχρονικής επαφής των δυο γλωσσών, ειδικά της περιοχής Χιμάρας και των Διαποντίων Νήσων, καθώς και της διάσωσης στοιχείων της δωρικής διαλέκτου στα ελληνικά και αλβανικά ιδιώματα της περιοχής Bregu i Detit.

Όπως έχουμε ήδη επισημάνει, τα τοπωνύμια ελληνικού ετύμου σχηματίζουν διακριτά παραγωγικά παραδείγματα (σειρές): Ας δούμε λ.χ. το τοπωνύμιο Hostón, ‘pjesa më lindore e plazhit, ku më tutje fillon bregdeti shkëmbor / το ανατολικότερο τμήμα της παραλίας, όπου αρχίζει το βραχώδες μέρος της’ < ελλ. χωστός, -ή, -όν ‘made by earth thrown up’[56]. Βλ. και τον παθητικό τύπο του ρ. χόω, ‘to be filled with earth, esp. on bays in the sea, to be silted up’[57], καθώς και το τοπων. Αμμόχωστος στην Κύπρο. Στο παράδειγμα αυτό μπαίνει και το τοπων. Orotó ‘vend i tarracuar, dikur me vreshta e sot me ullinj, sipër e poshtë rrugës këmbësore Qeparo-Borsh, përtej të cilit fillon zona malore e papunuar. / μέρος με αναβαθμίδες, άλλοτε με αμπέλια και σήμερα με ελαιόδεντρα, από την πάνω και την κάτω πλευρά του δρόμου Κηπαρού-Μπόρσι· στη συνέχεια αρχίζει το ορεινό μη αρόσιμο μέρος. Nga gr./Από ελλ. orotós[58]. Παράβαλε και Οροτός ή Αροτός ‘αρόσιμος’, στο Τσαμαντά, χωριό στα ελληνοαλβανικά σύνορα, κοντά στην Κονίσπολη, τα οποία, ως μορφή και περιεχόμενο, σχετίζονται με την αρχ.ελλ. λ. αροτός, -ή, -όν ‘arable’[59]. Στην ίδια σειρά εντάσσονται και τα τοπων. Petastói (< *πεταστός < πετάζω) ‘mal që është anameso me Krorëzën dhe Kakomen / βουνό που βρίσκεται ανάμεσα Ακρόρριζας και Κουκαμιάς’[60], (συγκρίσιμο με το Petazmë στους Λιάτες/Iljas): Që ushton përroit të Mardhës, / lart Viroit e Petazmës[61], και με το Στον Πετάσονα στην Κέρκυρα[62]), καθώς και το Plakotói (< πλακωτός)[63], κ.ά.

Αξιοπρόσεκτη είναι και η διάδοση του τοπων. Radhúa,-ói, συγκρίσιμου με το προσηγορικό ραδιό ή ραϊδιό (το) ‘κρημνός, απότομος ψηλός βράχος’, που απαντά σε μέρη της Ηπείρου[64]. Το τοπωνύμιο αυτό εμφανίζεται είτε αυτοτελώς είτε ως μέρος διμελούς λεκτικού συντάγματος: Radhúa, ‘pllajë mali me gurë të mëdhenj / βουνοπλαγιά με μεγάλες πέτρες’[65]. Το τοπων. το συναντάμε και στη Νίβιτσα (Nivicë) ως Shkëmbi i Radhóit, σχηματισμένο από δυο ταυτολογικά συστατικά[66]. Εδώ συγκαταλέγεται μάλλον και το τοπων. Μπουφοράδι στην Παλάσα, που σημαίνει ίσως Του Μπούφου ο Βράχος. Παράβαλε και το τοπων. Te Radhói* në Dëllënjë (*σειρά από βράχους στο όρος Lugare – Llogora / Λογαρά)[67].

Κλείνουμε τη σύντομη αυτή ενότητα με τη σειρά τοπωνυμίων που αρχίζουν από ακρο- (akro-): Malet Akrokeraune (Ακροκεραύνια Όρη), Akronisos (Σάζων … η άλλοτε Ακρόνησος)[68], Kortiri (Κωρτήρι), (βλ. Akrotiri, Ακρωτήρι) στη Χιμάρα, Padhjakotiri/ Παδιακωτήρι (< *Πάγιο Ακρωτήρι) στην Άρτα Αυλώνα, Krorëza (βλ. *Αkroriza < Ακρόρριζα) στη Νίβιτσα (Nivicë), ενώ από τα τοπωνύμια με βάση ονόματα αγίων ή/και εκκλησιών αναφέρουμε τα Sarandë (< Άγιοι Σαράντα), Jonufër (< Άγιος Ονούφριος) και Shën Ajonikolla[69], όπου συνυπάρχουν τα συνώνυμα shën (< λατ. sanctus) και άγιος[70].

Στη συνέχεια των όσων είπαμε για τα τοπωνύμια, και προκειμένου να δούμε πώς εκδηλώνεται η γλωσσική επιστρωμάτωση  στην περιοχή Bregu i Detit, παραθέτουμε ορισμένες από τις ονομασίες με σημασιολογικό πυρήνα την ‘προέκταση, πρόσχωση, προεξοχή της στεριάς στη θάλασσα’: Gjuhëza, Kepi i Gjuhë(zë)s), Χαλί, Πούdα του Χαλίου[71], Kapo Qefali, Hunda, Hundale, Hostoni, Hunda e Hostonit, Karaburuni, Kortiri, Narta κτλ., όπου είναι παρούσες η αλβανική (gjuhëz ‘γλώσσα’, hundë ‘μύτη’), η ελληνική (κεφάλι, κωρτήρι, δωρ. χαλίον, χωστόν), η σλαβική (Nartë / Artë / ελλ.  Άρτα < rъtъ ‘κάβος, προεξοχή, ύψωμα’), η ιταλική (punta ‘μύτη’, capo ‘κεφάλι’), και η τουρκική (kara-burun ‘μεγάλη μύτη’).

Ας στραφούμε για λίγο και σε ένα άλλο πεδίο, εξίσου ενδιαφέρον, σημαντικό, κι όμως αδιερεύνητο μέχρι σήμερα, που μας μεταφέρει σε μεταγενέστερες εποχές, όταν η Χιμάρα έστηνε νέες γέφυρες με τον γύρω κόσμο. Αναφέρομαι στα ανθρωπωνύμια που σχετίζονται με την ελληνική αρχαιότητα και που αρχίζουν να εμφανίζονται στους κατοίκους της περιοχής στο ξεκίνηημα του 19ου αι., τότε που ετοιμαζόταν το έδαφος για την έκρηξη της ελληνικής απελευθερωτικής εξέγερσης του 1821. Η διάδοση και χρήση τέτοιου είδους ονομάτων σε μέρη της σημερινής νότιας Αλβανίας  βρίσκει την εξήγησή της στο γεγονός ότι εδώ η πολιτιστική επίδραση της ελληνικής υπήρξε εντονότερη και ότι το κύμα φιλελληνισμού που είχε καταλάβει τότε την Ευρώπη δεν πέρασε χωρίς να αφήσει ίχνη στους κατοίκους της ευρύτερης περιοχής. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι, με βάση το σκεπτικό και τις προσδοκίες της εποχής εκείνης, η απελευθέρωση της Ελλάδας θα βοηθούσε και στην απελευθέρωση των υπόλοιπων λαών της Βαλκανικής από τον τουρκικό ζυγό, και ότι η ελληνική Μεγάλη Ιδέα και οι λοιποί βαλκανικοί μεγαλοϊδεατισμοί  δεν είχαν εκδηλωθεί ακόμα.

Το ότι η Ανατολική Εκκλησία και το Οικουμενικό Πατριαρχείο αντιτάχθηκαν στην τάση χρήσης κύριων ονομάτων που παρέπεμπαν στην Αρχαία Ελλάδα, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η διαδικασία αυτή συνδέεται κατ’ αρχάς με τους διαφωτιστικούς ανέμους που έπνεαν στα Βαλκάνια και στην Αρβανιτιά εκείνης της εποχής, και ότι τα σχολεία σε ελληνική γλώσσα, παρά την όποια επιρροή της Εκκλησίας, υπήρξαν εστίες διάδοσης των ιδεών του διαφωτισμού.

Ακόμη και σήμερα συνεχίζεται η παράδοση χρήσης τέτοιων ονομάτων όπως των Epaminonda, Minella, Sofokli, Perikli, Irakli, Klearho, Kleanth, Qimon, Persefoni, Melpomeni, κτλ. (Σε ελληνόφωνη οικογένεια της Χιμάρας καταγράψαμε τα ονόματα Διομήδης, Θρασύβουλος, Κλεάνθης, Ηρακλής). Στην περιοχή Χιμάρας είναι αρκετά συχνό και το όνομα Πύρρος/Pirro, πράγμα που σημαίνει ότι ο πληθυσμός της περιοχής αυτής είχε διαμορφώσει αρχικά μια τοπική ταυτότητα, που βασιζόταν στην ένδοξη και με βάθος χρόνου ιστορία της. Ενδεικτική του απόηχου της Ελληνικής Επανάστασης είναι και η χρήση του ονόματος Virón, που έφτασε στους αλβανόφωνους μέσω του αντίστοιχου Βύρων, εξελληνισμένης μορφής του Byron, προς τιμήν του μεγάλου άγγλου φιλέλληνα και ποιητή.

-II-

χειμαρα
Ο χωματόδρομος που οδηγεί στον Κασανέο

Τα γλωσσικά δεδομένα είναι το πιο αδιάψευστο τεκμήριο και το πιο χειροπιαστό επιχείρημα για την τότε πραγματικότητα και την σημερινή κατάσταση στην περιοχή.  Ο Norbert Jokl έγραψε κάποτε ότι είναι πολλά τα «ρυάκια», μέσω των οποίων, παράλληλα με τον ελληνικό πολιτισμό, η ελληνική γλώσσα «πλημμύρισε» την αλβανική[72], αφήνοντας πίσω της καρπερό έδαφος, θα προσθέταμε εκ των υστέρων εμείς. Ένα τέτοιο ρυάκι θα πρέπει να ήταν και η δίγλωσση από αιώνες Χιμάρα.

Είμαστε της άποψης ότι η συζήτηση είναι ή δεν είναι αρχαία η παρουσία της ελληνικής στην περιοχή Bregu i Detit πρέπει να θεωρηθεί πλέον ξεπερασμένη. Το να την κρατάμε ζωντανή, και μάλιστα με τον τρόπο που διεξάγεται μέχρι στιγμής, δηλαδή χωρίς επιστημονικά κριτήρια και αρχές, είναι σαν να τροφοδοτούμε με νερό έναν μύλο που αλέθει και αλέθει και παράγει μισές αλήθειες ή δήθεν αλήθειες. Στη συνέχεια θα αναφερθούμε σε ορισμένες από τις σχετικές με το ζήτημα αυτό απόψεις[73] και θα αναδείξουμε την τάση απολυτοποίησης και μετατροπής σε αξιώματα των υποθέσεων που διατυπώθηκαν κατά καιρούς.

Ως γνωστόν, στην επιστήμη δεν υπάρχουν θεοί και αυθεντίες· η μοναδική θεά της επιστήμης είναι η Αλήθεια, ενώ εμείς (οφείλουμε να) είμαστε υπηρέτες του ναού της. Οι μελέτες μας έχουν ανάγκη από μεθοδολογία, από σωστή μάλιστα μεθοδολογία, και όχι από συλλογισμούς του είδους «όπως είπε ή έγραψε ο τάδε», που παραπέμπουν σε παρωχημένες εποχές και νοοτροπίες!

Την ελληνική, λένε, την έφεραν στη Χιμάρα ο Άγιος Κοσμάς, ο Αλή πασάς, η Ανατολική Εκκλησία, τα απέναντι νησιά, η Κρήτη, η Μάνη κτλ.κτλ. Μόνο που όλες αυτές οι εικασίες πάσχουν από την έλλειψη εξέτασης των γλωσσικών δεδομένων, κι αυτό ισοδυναμεί με το να στήνουν κάστρα στην άμμο.  Ορισμένοι από τους εμπνευστές τους έχουν γνώση της έλλειψης αυτής και μάλιστα το ομολογούν δημόσια. Θυμίζω εδώ την περίπτωση του συγγραφέα Πέτρου Μαρκου (Petro Marko), ο οποίος όταν παρουσίαζε την εκδοχή του για τα ελληνικά της πατρίδας του Δρυμάδων, έλεγε εξαρχής σταράτα και με αφοπλιστική (για τους φανατικούς) ειλικρίνεια: “Το ζήτημα αυτό θα το λύσουν σωστά οι αρμόδιοι: οι ιστορικοί, οι γλωσσολόγοι”[74].

Ας πάρουμε με τη σειρά  τις απόψεις αυτές κι ας αρχίσουμε με τον Άγιο Κοσμά, η μορφή και οι προθέσεις του οποίου αμαυρώθηκαν και παραποιήθηκαν όσο δεν το φαντάζεται κανείς. Δεν τα έφερε εκείνος τα ελληνικά στη Χιμάρα, αλλά τα βρήκε εκεί, κι αυτό μας το μαρτυρά ο εξ Ιταλίας ιεραπόστολος Giuseppe Schiro (Zef Skiro)  από το έτος 1722[75], το μαρτυρά και το γεγονός ότι οι Χιμαριώτες απευθύνονταν στον Πάπα και στην Μεγάλη Αικατερίνη γράφοντάς τους στην ελληνική. Στα χρόνια που περιόδευσε ο Άγιος Κοσμάς στα μέρη της Ηπείρου και της νότιας Αλβανίας ο ελληνισμός δεν είχε διαμορφωθεί ακόμη ως εθνική ιδεολογία και ούτε υπήρχε ελληνικό κράτος. Συνεπώς κάνουν λάθος όσοι τον ονομάζουν πρόδρομο και φορέα του πνεύματος του ελληνισμού στην Αλβανία, αρχής γινομένης από ορισμένους έλληνες ιστορικούς, κινούμενους προφανώς από υπερβάλλοντα ζήλο.

Είναι αλήθεια ότι η ρήση του «μάθετε ελληνικά και όχι αλβανικά» ηχεί σήμερα ερεθιστική, όπως ηχεί εξίσου συγκινητική η περίπτωση του Nilo Katalano για τη διάδοση και καλλιέργεια της αλβανικής. Όμως ακούγονται έτσι από τα «αυτιά» του ΣΗΜΕΡΑ! Διότι ούτε ο πρώτος ούτε ο δεύτερος δεν είχαν κατά νου εκείνα που σήμερα τους προσδίδουν αποκόπτοντάς τους από τα ιστορικά συμφραζόμενα της εποχής κατά την οποία έζησαν και έδρασαν.

Την εποχή που έφτανε ο Κοσμάς στη νότια Αλβανία, η αντιμετώπιση του κύματος εξισλαμισμού απαιτούσε την ενίσχυση της θέσης της ορθοδοξίας και στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και η εδραίωση της θέσης της ελληνικής ως γλώσσας λειτουργίας της Ανατολικής Εκκλησίας. Προς άλλη κατεύθυνση κινήθηκαν οι εξ Ιταλίας μισιονάριοι, που επιδίωξαν να απευθυνθούν στο ποίμνιο χρησιμοποιώντας τη γλώσσα/γλώσσες του τόπου. Παρ’ όλα αυτά η Δυτική Εκκλησία δεν μπόρεσε να ριζώσει στα μέρη εκείνα. Έπειτα, άλλο να λες ελληνική Εκκλησία, όπως μεταφράζουν επίμονα ορισμένοι, και άλλο να λες εκκλησία στην ελληνική ή στην ελληνική γλώσσα, όπως εκφραζόταν ο Άγιος Κοσμάς και όπως υπήρξε η Ορθόδοξη Eκκλησία. Αυτό όμως βολεύει όσους έχουν αναλάβει να βαρέσουν με ένα σμπάρο δυο τρυγόνια, τα ελληνικά και την Ορθοδοξία, να του αφαιρέσουν το φωτοστέφανο του αγίου και να του φορέσουν το αγκαθωτό, σκόπιμα ή από άγνοια, λίγη σημασία έχει.

Γνωρίζουν άραγε οι ζηλωτές αυτοί ότι ο Νεκτάριος Τέρπος εξέδωσε στα 1732 ένα έργο με τον τίτλο «Πίστις», το οποίο επανεκδόθηκε 12 φορές μέσα σε λίγες δεκαετίες; Γιατί; Διότι βοηθούσε τους χριστιανούς να μην αλλαξοπιστήσουν.

Γνωρίζουν άραγε οι ζηλωτές αυτοί ότι ο Άγιος Κοσμάς ανέβηκε στα μέρη της Ηπείρου και της Αλβανίας με την προτροπή και τις συμβουλές του τότε Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, του Σεραφείμ του Β΄ εκ Δελβίνου; Ο κληρικός αυτός, όποια κι αν ήταν η καταγωγή του, ελληνική ή αλβανική, γνώριζε από κοντά την κατάσταση του τόπου απ’ όπου καταγόταν και προσπάθησε να αναχαιτίσει τον εξισλαμισμό.

Για να κατανοήσουμε καλύτερα την εποχή και τον ρόλο του Αγίου Κοσμά, είναι ανάγκη να διευρύνουμε τον χρονικό ορίζοντα και να τονίσουμε ότι εκείνος ανήκει στην προεθνική περίοδο της Βαλκανικής. 50 έτη από τον μαρτυρικό θάνατό του (1779), στα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης, ένας κληρικός από το Αργυρόκαστρο ονόματι Γρηγόριος, μητροπολίτης Ευβοίας, άφησε στην άκρη τη Βίβλο και άδραξε το γρα, και ύστερα, γύρω στα 1823, ξανάπιασε τη γραφίδα στους Κορφούς για να επιμεληθεί την αλβανική μετάφραση της Καινής Διαθήκης, που είχε στο μεταξύ πραγματοποιήσει ο εκ Λαμπόβου λόγιος και διαφωτιστής Ευάγγελος Μέξης.

Πώς είναι δυνατόν και πώς κατόρθωσε ο κληρικός αυτός να γίνει μητροπολίτης Αθηνών, αμέσως μετά την έκδοση της ΚΔ στην αλβανική;! Η απάντηση δεν είναι δύσκολη αν ληφθεί υπόψη το ότι την εποχή εκείνη επικρατούσε μια άλλη ατμόσφαιρα, η οποία ήρθε και ανατράπηκε γύρω στα 1850-1860, μετά την εμφάνιση και τη μετατροπή σε κυρίαρχο δόγμα της Μεγάλης Ιδέας, που μαζί με τις «αδελφές» της άλλων γειτονικών εθνών έφεραν τα πάνω κάτω στα Βαλκάνια. Μέρος του εξεταζόμενου παραδείγματος, την περίοδο ακμής της Μεγάλης Ιδέας, είναι και ο μητροπολίτης Δρυϊνουπόλεως Άνθιμος με την γνωστή του εγκύκλιο του έτους 1879 για την απαγόρευση της διάδοσης και της καλλιέργειας της αλβανικής, ξανά 50 χρόνια μετά τον Γρηγόριο, αλλά σε αντίθετη κατεύθυνση από εκείνον. Βλέπουμε λοιπόν πώς, εντός περίπου ενάμιση αιώνα, διανύονται τρεις φάσεις διαφορετικές η μία από την άλλη: α) η προ-εθνική, β) η εθνική πριν από την εμφάνιση της Μ. Ιδέας και γ) η εθνική μετά την επικράτηση της Μ. Ιδέας, οι οποίες συγχέονται, δυστυχώς, χωρίς κανένα επιστημονικό κριτήριο, και με τον τρόπο αυτό μαζί με τα ξερά καίγονται και τα χλωρά, ενώ η αλήθεια χάνεται ανάμεσα στις αναπόφευκτες φωτοσκιάσεις και λοξοδρομήσεις της βαλκανικής ιστορίας!

Παρά τον θόρυβο που προκλήθηκε σχετικά με το πρόσωπό του, ο οποίος θόρυβος στους μοντέρνους καιρούς αποκαλείται «διαφορετική άποψη» (ή σκέψη μαλλιά-κουβάρια),  στον Άγιο Κοσμά, τον ιεραπόστολο αυτόν της Ανατολικής Εκκλησίας,  περιποιεί ιδιαίτερη τιμή και δικαίωση το ότι οι Αλβανοί, όλοι όσοι τον γνώρισαν, τον έβλεπαν ως απόστολο[76], του αρκεί που, στα 1940, στους Προγονάτες (Progonat) του Κουρβελεσίου (Kurvelesh) βρέθηκαν μεταφρασμένες στην αλβανική οι προφητείες του, γραμμένες στις τελευταίες λευκές σελίδες ενός Κορανίου[77]. Φαίνεται λοιπόν τουλάχιστον άτοπη (ή βλάσφημη!) η παρομοίωσή του με τον Ballaban pasha, όταν οι ίδιοι οι Αλβανοί μουσουλμάνοι τον ονόμαζαν Çoban Baba-Kozma, δηλαδή Αρχιποιμένα των πιστών[78], κι όταν οι Αλβανοί ορθόδοξοι βάφτιζαν τα παιδιά τους με το όνομα Κοσμάς.

Όσο για τον Αλή πασά, πρέπει να παραδεχτούμε ότι εκείνος εξόρισε τον πληθυσμό ολόκληρων χωριών της Χιμάρας σε άλλα μέρη όπου μιλιόταν η ελληνική, όπως φαίνεται και από τα δημοτικά τραγούδια της περιοχής Bregu i Detit[79] καθώς και από μια σειρά από έγγραφα του Αλή πασά, που είδαν το φως της δημοσιότητας τελευταία[80]. Οι άνθρωποι αυτοί, επιστρέφοντας ύστερα από χρόνια στις εστίες τους, φαίνεται ότι χρησιμοποιούσαν ένα ιδίωμα με γνωρίσματα βόρειου φωνηεντισμού, διαφορετικό από εκείνο που είχαν αφήσει κάποτε πίσω τους.

Και η άποψη ότι η ελληνική διαδόθηκε στη Χιμάρα χάρις στο δίκτυο ελληνικών σχολείων έρχεται σε αντίθεση με το γεγονός ότι εκεί χρησιμοποιούν ένα αρχαϊκό ιδίωμα, το οποίο, ασφαλώς, δεν μπορεί να διδάχτηκε στο σχολείο, ούτε να μεταφέρθηκε από τα απέναντι νησιά, που έχουν διαφορετική ντοπιολαλιά.

Οι επαφές γλωσσών είναι δυνατόν να οδηγήσουν σε σύγκρουση, αλλά και μπορεί να δημιουργήσουν επιπρόσθετες αξίες εντός μιας δίγλωσσης ή πολύγλωσσης κοινότητας, όταν υπάρχει πρόσφορο έδαφος. Τα τελευταία χρόνια έχει εμφανιστεί ένας καινούργιος τομέας της επιστήμης της γλωσσολογίας, η οικογλωσσολογία ή η οικολογία των γλωσσών. Με βάση τις αρχές της, η παρουσία της ελληνικής, που επιβεβαιώνεται από την διαχρονική εξέταση του γλωσσικού χάρτη της περιοχής, θα έπρεπε να θεωρηθεί ως ένα ουσιώδες συστατικό στοιχείο που εμπλουτίζει το οικοσύστημα και τη βιοποικιλότητα του Bregu i Detit, περιλαμβανομένων σε αυτά όχι μόνο του φυσικού περιβάλλοντος, αλλά και του ανθρώπου με τα ειδοποιά προϊόντα του, όπως είναι η γλώσσα. Για το λόγο αυτό φαίνεται αδιανόητη και αντιφάσκουσα η μη αποδοχή ή η άρνηση της γλωσσικής πραγματικότητας στην περιοχή Χιμάρας.

Όταν πρόκειται να αποδειχτεί η αρχαιότητα των Αλβανών ως απογόνων ενός πληθυσμού η γλώσσα του οποίου είχε έρθει σε επαφή με την αρχαία ελληνική, και ειδικότερα με την δωρική διάλεκτό της, εκεί δεν δισταζέι κανένας να αποδεχτεί μεγαλόφωνα ότι, για παράδειγμα, η λέξη mokën/mokër ‘(χειρό)μυλος’ ανάγεται στη δωρική μαχανά / makʰaná.

Γιατί όμως δεν παρατηρείται η ίδια προδιάθεση για να αποδεχτούμε ότι ακριβώς στα παράλια της Χιμάρας διασώζονται ακόμη και σήμερα ίχνη της δωρικής διαλέκτου, όπως συμβαίνει με το τοπωνύμιο Παγά (πηγή) / Pagá, που μαρτυρείται σε τρια διαφορετικά σημεία της περιοχής;!

Γιατί, επίσης, θεωρούμε δεδομένη τη συμβίωση των αλβανικών και ελληνικών ιδιωμάτων στην Κάτω Ιταλία και είμαστε αντιδραστικοί και δύσπιστοι στην περίπτωση μιας παρόμοιας συνύπαρξης της αλβανικής με την ελληνική στα παράλια της Χιμάρας;

Μήπως ήταν λιγότερο φιλόπατρις ο Eqrem bej Vlora όταν, αναφερόμενος στους κατοίκους της Χιμάρας, έγραφε στα Απομνημονευματά του ότι «Ανάμεσά τους είναι μόνο 3000 άτομα που μιλούσαν ανέκαθεν ελληνικά και που όλοι τους ανάγονται σε μια μοναδική ρίζα, οπωσδήποτε μακρόχρονη, ελληνικής προέλευσης»;[81]

Εάν απαλλαγούμε από την χρόνια αυτή ιδεολογική και επιστημολογική αγκύλωση, που, γιατί να το κρύψουμε, ανακυκλώνεται και τροφοδοτείται από εξωγλωσσικούς παράγοντες, η σχετική συζήτηση  θα πρέπει μα επικεντρωθεί στους τρόπους ορθολογικής διαχείρισης του πλούτου του οικοσυστήματος της περιοχής Χιμάρας, κι αυτό σημαίνει ότι λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαιτερότητές του και δεν προβαίνουμε σε μονομερείς και αυθαίρετες ενέργειες. Εδώ, ασφαλώς, η πολιτική έχει το ρόλο της, αλλά ρόλο μπορούμε να έχουμε και εμείς, οι άνθρωποι των γραμμάτων.

 

 

* Μέρος της μελέτης με τίτλο “Takime dhe shtresime gjuhësh në të folmet shqip dhe greqisht të Bregut të Detit”, που παρουσιάστηκε στο Διεθνές Αλβανολογικό Συνέδριο με θέμα «Πολιτιστικές γέφυρες της Χιμάρας και της αρμπερέσικης διασποράς κατά τους XVI-XVIII αιώνες” (Αυλώνα, 10-11 Νοέμβρη 2015).

 

[1] Vindobonae MCMXIII (Βιέννη 1913).

[2] Σ. Δάκαρη, Ι. Βοκοτοπούλου, Α.Φ.Χριστίδη, Τα χρηστήρια ελάσματα της Δωδώνης των ανασκαφών Δ. Ευαγγελίδη, ΙΙ. Επιγραφές 1-2220. Επιμ. Σ. Τσελίκα, Ευρετ. Γ. Παπαδόπουλου, Η εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία, Αθήνα 2013,  σ. 468.

[3] Β. Zώτος Μολοσσός, Δρομολόγιον της Ελληνικής Χερσονήσου, Αθήνα 1878, σ. 78.

[4] «Μια Κυριακή πρωί, / μεγάλη γκρίνια και κακό, / μαλώναν Χειμαραίοι και Καλαβρινοί, / για έναν μόνο πετεινό». F. Veizi, Bregu i Detit në Këngë, Τίρανα 1998, σ. 83.

[5] «Βαριά επικράθηκα, / και πήγα στον Τάραντα». F. Veizi op.cit. 41.

[6] «Τα βασίλεια αράδα πήραν, / Νάπολη και Βενετία. / Και πιο πέρα Ισπανία». F. Veizi op.cit. 515.

[7] «Καράβι μ’ έγνοιες πολλές, / σε χτυπούν κακοκαιριές, / ή το κάνεις μαξούς / να μας πας στους Οθωνούς, / για στο νήσι τους Κορφούς; / Στενά των Κορφών, στενά, / Σας γνωρίζουμε καλά, / κατεβάστε, βρε, το κύμα, / για να πάει η πλώρη πρίμα. / Κάντε μας καλοκαιριά, / να βαρέσουμε Τουρκιά, / να μας βάλει πάει φωτιά». F. Veizi op.cit.106.

[8] N. Sotiri, E folmja dhe toponimia e Qeparoit, Τίρανα 2001, σ. 227.

[9] Πληροφορία του prof. R. Memushaj, σύμφωνα με τον οποίο: puj/ë, -a θ. ‘. ‘erë e ftohtë që fryn nga veriperëndimi (nga lugina e Dukatit dhe nëpërmjet Qafës së Shëngjergjit rreh fshatrat e luginës së sipërme të Shushicës), e cila paralajmëron se do të bjerë borë’ / ‘κρύος αέρας που φυσάει από τα βορειοδυτικά (από την κοιλάδα των Δουκάτων και μέσω της Κιάφα ε Σενγκέργκιτ φτάνει στα χωριά της άνω κοιλάδας του ποταμού Σουσίτσα), ο οποίος προειδοποιεί ότι θα χιονίσει’.

[10] F. Veizi op.cit. 202.

[11] N. Sotiri op.cit.

[12] S. Th.Laska, Piqerasi, patronimia, toponimia dhe gjeografia e tyre, Milosao, Άγιοι Σαράντα 2012.

[13] Ll. Gjikuli, Toponimia e Shën Vasilit dhe e Hundecovës, σημειώσεις, 2008.

[14] A. Baxheri, Nivica – porta e Bregdetit, Milosao, Άγιοι Σαράντα 2010.

[15] E. Çabej, Studime Etimologjike në Fushë të Shqipes, τόμος IV, Τίρανα 1996, σ. 323.

[16] E. Bifsha Bajrami, Pas gjurmëve të këngës, Τίρανα 2004, σ. 160.

[17] E. Κριαράς, Λεξικό της Μεσαιωνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, τόμος ΙΑ΄, Θεσσαλονίκη 1990, σ. 101.

[18] E. Bifsha Bajrami, op.cit. 153.

[19] S. Laska op.cit.

[20] G. Caracausi, Lessico Greco della Sicilia e Dell’ Italia Meridionale (secoli X-XIV), Centro di Studi Filologici e Linguistici Siciliani, Παλέρμο 1990, σ. 198.

[21] S. Laska op.cit. 170.

[22] N. Sotiri op.cit. 184.

[23] F. Rrapaj, Këngë Popullore të Labërisë, Τίρανα 1991, σ. 1253.

[24] Ανθολογία Β/Η διηγήματος, Αθήνα 2007, σ. 355.

[25] N. Ανδριώτης , Ετυμολογικό λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, Θεσσαλονίκη 1983, σ. 14.

[26] N. Sotiri op.cit. 186.

[27] G. Caracausi op.cit. 618.

[28] E. Çabej, SE IV 1996, σ. 355.

[29] A. Xhuvani, “Fjalë dhe shprehje…”, SF 2 (1990) 209.

[30] S. Laska op.cit. 125.

[31] G. Caracausi op.cit. 124-125, λ. Γαδήρ.

[32] A. Baxheri op.cit. 85.

[33] G. Caracausi op.cit. 431. Τύπος  Παλέρημο απαντά και στη Μάνη. Βλ. Δ. Βαγιακάκος, «Γλωσσικά και λαογραφικά Χιμάρας Β.Ηπείρου και Μάνης», Β΄ Συμπόσιο γλωσσολογίας του βορειοελλαδικού χώρου, Θεσσαλονίκη 1983, σ. 19.

[34] F. Rrapaj op.cit. 191.

[35] K. Andoni, Himara në breg të detit. Shënime historike dhe kujtime, Τίρανα 2001, σ. 12.

[36] Ε. Κοκαβέση, «Επιβίωση της Χιμαραίας διαλέκτου», Βορειοηπειρωτικά Α΄, Ιωάννινα 2010, σ. 122.

[37] F. Veizi op.cit. 192.

[38] Δ. Κ.Κυριαζής, «Η σχέση του ελληνικού γλωσσικού ιδιώματος της Χιμάρας με τα άλλα νεοελληνικά ιδιώματα», στο Μελέτες για την Ελληνική Γλώσσα, Πρακτικά της Ετήσιας Συνάντησης  Εργασίας του Τομέα Γλωσσολογίας του Τμήματος Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής Α.Π.Θ., 6-7 Μαΐου 2006, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη  2007, σσ. 198-209.

[39]Δ. Βαγιακάκος op.cit. 19.

[40] Γλωσσάριον Κεφαλληνίας, Νεοελληνικά ανάλεκτα του Φιλολογικού Συλλόγου Παρνασσού Αθήνα 1973², σ. 211.

[41] Γλωσσάριον Κεφαλληνίας … σ. 214.

[42] Γ. Χυτήρης, Κερκυραϊκό γλωσσάρι, Κέρκυρα 1987, σ. 69.

[43] Γ. Χυτήρης op.cit. 71.

[44] Βλ. και την πληροφορία από το λεξικό ιδιωμάτων Ηπείρου του Ε. Μπόγκα (τ. Α΄, σ. 151): κάλουψα (τα), ‘τα βραστερά όσπρια (Ζαγόρι, «Πανδώρα» 1859), καλός + έψω. Κάλουψα στη Βούρμπιανη Κονίτσης λένε τα αφράτα καρύδια. (Χ. Ρεμπέλη, «Κονιτσιώτικα»).

[45] Κ. Παπά, Στη συκαμιά από κάτω, β΄ έκδοση, Αθήνα 1971, σ. 18.

[46] “O gumen i Skutarait, / more rrugën e Pagait”, E. Bifsha Bajrami op.cit. 262.

[47] Sotiri op.cit. 269.

[48] G. Caracausi op.cit. 272. Βλ. και κάρ-ρο ο (*κάρρος) ‘είδος μεγάλης δρυός’, A. Καραναστάση, Ιστορικόν Λεξικόν των Ιδιωμάτων της Κάτω Ιταλίας, τ. III, Αθήνα 1988, σ. 85.

[49] F. Rrapaj op.cit. 592.

[50] G. Rohlfs, Lexicon Graecanicum Italiae Inferioris,Tübingen 1964, σ. 398.

[51] E. Bifsha Bajrami op.cit. 150. Βλ. και K. Andoni op.cit. 147: “… ishujt e vegjël grekë Erikusa e Othonus (që në krahinën e Himarës njihen me emrat Dymal e Strakëna), përkatësisht 18 e 20 milje larg brigjeve tona të Jonit”.

[52] «Κηπαριώτες στη Χιμάρα / πήραν καράβια και διάβκαν, / πέρασαν τα Στραχνά». F. Veizi op.cit. 169.

[53] Πληροφορία του prof. R. Memushaj, από το Kallarati.

[54] Πληροφορία του συγγραφέα Κλέαρχου Λιάτη, από τους Δρυμάδες.

[55] «Τα λέγανε [τους Οθωνούς] φιδόνησα και αστακόνησα». Δ. Λουκάτος, Λαογραφική αποστολή στα Διαπόντια Νησιά (Ερείκουσα – Μαθράκι – Οθωνοί), Αθήνα 2012, σ. 284.

[56] Liddell & Scott, Greek-English Lexicon, Oxford 1968.

[57] Liddell & Scott, Greek-English Lexicon, Oxford 1968.

[58] N. Sotiri op.cit. 272.

[59] Liddell & Scott, Greek-English Lexicon, Oxford 1968.

[60] Ll. Gjikuli op.cit.

[61] A. Nikollori, Himara në Akrokeravnë, Τίρανα 2003, σ. 166.

[62] M. Χρυσικόπουλος, Έρευνα περί των τοπωνυμιών της νότιας Κέρκυρας, Λευκίμμη 2009, σ. 247.

[63] Ll. Gjikuli op.cit.

[64] E. Μπόγκας, Τα γλωσσικά ιδιώματα της Ηπείρου (Βορείου, Κεντρικής και Νοτίου), τ. A´-Β΄, Ιωάννινα 1964-1966, σ. A΄ 323. Βλ. και radhúa-ói ‘τα πεζούλια των πετρώδων ορέων’ στην Πρεμετή-Përmet (K. Χριστοφορίδης, Λεξικόν της Αλβανικής Γλώσσης, Αθήνα 1904, σ. 348) και ‘pile of stones’ στο Skrapar (S. A.Mann, An Historical Albanian-English Dictionary, London 1948, σ. 422).

[65] Ll. Gjikuli op.cit.

[66] A. Baxheri op.cit. 21-22.

[67] F. Rrapaj op.cit. 581.

[68] Π. Αραβαντινός, Χρονογραφία της Ηπείρου, τ. B΄, Αθήνα 1856, σ. 145.

[69] Πληροφορία της κ. Helena Grillo.

[70] Βλέπε και τη διάδοση των λ. murg (< λατ. monacus) και kllogjër (< ελλ. καλόγερος). Η οριστική μορφή της εργασίας μας θα συνοδεύεται και από ένα παράρτημα με τον κατάλογο των διαθέσιμων και καταγεγραμμένων μέχρι σήμερα τοπωνυμιών της περιοχής Bregu i Detit.

[71] Δ. Βαγιακάκος op.cit.19.

[72] «Es sind vielfaltige Rinnsale, durch die, zugleich mit griech. Kultur, griech. Sprachgut sich in das Alb. ergoss». N. Jokl, “Altmakedonisch-Griechisch-Albanischen”, Indogermanische Forschungen 44, 1926, σ. 70.

[73] Βλ. και Ll. Ruci, Himara, Zëra e Akrokerauneve, Τίρανα 2011.

[74] P. Marko, Intervistë me vetveten (Retë dhe gurët), Τίρανα 2000, σ. 47.

[75] O Schiro έγραφε ότι «η Cimara (Χιμάρα) …, Drimades (Δρυμάδες), Balasa (Παλάσα) [είναι] ελληνικής εθνότητας -“di natione greci”-, ενώ τα υπόλοιπα χωριά της Χιμάρας είναι αλβανικής εθνότητας -“di natione albanesi”». N. Borgia, Murgjit bazilianë të Italisë në Shqipëri, Τίρανα 2014, botimet Naimi, σ. 318.

[76] Έκθεση του ενετού πράκτορα Giacomo Nani, Corfu, 25 Iuglio 1777. Η πληροφορία οφείλεται στη συνάδελφο Π. Τζιβάρα, την οποία και ευχαριστώ θερμά.

[77] Κ. Σ Κώνστα, «72 προφητείες του πάτερ-Κοσμά», Ηπειρωτική Εστία,  Ιωάννινα, τεύχος  5 (1956) 678-82.

[78] Κ. Σ Κώνστα op.cit. 679.

[79] “Palasë, Dhërmi, Vunoi / Pilur, Kudhës, Qeparoi / Himarëzeza e pagoi / Pashai ç’i eksuroi [=syrgjynosi]”. S. Rusha, Qeparoi, historia dhe kultura popullore, Τίρανα 2005.

[80] Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών. ΑΡΧΕΙΟ ΑΛΗ ΠΑΣΑ (Γενναδείου Βιβλιοθήκης). Έκδοση – Σχολιασμός – Ευρετήρια Β. Παναγιωτόπουλος με τη συνεργασία των Δ. Δημητρόπουλου, Π. Μιχαηλάρη. Τ.: Α΄ (1747-1808), Β΄ (1809-1817), Γ΄ (1818-1821) Αθήνα 2007, Δ΄ Εισαγωγή – Ευρετήρια – Γλωσσάρι. Αθήνα 2009.

[81]Midis tyre ka vetëm 3000 njerëz që kanë folur gjithmonë greqisht dhe që të gjithë rrjedhin nga një rrënjë e vetme, sado e largët në kohë, me prejardhje greke”. Eqrem bej Vlora, Kujtime (1885-1925), Shtëpia e Librit & Komunikimit, Τίρανα 2003, σ.194.

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση