ΓΑΜΗΛΙΑ ΕΘΙΜΑ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΤΟΥ ΒΟΥΡΚΟΥ

Από το βιβλίο του Βασίλειου Κυράνη, ΕΛΛΗΝΟ – ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΑ.


 

1. Εκείνον τον καιρό, οι συμπεθεριές συνήθως γίνονταν με προξενητές, οι οποίοι στην τοπική γλώσσα λεγότανε κολαούζοι. Εφόσον οι γονείς του αγοριού αποφάσιζαν να το παντρέψουν, απευθύνονταν προς κάποιο σεβαστό άτομο, το οποίο καλούνταν να μεταβεί στους γονείς ή τους συγγενείς της νεανίδας, που του είχαν υποδείξει, για να την ζητήσει σε γάμο. Εφόσον οι γονείς ή οι συγγενείς της υποψήφιας νύφης έδιναν τη συγκατάθεσή τους, τότε ο προξενητής, μια από τις επόμενες μέρες έφερνε σε επαφή τα δυο ενδιαφερόμενα μέρη με σκοπό να διεξαχθούν οι διαπραγματεύσεις του προικοσύμφωνου. Αφού συμφωνούσαν, δίδονταν ο «λόγος». Μετά τον αρραβώνα η μελλόνυμφη διέκοπτε κάθε κοινωνική επαφή με τους κοντινούς συγγενείς του αρραβωνιαστικού της – ακόμα και τον απλό χαιρετισμό και, τούτο, προς ένδειξη σεβασμού απέναντί τους – μέχρι τη μέρα που θα τελούνταν ο γάμος.

2. Ένα μήνα πριν την τέλεση του γάμου οι γονείς ή οι κηδεμόνες κάθε πλευράς αποστέλλανε καλέσματα (προσκλήσεις) προς τους συγγενείς και φίλους τους. Λόγω έλλειψης της γραφομηχανής ή άλλων μέσων, οι προσκλήσεις γράφονταν με το χέρι.

3. Η καλύτερη καλλιγράφος και ταυτόχρονα αναγνώστρια των χειρόγραφων αυτών επιστολών στο χωριό μου, το Καινούργιο, ήταν η μεγαλύτερη αδελφή μου, η Ευανθία, την οποία οι συγγενείς και οι γείτονες την καλούσαν συχνά για οποιαδήποτε γραφική εξυπηρέτηση. Η Ευανθία, ευγενική όπως πάντα, έσπευδε να προσφέρει τις υπηρεσίες της με ανιδιοτέλεια προπαντός στη σύνταξη των προσκλήσεων γάμου, οι οποίες κατά κανόνα ήταν στερεότυπες:

4. « Σας καλούμε στο γάμο της κόρης μας (ή του γιου μας), που θα γίνει στις… Γενάρη, 195…Καλώς να ορίσετε και σε γιους σας να χαρούμε». Ακολουθούσε η υπογραφή, συνήθως του πατέρα. Στις προσκλήσεις που στέλνονταν εκ μέρους του γαμπρού προστίθετο και η εξής φράση: «Την ημέρα Τετάρτη πριν το γάμο, σας παρακαλούμε να έρθετε για ξύλα». Σημειωτέον, η ευχή «και σε γιους σας να χαρούμε» διατυπώνονταν ανεξάρτητα αν ο παραλήπτης είχε γιους ή θυγατέρες, επειδή εννοούσαν γενικώς τα τέκνα.

5. Έτσι, την Τετάρτη προ του γάμου προσέρχονταν στο σπίτι του υποψήφιου γαμπρού μόνον οι προσκεκλημένες γυναίκες και όλες μαζί πήγαιναν στο δάσος για να κάνουν ξύλα, τα οποία θα τα χρησιμοποιούσαν για το μαγείρεμα των φαγητών και το ψήσιμο των κρεάτων κατά τη διάρκεια του γάμου. Από την άλλη, για την κάλυψη με επάρκεια των απαραίτητων σκευών οι συγγενείς και οι γείτονες δάνειζαν τα μαγειρικά τους σκεύη, κατσαρόλες, κουτάλια, πιρούνια, πινάκια, κλπ.

6. Ο γάμος άρχιζε το απόγευμα του Σάββατου στο σπίτι της νύφης, όπου οι προσκεκλημένοι έτρωγαν, έπιναν και διασκέδαζαν μέχρι τις πρωινές ώρες. Παρευρίσκονταν, επίσης και αντιπροσωπεία της πλευράς του γαμπρού, αποτελούμενη από στενούς συγγενείς χωρίς να υπερβαίνουν τον αριθμό 13. Κατά τις μεσημεριανές ώρες της Κυριακής στο σπίτι του γαμπρού προσέρχονταν οι προσκεκλημένοι του και στη συνέχεια με τα λάβαρα (μπαϊράκια) μπροστά αναχωρούσαν να πάρουν τη νύφη. Πανάρχαιο έθιμο στην περιοχή του Βούρκου ήταν η τοποθέτηση ροδιών στην κορυφή των λαβάρων, προφανώς προς τιμή της θεάς Ήρας, συζύγου του Διός και προστάτιδα των συζύγων, «διότι η ροδιά είναι το σύμβολο του συζυγικού έρωτα της νεαράς συζύγου του Διός και της γονιμότητος αυτής»*

7. Στη γαμήλια πομπή προηγούνταν οι έφιπποι με τα λάβαρα, καθώς και ο γαμπρός, ο οποίος περιστοιχίζονταν από τους αδερφοποιτούς (βλάμηδες) του. Μόλις η πομπή έφτανε στο σπίτι της νύφης, αμέσως στην αυλή άρχιζε ο χορός, κατά τον οποίο τραγουδούσαν και το εξής τραγούδι:

Θέλομε τη νύφη μας
για να πάμε σπίτι μας.
Όλοι λεν να μας τη δώσουν
κι ο πατέρας δεν τη δίνει.
Τάξ’ τε του φλωριά και γρόσια
κι αν δεν φτάνουν κι άλλα τόσα.

8. Οι ίδιες φράσεις επαναλαμβάνονταν και για τη μητέρα, τους αδερφούς και τις αδερφές. Την ίδια στιγμή, μέσα στο σπίτι εξελίσσονται συγκινητικές στιγμές από το κλάμα της νύφης και των οικείων της, λόγω της λύπης του αποχωρισμού. Εντωμεταξύ, οι προσκεκλημένοι της νύφης έμπαιναν κι αυτοί σε δικό τους χορό και λέγανε το εξής τραγούδι:

Μη στενοχωρείσαι κόρη
δεν θα πας σε ξενοχώρι.
Σε ξένο χωριό δεν πάνεις
και δεν ξέρεις τι να κάνεις.
Είσαι εδώ στη γειτονιά σου
και κοντά στο μαχαλά σου.

Στην περίπτωση που η νύφη παντρεύονταν σε απομακρυσμένο χωριό, τότε της λέγανε το εξής τραγούδι:

Μην στενοχωρείσαι κόρη
που θα πας σε ξενοχώρι,
ο πατέρας σου να ζήσει
κι όπου να’ σαι θα σε βρίσκει, κλπ.

9. Στη συνέχεια βγαίνει η νύφη από το σπίτι, συνοδευόμενη από τον πατέρα και τη μάνα της, οι οποίοι την παραδίδουν στον γαμπρό και τους συγγενείς του. Η πομπή πηγαίνει στην εκκλησία, όπου και γίνεται το στεφάνωμα. Μετά τη λήξη της τελετής αυτής, επιστρέφουν καβαλάρηδες στο σπίτι του γαμπρού. Μαζί τους πηγαίνουν και οι αντιπρόσωποι της νύφης, οι λεγόμενοι «μπουγκουτζήδες», ενώ οι άλλοι καλεσμένοι επιστρέφουν στα σπίτια τους.

10. Μόλις η πομπή φτάσει στην αυλή του γαμπρού, η νύφη, έφιππη καθώς είναι, ρίχνει πίσω της την κουλούρα, όπου ο κάθε παρευρισκόμενος προσπαθεί να την πιάσει. Ο πεθερός, πλησιάζει τη νύφη και απλώνει τα χέρια να τη βοηθήσει ώστε να κατέβει από το άλογο, ενώ οι άλλοι λένε το παρακάτω τραγούδι:

Πέσε, νύφη, πέσε,
στου πεθερού τα χέρια,
τίμησε τον πεθερό σου
για να σε φωνάζει νύφη.

Η πεθερά ραίνει το ζευγάρι και τους άλλους με ρύζι όπως και οι πρόγονοί μας τους έραιναν με καταχύσματα (μείγμα μελιού με ξηρούς καρπούς, αμύγδαλα, κλπ). Την ίδια στιγμή, οι παρευρισκόμενοι τραγουδούσαν:

Ρίξε ρύζι να ριζώσει,
πεθερά, να σου προκόψει.

11. Μετά, μπαίνουν στο χορό, κυρίως γυναίκες και νέοι. Το χορό τον σέρνει η νύφη και στη συνέχεια ο γαμπρός, ενώ οι άλλοι τραγουδούνε τα εξής:

Σε πολλές χαρές που πήγα
και σεριάνισα,
τέτοια νιόγραμπρα δεν είδα
δεν συνάντησα.
Ούτε εδώ, ούτε στην πόλη
κι ούτε στη Δερόπολη όλη,
να’ ναι η νύφη τρυγονάκι
κι ο γαμπρός περιστεράκι.
Ίσα νύφη το χορό
σαν κλωνί βασιλικό,
ίσα το και μη φοβάσαι,
τα παπούτσια μη λυπάσαι,
μωρ’ ο πεθερός να ζήσει
κι άλλα θα σου καζαντήσει.

Στη συνέχεια, αναφέρουν το φουστάνι, το γελέκι κλπ, τραγουδώντας:

Θέλω να σου πω, νύφη κι αντρέπομαι,
το χειλάκι σου, το μαγουλάκι σου
γιατί ‘ναι κίτρινο, δεν είναι κόκκινο,
μήπως αρρώστησες, μήπως θερμάστηκες.
Ούτε αρρώστησα, ούτε θερμάστηκα
στενοχωρήθηκα όπου χωρίστηκα
όπου χωρίστηκα απ’ τον πατέρα μου…

(και στη συνέχεια για τη μητέρα, τα αδέρφια και τους άλλους).

12. Οι άντρες, καθούμενοι σταυροπόδι πίνουν τσίπουρα και γεύονται τους μεζέδες, κρέατα, ελιές, σαλάτες, τυρί και άλλα εδέσματα. Με ομοφωνία ορίζεται ο συμποσιάρχης, ή ντολιμπάσης όπως τον λένε, από την ελληνική λέξη εντολή και την τουρκική bash, που σημαίνει κεφαλή, κορυφή, αρχή (ντολιμπάσης = αρχιεντολέας, συμποσιάρχης). Ο ντολιμπάσης, λοιπόν, είναι υπεύθυνος για τις προπόσεις (τα ντολιά), καθώς δίνει οδηγίες στους παρευρισκόμενους και τηρεί την τάξη με σκοπό την αποφυγή προστριβών και παρεξηγήσεων. Εμείς τα παιδιά, αναμέναμε με αγωνία να γευτούμε με τη σειρά μας τα φαγητά μετά από τους άντρες και τις γυναίκες.

13. Οι Βουρκιώτες συνήθιζαν να συνάπτουν τους γάμους κυρίως Γενάρη μήνα, όπως και οι πρόγονοι, οι οποίοι το Γενάρη τον λέγανε Γαμηλίωνα και ήταν ιερός προς τιμή της Ήρας, προστάτιδας του γάμου.

* P. Decharme, Ελληνική Μυθολογία, μτφρ. Αλέξανδρου Μ. Καραλή, Αθήνα, σελ. 119.

(Βασίλειου Κυράνη, ΕΛΛΗΝΟ – ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΑ. Τόμος Γ΄, Κεφάλαιο ΣΤ΄, σελ. 1650 – 1654)

 

 

Share on Facebook79Share on Google+0Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn0Print this pageEmail this to someone

Αφήστε μια απάντηση