ΓΙΑΝΝΗΣ ΛΙΛΛΗΣ – Ένας δεξιοτέχνης του χρονογραφήματος

Μετά το ανέκδοτο κείμενο “Οι σκλάβοι του κάμπου, το οποίο εξασφάλισε από την μακρινή Αυστραλία  και μας το εμπιστεύθηκε προς δημοσίευση πριν από κάποιο διάστημα, ο Θωμάς Στεργιόπουλος επιστρέφει με τέσσερα χρονογραφήματα του Γιάννη Λίλλη, τα οποία φιλοξενήθηκαν στον Ομογενειακό Τύπο της Αυστραλίας την δεκαετία του 1950. Στο παρόν άρθρο, ο Στεργιόπουλος γράφει για την ενασχόληση του λογοτέχνη από τη Δερβιτσάνη Κάτω Δρόπολης με το χρονογράφημα και τελικά την εξέλιξή του σε δεξιοτέχνη του είδους. Μπορείτε να διαβάσετε τα 4 κείμενα κάνοντας κλικ εδώ: ΟΙ ΞΕΡΙΖΩΜΕΝΟΙ (κι άλλα τρία χρονογραφήματα του Γιάννη Λίλλη).

 

 

Γιάννης Λίλλης, ένας δεξιοτέχνης του χρονογραφήματος

 

Γιάννης ΛίλληςΑπ’ όλες τις μορφές του πεζού λόγου με τις οποίες καταπιάστηκε στη σύντομη ζωή του ο Γιάννης Λίλλης, αφήνοντας σοβαρά δείγματα γραφής, εκεί που πράγματι έδωσε την ψυχή του είναι το χρονογράφημα.

Τι είναι το χρονογράφημα;

Είναι ο τόπος όπου συναντιόνται ο δημοσιογράφος με το συγγραφέα. Θεματολόγιο; Το άπιαστο, το φευγαλέο, η στιγμή και η συγκίνηση που χάνεται όπως το άρωμα μιας γυναίκας που πέρασε. Όπως η ανεπανάληπτη μαγεία μιας θεατρικής παράστασης. Η νοσταλγία και η θλίψη που γεννάει στις ψυχές η ανάμνηση της νιότης και η εναλλαγή των εποχών. Η ποίηση της καθημερινότητας και όλα εκείνα τα μικρά, τα ανεπαίσθητα που συχνά τα προσπερνάμε.

Η ελληνική λογοτεχνία έχει μεγάλη παράδοση στο χρονογράφημα. Στη μορφή αυτή του πεζού λόγου, όπου οι λέξεις είναι μετρημένες και ο χώρος μοιάζει με προκρούστεια κλίνη, άφησαν το αποτύπωμά τους σπουδαία ονόματα των ελληνικών γραμμάτων: Ροΐδης, Κονδυλάκης, Νιρβάνας, Παπαντωνίου, Ουράνης, Μυριβήλης, Μελλάς, Παλαιολόγος και αρκετοί νεώτεροι. Υπήρχε μια εποχή, εκείνη του μεσοπολέμου, όπου δε διανοούνταν σοβαρός συγγραφέας χωρίς να έχει δοκιμάσει την πένα του στο χρονογράφημα. Πριν απ’ τα βιβλία, το κοινό γνώριζε τους αγαπημένους του λογοτέχνες απ’ τις εφημερίδες.

Στα Βορειοηπειρωτικά γράμματα δυστυχώς το χρονογράφημα ήταν άγνωστο. Υπάρχουν όμως αναφορές από το παρελθόν, ότι τις τελευταίες δεκαετίες της Τουρκοκρατίας στην Ήπειρο, ο λόγιος και σπουδαίος διηγηματογράφος Αθανάσιος Οικονομίδης, έστελνε απ’ την Πολύτσανη, στις εφημερίδες της Κωνσταντινούπολης μικρά κείμενα κι ανταποκρίσεις που διακρίνονταν για την κομψότητα και τη χάρη του λόγου. Δεν αποκλείεται ο πρόδρομος αυτός της Βορειοηπειρωτικής πεζογραφίας, να έχει τα πρωτεία και στο χρονογράφημα. Κάτι τέτοιο μένει να το αποδείξει η ανύπαρκτη στον τόπο μας φιλολογική έρευνα.

Εν πάση περιπτώσει, με αυτό το απαιτητικό είδος του πεζού λόγου και της μικρής φόρμας, καταπιάστηκε από τα νεανικά του χρόνια ο Γιάννης Λίλλης. Ήταν γεννημένος συγγραφέας κι έζησε τη σύντομη και τρικυμισμένη ζωή του με το γράψιμο, όχι μόνο στην Αλβανία, αλλά και στην Ελλάδα και στην Αυστραλία.

Η πρώτη εντύπωση από την ανάγνωση των τίτλων στα γραπτά που δημοσίευσε σε αλβανικές εφημερίδες και περιοδικά, το διάστημα 1938 έως τις αρχές του ’44, είναι ο μεγάλος αριθμός τους. Εκατόν πενήντα έξη κείμενα, που αναγνωρίστηκαν. Ο Γιάννης Λίλλης έγραφε με διάφορα ψευδώνυμα και δεν υπάρχει αμφιβολία πως λανθάνουν και άλλα δικά του γραπτά. Καμιά σοβαρή έρευνα δεν έγινε έως τώρα. Η ιστορία των Βορειοηπειρωτικών γραμμάτων είναι γεμάτη εκκρεμότητες.

Τα περισσότερα από τα κείμενα αυτά είναι χρονογραφήματα. Υπενθυμίζω πως πέρα απ’ το αναμφισβήτητο ταλέντο, ο Γιάννης Λίλλης έχει πίσω του την ελληνική παράδοση του χρονογραφήματος όπου ο μεσοπόλεμος αποτελεί τη χρυσή εποχή του. Αν και φιλάσθενος, είναι απίστευτη η εργατικότητά του, ο καθημερινός συγγραφικός του μόχθος. Ταξίδεψε σ’ ολόκληρη την Αλβανία, απ’ το Βορά στο Νότο, και μας άφησε χρονογραφήματα και οδοιπορικά απ’ τις περισσότερες αλβανικές πόλεις, σε μια εποχή όπου τα μέσα συγκοινωνίας ήταν ανύπαρκτα, οι δρόμοι άθλιοι και το ταξίδι ολόκληρη περιπέτεια.

Ελάχιστα γνωρίζουμε για το πέρασμά του απ’ την Ελλάδα. Άγριοι καιροί, εμφυλιακό κλίμα. Και σύντομη, σχεδόν τρία χρόνια, 1944 – 1947, η παραμονή του στην Αθήνα. Υπάρχουν μαρτυρίες πως την περίοδο αυτή, συνεργάστηκε με την εφημερίδα «Ηπειρωτικό μέλλον» που έβγαζε από τα χρόνια του ’30 ο Δεροπολίτης Αθανάσιος Γκογκόνης.

Στη συνέχεια ας τον ακολουθήσουμε κι εμείς στο μακρινό ταξίδι του στην Αυστραλία. Η εμφυλιακή Ελλάδα και τα ψυχροπολεμικά Βαλκάνια δεν τον σήκωναν, ενώ η πόρτα για επιστροφή στην πατρίδα είχε κλείσει οριστικά.

Αν και ο Γιάννης Λίλλης δεν αισθανόταν πουθενά ξένος κι ήταν άνθρωπος του κόσμου, ανοιχτός σε χώρες και πολιτισμούς, στην Αυστραλία και συγκεκριμένα στη Μελβούρνη, βρήκε μια ελληνική παροικία που αποτελούσε ολόκληρη πόλη. Αρκετοί ήταν και οι Δεροπολίτες που ξενιτεύτηκαν στη μακρινή αυτή ήπειρο.

Δε χρειάστηκε να περάσουν παρά ελάχιστα χρόνια και το 1951, αναλαμβάνει τη διεύθυνση του περιοδικού «Οικογένεια» και στη συνέχεια το «Αυστραλοέλληνας». Ως άνθρωπος που έζησε μέσα σε εφημερίδες και περιοδικά και γνωρίζοντας καλά τα μυστικά τους, κάνει μια σοβαρή προσπάθεια ανανέωσης του τύπου της Ομογένειας. Καταπιάστηκε με το στήσιμο νέων εφημερίδων και συγκέντρωσε γύρω του δημοσιογράφους και συνεργάτες έμπειρους. Το 1958 βγάζει την εφημερίδα «Πυρσός». Ήταν ένα βραχύβιο έντυπο. Δεν απογοητεύεται. Ένα χρόνο μετά κυκλοφορεί το «Έθνος» και λίγο πριν φύγει απ’ τη ζωή, την εφημερίδα «Σήμερα».

χρονογράφημαΑνάμεσα σε μικροειδήσεις, γάμους, βαφτίσια, θρησκευτικές γιορτές και διαφημίσεις, μέσα σε κείνα τα εφήμερα και ασήμαντα που γέμιζαν σελίδες, ο Γιάννης Λίλλης δημιούργησε οάσεις όπου ο απαιτητικός αναγνώστης μπορούσε να χαρεί την ομορφιά και το συναίσθημα του λόγου. Στην επιφυλλίδα που την ονόμασε «Ώρες γαλήνης», δημοσίευσε δεκάδες χρονογραφήματα που έχουν κάτι απ’ τη χάρη του Παπαντωνίου και τη μελαγχολία του Ουράνη. Είναι όμως αναγνωρίσιμα, έχουν το δικό του προσωπικό ύφος, τη κοφτή και νευρώδη πρόταση. Ένα κράμα στοχασμού και λυρικής έξαρσης, όπου περισσότερο φαίνεται ο λογοτέχνης παρά ο δημοσιογράφος.

Η ανήσυχη ψυχή του και η δίψα για ζωή και ομορφιά, βρήκαν διέξοδο και απάγκιο στα κομψοτεχνήματα αυτά που σκόρπισε και σπατάλησε με γενναιοδωρία σε αναλώσιμα έντυπα, τα οποία κανείς δε σκέφτηκε να τα κρατήσει και που σήμερα είναι δύσκολη η ανεύρεσή τους.

Δυστυχώς ο χρόνος δεν ήταν σύμμαχος του Γιάννη Λίλλη. Έφυγε πάνω στη δημιουργική του ακμή, πριν κλείσει τα πενήντα, αφήνοντας ανοιχτούς λογαριασμούς με τη ζωή και τη λογοτεχνία. Η μοίρα και η ιστορία έπαιξαν παράξενα παιχνίδια με τον ταλαντούχο αυτό συγγραφέα.

Έμειναν όμως διάσπαρτα σαν σκορπισμένα τριαντάφυλλα, δεκάδες χρονογραφήματα. Μια ανθοδέσμη έφτασε από τη μακρινή Αυστραλία και στα δικά μου χέρια. Κι αυτό, χάρη στην αγάπη για τον άτυχο συγγραφέα, μια αγάπη που κατάφερα να μεταγγίσω σε ξενιτεμένους φίλους, σαράντα χρόνια μετά το θάνατό του. Είναι χρονογραφήματα που δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα «Έθνος».

Θα ‘θελα να τα προσφέρω στους αναγνώστες του περιοδικού και σε όσους σκέφτηκαν να οργανώσουν και να συμβάλουν σ’ αυτό το εγκάρδιο και τιμητικό καλωσόρισμα του ξενιτεμένου συγγραφέα στον τόπο μας. Στον επαναπατρισμό του!

Θωμάς Στεργιόπουλος

 

 

 

 

 

 

Share on Facebook22Share on Google+0Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn0Print this pageEmail this to someone

Αφήστε μια απάντηση