ΓΕΦΥΡΕΣ – ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΜΗΝΑ ΛΕΚΚΑ

Ποιήματα από την τελευταία συλλογή του Μηνά Λέκκα «Γέφυρες» (Αθήνα 2017)

Ο Μηνάς Λέκκας γεννήθηκε το 1939 στο χωριό Καλογοραντζή της κάτω Δρόπολης. Μαθητής Γυμνασίου και Λυκείου, διακρίθηκε για την κλίση του στα γράμματα. Φοιτητής με αλληλογραφία στην Οικονομική Σχολή του Πανεπιστημίου Τιράνων, διώχθηκε για πολιτικούς λόγους. Ορφανός από μάνα και με φυλακισμένο πατέρα, ως αντιφρονούντα του καθεστώτος, εργάζεται σκληρά για να επιβιώσει. Από μικρός αγάπησε τη λογοτεχνία και ειδικά την ποίηση. Τα πρώτα του ποιήματα δημοσιεύτηκαν στη δεκαετία του ’50. Μετά την πτώση τη δικτατορίας εργάζεται για τέσσερα χρόνια ως συντάκτης στην εφημερίδα «Λαϊκό Βήμα», που εκδίδεται στο Αργυρόκαστρο. Από το 1997 ζει και εργάζεται στην Αθήνα, συνεργαζόμενος ανελλιπώς με όλα τα έντυπα του χώρου μας. Είναι μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών και Συγγραφέων Ηπείρου, από την οποία και βραβεύτηκε το 2008 για την προσφορά του στα Ελληνικά Γράμματα.

Έχει εκδώσει τρεις ακόμα ποιητικές συλλογές: Φυλακισμένα τραγούδια (1996), Της Αθήνας τα παράξενα (2007) και Μαργαριτάρια (2012).

 

 

ΟΙ ΓΕΦΥΡΕΣ

Οι γέφυρες πάντα ενώνουν,
Αυτές ποτέ τους δε χωρίζουν.
Τι έχουν μαζί τους και θυμώνουν
Και βάρβαρα τις βομβαρδίζουν!

10.04.1999

 

ΑΝΤΟΧΗ

Ξηράθηκε η τριανταφυλλιά, το αγιόκλημα, τα κρίνα
Που στόλιζανε την αυλή και το μικρό μπαλκόνι
Κι οι γλάστρες του βασιλικού εκεί στα παραθύρια,
Που γέμιζαν μοσχοβολιά το πέτρινο σοκάκι,
Σκάσαν από την ξέρη…
Μονάχα εκεί σε μια γωνιά μια ροδοπικροδάφνη
Στέκεται ακόμα πράσινη
                    Την ξηρασία αντέχει.
Ίσως γιατί όπως κι εμείς, που φύγαμε μακριά της,
                    Την πίκρα εντός της έχει.

Καλογοραντζή 14.08.1998

 

ΕΓΩ ΚΙ ΕΣΥ

Εγώ κι εσύ, δυο άκρα αντίθετα,
Που οι αγέρηδες των καιρών
Μας ρίξανε σ’ αυτή τη μεγαλούπολη.
Εσύ – που τα ξέχασες όλα
                    Κι έγινες ένα μ’ αυτή
Κι εγώ – ο «απελέκητος χωριάτης»,
Που έμεινα με το κεφάλι
                    Γυρισμένο προς τα πίσω.
Εγώ κι εσύ – δυο άκρα αντίθετα,
Δυο καρδιές που πάλλουν
                    Σε διαφορετικούς ρυθμούς.

05.12.2000

 

ΕΙΔΑ ΚΑΤΙ ΠΑΙΔΙΑ

Είδα προχθές κάτι παιδιά,
                    Κάτι εικοσιπεντάρηδες,
Σπαρμένες άσπρες τρίχες τα μαλλιά τους.
Κι είχα πεντέξι χρόνια να τα ειδώ.
                    …Έλειπαν στην ξενιτιά.

15.01.1997

 

ΣΤΗ ΦΥΛΑΚΗ ΜΟΥΣΕΙΟ

Αράδα – αράδα τα κελιά κι ορθάνοιχτες οι πόρτες
Σκούργοι οι μοχλοί κι οι κλειδαριές
                    Και σκούργοι κι οι φεγγίτες.
Κλείνω τα μάτια μια στιγμή
                    Κι αναπολώ και βλέπω
Χιλιάδες δεσμοφύλακες τις πόρτες να κλειδώνουν,
Χιλιάδες μέσα στα κελιά
                    Αθώους «βαρυποινίτες».

25.07.1996.

 

ΠΟΥ;

Πού;
Μην είν’ εδώ, μην είν’ εκεί, μην είναι παρακάτω;
Τους εκτελέσαν χαραυγή
                    Μεσάνυχτα
                                    Το βράδυ;
Στο λάκκο,
                     Στη χαλικαριά,
                                    Στην άκρη το ποτάμι;
Πού είν’ ο τάφος του γονιού
                     Του αδερφού
                                    Του άνδρα;
Ο τάφος του μοναχογιού, που ο μπόγιας λίγο-λίγο,
Τη σάρκα του κομμάτιασε, του πήρε την ανάσα;
Πού;
Χρόνια ζητούν για να τους βρουν
                                     Και χρόνια δεν τους βρίσκουν.
Και τριγυρνούν σα γκιώνηδες και κλαίνε και φωνάζουν;
Πού είν’ ο τάφος;
Πού;
Πού;
Πού;
Κανείς δεν απαντάει!…

26.07.1996

 

ΤΟ ΠΑΤΡΙΚΟ ΜΟΥ ΣΠΙΤΙ

Ανέγγιχτο στη μνήμη μου μένει το πατρικό μου
Το σπίτι που γεννήθηκα, το μικροαρχοντικό μου

Με τη μεγάλη, θολωτή οξώπορτα ανοιγμένη,
Σαν αγκαλιά παντ’ ανοιχτή πάντα να με προσμένει.

Με την πλακόστρωτη αυλή, τα κρίνα τα ζουμπούλια,
Τη γέρικη ροδακινιά, τα λιγοστά σταφύλια,

Το φουντωτό τ’ αγιόκλημα πάνω απ’ τα παραθύρια,
(Μεγάλα μάτια του σπιτιού κι αυτό… μεγάλα φρύδια)

Κάτω απ’ τη στέγη την ψηλή, κάτω απ’ τα κεραμίδια,
Τα χελιδόνια, ζωντανά της άνοιξης στολίδια.

Να το, στο έμπα το μικρό, το πέτρινο χαγιάτι
Κι η γάστρα πάνω στην ομπλή, πάντα να ψήνει κάτι.

Να τη κι η στέρα η βαθιά, η κρύα κι η μεγάλη.
Σαν το νερό της στο χωριό καμιά δεν έχει άλλη.

Και δίπλα της η σκαλιστή, με μαύρη πέτρα σκάλα
Ανηφορίζω βιαστικά και μπαίνω μες στη Σάλα.

Και προχωρώ. Και προχωρώ μες στα γνωστά δωμάτια.
Από τους τοίχους με κοιτούν πολλά ζευγάρια μάτια.

Ειν’ οι παππούδες, σοβαροί, λεβέντες, μουστακάδες
Και δίπλα τους σιωπηλές οι φρόνιμες γιαγιάδες.

Η μάνα μου ο πατέρας μου και τόσοι άλλοι δικοί μου,
Αγαπημένα πρόσωπα κλεισμένα στην ψυχή μου.

Όλοι τους με γλυκοκοιτούν και με καλωσορίζουν.
«Τι έγινες;» «Που χάθηκες;» Μου σιγοψιθυρίζουν.

Ο νους μου τρέχει μακριά, γυρνάει χρόνια πίσω
Και ξεχασμένες προσπαθώ εικόνες ν’ αναστήσω.

Ανέγγιχτο στη μνήμη μου το πατρικό μου σπίτι,
Κάθε του πέτρα και καημός και πόνος και μαγνήτης.

18.11.2001

 

ΕΠΙΘΥΜΙΑ

Πήρα απ’ το ηλιοβασίλεμα κλωστές μεταξωτές
Ένα μεγάλο κι όμορφο όνειρο να κεντήσω
Με κούρασε το σήμερα, με πλήγωσε το χτες.
Ας κοιμηθώ με τ’ όνειρο κι ας μη ξαναξυπνήσω.

06.07.2005

 

 

 

 

 

 

 

 

Share on Facebook27Share on Google+0Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn0Print this pageEmail this to someone

Αφήστε μια απάντηση