ΣΤΑΥΡΙΝΟΣ ΒΗΣΤΙΑΡΗΣ, Ο ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΒΟΡΕΙΟΗΠΕΙΡΩΤΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ

Βορειοηπειρωτική λογοτεχνίαΟ πρόλογος του Κώστα Νάτσιου στην τελευταία έκδοση του ποιήματος του Σταυρινού Βηστιάρη «Διήγησις ωραιοτάτη του Μιχαήλ Βοιβόδα…», αποτελεί σημαντική μελέτη για τον πρώτο επώνυμο Βορειοηπειρώτη ποιητή. Το βιβλίο, επιμελήθηκε και εκδόθηκε από τον ίδιο το Νάτσιο, το 1996, ως μια προσπάθεια αναδείξεως του συγγραφικού έργου των Ελλήνων της Βορείου Ηπείρου από την απαρχή του. Πρόθεση μας είναι να παρουσιάσουμε στο μέλλον αποσπάσματα από το μακροσκελές ποίημα του Σταυρινού Βηστιάρη.

 

 

 

 

ΔΙΗΓΗΣΙΣ ΩΡΑΙΟΤΑΤΗ ΤΟΥ ΜΙΧΑΗΛ ΒΟΙΒΟΔΑ, ΠΩΣ ΑΦΕΝΤΕΥΣΕΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΒΛΑΧΙΑΝ ΚΑΙ ΠΩΣ ΕΚΟΨΕ ΤΟΥΣ ΤΟΥΡΚΟΥΣ ΟΠΟΥ ΕΥΡΕΘΗΣΑΝ ΕΚΕΙ ΚΑΙ ΠΩΣ ΕΚΑΜΕ ΠΟΛΛΑΙΣ ΑΝΔΡΑΓΑΘΙΑΙΣ ΚΑΙ ΥΣΤΕΡΑ ΕΘΑΝΑΤΩΘΗ ΔΙΑ ΦΘΟΝΟΝ ΧΩΡΙΣ ΠΟΛΕΜΟΝ.

Προλεγόμενα

ΚΩΣΤΑΣ ΝΑΤΣΙΟΣ

 

παλιό έγγραφοΗ μέχρι τώρα έρευνα ανέδειξε ως τον πρώτο χρονικά επώνυμο Βορειοηπειρώτη ποιητή, τον Σταυρινό Βεστιάρη  ή Βηστιάρη από τη Μάλτσανη του Δελβίνου. Την καταγωγή του τη δηλώνει ο ίδιος στο μακροσκελές του ποίημα «Ανδραγαθίες του ευσεβεστάτου και ανδρειοτάτου Μιχαήλ Βοεβόδα…». Στο τέλος του ποιήματος γράφει:

Αν θέλετε να μάθετε κι εμένα την πατρίδα
Μαλσιανή η χώρα μου, του Δέλβινου μερίδα,
ευρίσκεται πολλά κοντά ’ς τον άγιον Θεολόγον
τον ευαγγελιστήν Χριστού, καθώς εγώ το λέγω.
Το όνομά μου Σταυρινός, Βηστιάρης το ’πινόμι,
μόνος εγώ το έγραψα με τη δική μου γνώμη.  (στ.1301-1306)

Πρώτος Έλληνας που μας δίνει πληροφορίες για τη ζωή και το έργο του Σταυρινού είναι ο Ζαβίρας[1] από τον οποίο αντλεί και μας μεταφέρει τις πληροφορίες του ο Σάθας[2]. Οι πληροφορίες και των δυο είναι ταυτόσημες. Το ποίημα «Ανδραγαθίαις  του Μιχαήλ Βοεβόδα…» αποτελούμενο από 1312 στίχους στην επανέκδοση του Legrand[3] φέρει τον τίτλο «Διήγησις ωραιοτάτη του Μιχαήλ Βοεβόδα, πως αφέντευσεν εις Βλαχίαν και πως έκοψε τους Τούρκους όπου ευρέθησαν εκεί, και πως έκαμε πολλές ανδραγαθίαις, και ύστερα εθανατώθη δια φθόνον, χωρίς πόλεμον».

Στο ποίημα αυτό ο Σταυρινός εκθέτει με θαυμασμό την όλη δραστηριότητα και τα ανδραγαθήματα του Μιχαήλ Βοεβόδα της Βλαχίας κατά των Τούρκων, ο οποίος σχεδίαζε ν’ ανακτήσει την Κωνσταντινούπολη, να λειτουργηθεί στην Αγία Σοφία και να πραγματοποιήσει την ένωση ορθοδόξων και καθολικών.

Το ποίημα του Σταυρινού αν και υστερεί από ποιητικής άποψης, από ιστορικής άποψης είναι σημαντικό[4]. Για την Βορειοηπειρωτική λογοτεχνία ο Σταυρινός Βεστιάρης είναι ο πρωτοπόρος. Για να γράψει το μακροσκελές αυτό ποίημα στηρίχτηκε στη δημοτική ποίηση, τα ακούσματα της οποίας υπήρξαν ζωντανά σ’ αυτόν. Δεν πρέπει όμως να θεωρείται και εντελώς άσχετος μορφώσεως. Εκτός από την πληροφορία του Ζαβίρα ότι «εθανατώθη μετά του γιου του από τον Στέφανο βοεβόδα» με βάση τις άμεσες και έμμεσες πληροφορίες ας προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε τη ζωή αυτού του πρόδρομου των βορειοηπειρωτικών γραμμάτων.

 

Πληροφορίες και υποθέσεις για τη ζωή του

Οι ασφαλείς πληροφορίες για την καταγωγή και τη ζωή του είναι αυτές που ο ίδιος μας δίνει στο ποίημα που μας άφησε. Ότι κατάγεται από τη χώρα (χωριό) Μαλσιανή (η σημερινή Μάλτσανη), μερίδα του Δελβίνου, που βρίσκεται πολύ κοντά στο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου.

Μάλτσιανη-
Η Μάλτσιανη

Μας πληροφορεί επίσης ότι το όνομά του είναι Σταυρινός και το επίθετό του, το «πινόμι», όπως ο ίδιος γράφει, είναι Βηστιάρης. Το ΒΗΣΤΙΑΡΗΣ δεν ξέρουμε αν το απέκτησε εκ των υστέρων, όταν μπήκε στην υπηρεσία του Μιχαήλ Βοεβόδα. Δεν αποκλείεται και να το κληρονόμησε. Στις πληροφορίες είναι φειδωλός.

Η λέξη βεστιάριο (από την ιταλική vestiario) κατά τους βυζαντινούς χρόνους σήμαινε το διαμέρισμα των ανακτόρων, όπου φυλάσσονταν τα βασιλικά ενδύματα. Ο βεστιάρης ή βεστιάρχης ήταν αξίωμα επιφανές που απονέμονταν σε πρόσωπο ιδιαίτερης εμπιστοσύνης και εκτιμήσεως του βασιλιά, συνάμα δε και τίτλος που απονέμετο σε πρόσωπα με υψηλές θέσεις στην ιεραρχία του κράτους. Κατά την καθιερωμένη βυζαντινή εθιμοτυπία, ο βεστιάρης κατείχε την έκτη σειρά στην ιεραρχία και ήρχετο αμέσως μετά τον Μέγαν Δομέστικον.

Ο Σταυρινός δεν μας γνωστοποιεί το εάν ήταν βεστάρχης, αλλά το γεγονός ότι γνωρίζει λεπτομερειακά τα ανδραγαθήματα του Μιχαήλ και η πληροφορία ότι τον υπηρέτησε πιστά μέχρι τέλους, μας επιτρέπει να υποθέσουμε πως κατείχε θέση εμπιστευτική και σημαντική.

Ο Μιχαήλ βοεβόδας κυριάρχησε και αγωνίστηκε τα έτη 1594-1601. Όλα αυτά τα χρόνια ο Σταυρινός ήταν στην υπηρεσία του. Μετά το θάνατο του Μιχαήλ, “ο ίδιος ο πονηρός Μπάστας, έριξε στη φυλακή της Μπίστριτζας τον Σταυρινό. Την πληροφορία μας τη μεταφέρουν τόσο οι Ζαβίρας και Σάθας όσο και ο ιερομόναχος Νικηφόρος[5]. Οι πληροφορίες αυτές ενισχύονται και απ’ όσα γράφει ο ίδιος ο Σταυρινός στο ποίημά του:

Το όνομά μου Σταυρινός, Βηστιάρης το ’πινόμι,
μόνος εγώ το έγραψα, με τη δική μου γνώμη
εκεί μέσα εις την Εδρελιάν, ’ς της Πίστρισας το κάστρον, (στ.1305-1308)

Αιτία της φυλάκισης του Σταυρινού εκ μέρους του Μπάστα ίσως να υπήρξε το γεγονός ότι ήταν στενός συνεργάτης του Μιχαήλ. Δεν γνωρίζουμε για πόσα χρόνια έμεινε έγκλειστος στη φυλακή της Μπίστριτζας. Ο Ζαβίρας και ο Σάθας μας πληροφορούν πως μετά από τριάντα χρόνια “εφονεύθη με το γιο του από τον βοεβόδα Στέφανο.

εκκλησία-της-Παναγιάς-στη-Μάλτσιανη
Η εκκλησία της Παναγιάς στη Μάλτσιανη

Δεν γνωρίζουμε πόσο έζησε στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Το γεγονός ότι την αναφέρει και μάλιστα χωρίς ενδοιασμούς, καθώς και ότι στο ποίημα διακρίνεται ξεκάθαρα το γλωσσικό ιδίωμα της περιοχής του Δελβίνου, μας κάνει να υποθέσουμε πως έζησε εκεί τουλάχιστον μέχρι και τα χρόνια της πρώιμης εφηβείας. Η μετάβαση του στη Βλαχία θα πρέπει να σχετίζεται όχι μόνο με την ξενιτευτική τάση των Ηπειρωτών προς τις παραδουνάβιες χώρες, αλλά και με την ύπαρξη του Μετοχίου της Μονής του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, που μας μεταφέρει ο λόγιος Ν. Μυστακίδης[6] ο οποίος αναδίφησε παλιά έγγραφα του Μοναστηριού, μας αναφέρει και κάποιον Χρύσανθο που χρημάτισε Ηγούμενος της Μονής το 1640 «όστις εβοήθησε  πολύ την μονήν και απεβίωσε εις Βλαχίαν την 31 Ιούλιου 1650, την εξ Αγίου Ανδρέου (χωριό γειτονικό της Μάλτσιανης (Κ. Ν.)».

Εάν είναι σωστή η πληροφορία του Ζαβίρα ότι «μετά 30 χρόνων ύστερον εφονεύθη ομού με τον υιόν του  εις την Μολδαβίαν υπό του Στέφανος, ηγεμόνος, αδίκως και παραλόγως», θα πρέπει να φονεύθηκε γύρω στα 1631-1632. Τη χρονολογία γέννησής του, θα πρέπει, κατά προσέγγιση να την προσδιορίσουμε γύρω στα 1560-1570, εάν λάβουμε υπόψη το γεγονός ότι στα 1594-1601 υπήρξε στην υπηρεσία του Μιχαήλ  και μάλιστα σε σημαντική θέση.

 

Πληροφορίες και υποθέσεις για τη μόρφωσή του

Όπως για τη ζωή του έτσι και για τη μόρφωσή του οι πληροφορίες είναι πενιχρές. Ο ίδιος μας λέει πως ήταν αμαθής:

Όσοι αναγιγνώσκετε και όσοι διηγάσθε
εάν ευρήτε και σφαλτόν, να μη με βλαστημάτε
ότι εγώ ως αμαθής είπα να γράψω ρίμα. (στ.1291-1293)

Πάντως, ο χαρακτηρισμός αμαθής  δεν θα πρέπει να μας παραπλανήσει, γιατί τόσο στους βυζαντινούς όσο και στους υστεροβυζαντινούς ποιητές, συγγραφείς και αντιγραφείς χειρογράφων, χαρακτηρισμοί του τύπου αμαθής, ταπεινός κ.α. απαντώνται συχνά και βρίσκονται εντός του χριστιανικού ιδεώδους. Αυτό φαίνεται και στους τελευταίους στίχους του ποιήματος:

Και όλοι νάχετε χαράν εκ πνεύματος αγίου
Δόξα Πατρί και Υιώ και Πνεύματι αγίω,
τω ποιητή και πλάστη μου, θεώ τω πανταιτίω. (στ.1310-1312)

Θεολόγου
Η Μονή του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου

Η Μονή του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου που βρίσκεται δίπλα στο χωριό του Σταυρινού, ήταν γνωστή και σημαντική στην περιοχή Δελβίνου, μαζί μ’ εκείνες της Κάμενας, Δρυάνου, Πέπελης, Σωρωνιάς, Δίβρεως, κ.α. Στις μονές αυτές χρημάτισαν ηγούμενοι γραμματισμένοι για την εποχή τους. Στις μονές αυτές λειτουργούσαν σχολεία. Έτσι, στη μονή Θεολόγου αναφέρεται το 1299 ο Ιωασάφ «ηγούμενος και πνευματικός, ην πολύ βαρύς από γράμματα». Η Σταυροπηγιακή μονή της Κάμενας «διετήρη φώτων εστίας από του 1275 μέχρι του 1627 απροσκόπτως».

Στα μοναστήρια της περιοχής Δελβίνου, Αργυροκάστρου και άλλων βορειοηπειρωτικών περιοχών λειτουργούσαν τα σχολεία του Νάρθηκος. Η ελληνική παιδεία είχε βρει άσυλο στα μοναστήρια. Στη Μονή του Θεολόγου θα πρέπει να έμαθε τα πρώτα γράμματα ο Σταυρινός Βηστιάρης. Ασφαλώς, η παιδεία του δεν ήταν και τόσο σπουδαία αλλά δεν θα πρέπει να υπήρξε και παντελώς άμοιρος παιδείας. Θα πρέπει να γνώριζε και παλαιότερα συγγράμματα. Δεν είναι άσχετες με τη μόρφωσή του οι αναφορές σε λαμπρές προσωπικότητες του αρχαίου και μεσαιωνικού κόσμου όπως ο Αχιλλέας[7], ο Αλέξανδρος ο Μέγας[8], ο Βελισάριος[9]. Ομοίως και τα προβλήματα που αντιμετώπιζε η Εκκλησία με το σχίσμα.

Τόσο ο ήρωας μας ο Μιχαήλ Βοεβόδας, όσο και ο συγγραφέας του έργου τάσσονται υπέρ της ένωσης των δύο εκκλησιών. Κοινός εχθρός τους ήταν ο Τούρκος κατακτητής. Το Μιχάλη, όπως τον αποκαλεί πολλάκις, τον βλέπει όχι μόνον ως αγωνιστή της ελευθερίας, αγωνιστή του γένους, της πατρίδας[10], αλλά και αθλητή της χριστιανοσύνης[11].

Η πράξη του Βηστιάρη να γράψει το έμμετρο αυτό μυθιστόρημα και τα εύσημα που απονέμει στον ήρωα είναι εύσημα και για τον ίδιο, γιατί ήταν συνεργάτης του, πιστός μέχρι τέλους και μετά το θάνατο του.

Ένα άλλο στοιχείο που είναι άξιο μνημόνευσης είναι το γεγονός ότι ο ποιητής όπως και οι πιο ονομαστοί συγγραφείς της βυζαντινής και υστεροβυζαντινής περιόδου, θέλει να γράψει όσα γράφει επειδή βλέπει πως περνάει ο χρόνος και υπάρχει κίνδυνος κάποια σημαντικά γεγονότα να πέσουν στη λήθη του χρόνου[12]. Αν και γράφει σε δημώδη γλώσσα, εισάγει που και που αρχαιοπρεπείς λέξεις όπως νυν, έχουσιν, τοις ανδραγαθίαις, διασκορπίζουσιν, ένθα, κ.α.

Το ποίημα ο Σταυρινός το έγραψε λίγο μετά το θάνατο του αφέντη του το 1601. Ο ίδιος μας λέει πως το έγραψε μέσα σε δύο νύχτες, στο κάστρο της Πίστρισας, Φεβρουάριο μήνα[13]. Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός πως ο Βηστιάρης ως οπαδός και πιστός συνεργάτης του Μιχαήλ φυλακίστηκε από τον ίδιο το φονιά του αφέντη του, θα μπορούσαμε να καταλήξουμε στο συμπέρασμα πως το ποίημα γράφτηκε την πρώτη και δευτέρα Φεβρουαρίου 1602. Eίναι γραμμένο σε δεκαπεντασύλλαβο ομοιοκατάληκτο στίχο. Αποτελείται από 1312 στίχους. Είναι σημαντικό το γεγονός ότι «η αρετή και ο θάνατος ενός ξένου ήρωα, όπως είναι η περίπτωση του Μιχαήλ του Γενναίου, να σταθούν κέντρισμα ποιητικής δημιουργίας σ’ έναν άλλο λαό, τον ελληνικό, όταν ο ίδιος ο λαός που τον γέννησε, τον αγνόησε και τον άφησε να βουλιάξει στη λήθη».

Τόσο ο Ρούσσος[14] και ο Οικονομίδης[15] όσο και ο καθηγητής Μητσάκης επισημαίνουν την επίδραση της δημοτικής ποίησης στο ποίημα του Σταυρινού. Ο λεκτικός πλούτος του τοπικού ιδιώματος της Βορείου Ηπείρου και τα τοπικά δημοτικά τραγούδια έχουν επιδράσει σημαντικά στη διαμόρφωση του ποιήματος αυτού. Αν και γράφτηκε περίπου πριν από τέσσερις αιώνες, το ποίημα είναι ευκολοδιάβαστο και ευκολονόητο για τον κοινό αναγνώστη. Το ποίημα του Σταυρινού, εκτός από τη σημασία του σαν πρώτο επώνυμο βορειοηπειρωτικό λογοτέχνημα, αποτελεί και ένα ντοκουμέντο σημαντικό για να παρακολουθήσουμε την εξέλιξη του γλωσσικού ιδιώματος της περιοχής του Δελβίνου. Αναφέρω μερικές λέξεις που απαντάμε στο ποίημα του Σταυρινού, οι οποίες προφέρονται το ίδιο και στις μέρες μας.

Πώκρεναν, αρχινούν, βίον (που σημαίνει το βιο, το έχειν, τα σφαχτά), πώκαμεν, γλυτωμό, το σκαμνί (εδώ σημαίνει το θρόνο), το ελέν, γλήγορα, του κακοφάνη (πεισμάτωσε), μαργωμένοι, τάμπ(α)ρον (ανοιχτό, άδειο), αστόχησε (λησμόνησε, ξέχασε), κρυβημένος (κρυμμένος), ξυφτέρι (το ξεφτέρι), λόγγος, τα γεροντάτα (τα γηρατειά), να πάνει, να μώρθει, τίποτες, κ.α.

Χάριν της ομοιοκαταληξίας, ρίμα την αποκαλεί ο ίδιος ο Σταυρινός, αλλάζει τον τονισμό των λέξεων. Ενώ θα πρέπει να τονίζεται η λήγουσα ή η προπαραλήγουσα, μεταφέρει τον τόνο στην παραλήγουσα. Για παράδειγμα:

Από την πολλήν ζηλίαν κ’ έμεινε στην ερημίαν (στ.20), ή

Έπαιρναν ταις γυναίκες με τα παιδία
και πλούσιοι και επτωχοί είχαν στενοχωρία. (στ. 55-56)

Προς το σκοπό αυτό και τον Μιχαήλ Βοεβόδα πότε τον αποκαλεί Μιχάλη, πότε Μιχαήλ και πότε Μιχαήλη. Το ίδιο κάνει και με τα ρήματα: πότε γράφει έκαναν, πότε εκάνασιν, είδανείδασι. Χάριν της ρίμας χρησιμοποιεί ταυτοχρόνως δύο αρνήσεις: να μηδέν αργήσουν.

Αν και το ποίημα του Σταυρινού υστερεί από ποιητικής απόψεως, εντούτοις έγινε ανάρπαστο και διαβάστηκε από τους υπόδουλους, οι οποίοι συγκινούνταν διαβάζοντας διηγήσεις που αφορούσαν τον αγώνα κατά των Τούρκων.

 

Οι εκδόσεις

βενετικά αρχείαΟι πληροφορίες που μας παρέχουν οι κατά καιρούς μελετητές και ιστορικοί για το πότε πρωτοδημοσιεύτηκε το ποίημα και πόσες εκδόσεις έγιναν, διίστανται. Οι Ζαβίρας και Σάθας ομιλούν για δύο εκδόσεις, η πρώτη το 1668 και η δεύτερη το 1683. Και οι δύο εκδόσεις « ενετήισι, παρά νικολ. γλυκεί». Ο Legrand που εξέδωσε το ποίημα του Σταυρινού το 1877, το αντέγραψε από την έκδοση Morteli, δηλαδή, υπήρξε και μια τρίτη έκδοση για την οποία κάνει λόγο ο ιερομόναχος Νικηφόρος.  Ο Οικονομίδης γράφει «περί πολυαρίθμων αυτού εκδόσεων» που «έσχε και μιμητάς, ως είναι ο Γεώργιος Παλαμίδης, Ματθαίος ο Μυρέων, Άνθιμος Διακρούσης, Ιγνάτιος Πετρίτσης και Ιωάννης Σπόντης». Ο Σπυρίδων Λάμπρος στο Katalog of the greek Manuscripts on mont Athos, T.I.Cambridge 1895, σελ. 92 γράφει πως το έμμετρο «Χρονικό» του Σταυρινού δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στη Βενετία κατά το 1638».Ο Βορειοηπειρώτης ιστορικός Βασίλειος Μπαράς[16] επίσης γράφει πως η πρώτη έκδοση έγινε το 1638, αλλά δεν αναφέρει την πηγή της πληροφορίας. Πιθανόν, πηγή του να είναι ο Λαμπρίδης.

Ο ιερομόναχος Νικηφόρος, που προλογίζει την έκδοση Morteli του ποιήματος του Σταυρινού μαζί με ένα ποίημα του Ματθαίου Μυρέων γράφει πως έγινε με έξοδα του «φιλομαθεστάτου και χρησιμοτάτου  εν άρχουσιν Κυρού Πάνου Πεπανού εκ Πωγωνιανής», συμπατριώτη και φίλου του Ματθαίου Μυρέων. Δεν γνωρίζουμε τον ακριβή αριθμό των εκδόσεων. Προς το παρόν μπορούμε να μιλήσουμε μετ’ ασφαλείας για τέσσερις: δύο που έγιναν «παρά Νικολάω Γλυκεί», τρίτη είναι η έκδοση Morteli και τέταρτη η έκδοση Legrand.

Στην παρούσα έκδοση εφαρμόζουμε το μονοτονικό σύστημα, για να διευκολύνουμε τους αναγνώστες. Δεν προσπαθούμε να διορθώσουμε πιθανά γραμματικά (ορθογραφία, στίξη, κλπ) λάθη κειμένου, αλλά αποδίδουμε το κείμενο ως το παρέδωσε ο συγγραφέας. Επειδή υπάρχουν, όπως προαναφέραμε, μερικές εκδόσεις, που δεν συμφωνούν πάντα μεταξύ τους στην προφορά και στην ορθογραφία κάποιων λέξεων, καταχωρούμε στις υποσημειώσεις τις ασυμφωνίες αυτές.

Το ποίημα του Σταυρινού μεταφράστηκε στη ρουμανική. Ρουμάνοι μελετητές συνέγραψαν πραγματείες περί του θέματος αυτού.

 

Μιχαήλ ο Γενναίος και τα δημοτικά γι’ αυτόν τραγούδια

ο-Γενναίος
Μιχαήλ ο Γενναίος

Για την καταγωγή του Μιχαήλ του «Γενναίου» γράφτηκαν πολλά. Κατά τον Constantin Giurescu[17] o Μιχαήλ ήταν γιος του Πετράσκου του Καλού ( 1554-1558). Οι χρονογράφοι, όμως, της εποχής του, όπως παρατηρεί ο P.P. Panaitescu[18] παραδίδουν ότι ο Μιχαήλ προερχόταν από το λαό. Σύμφωνα με τους χρονογράφους αυτούς η μητέρα του ήταν Ελληνίδα στην καταγωγή, Θεοδώρα καλούμενη. Και κατά το επίσημο χρονικό που αναφέρεται η δράση του ηγεμόνα Μιχαήλ του Γενναίου, που έγραψε ο λογοθέτης Θεοδόσιος «Η Ελληνίς μήτηρ του ηγεμόνος, Θεοδώρα, είχε αδελφόν ονόματι Ιωάννην «Έλληνα το γένος»[19].

Ήταν φυσικό, οι νικηφόροι πόλεμοι του Μιχαήλ, που δίκαια αποκαλεστηκε Γενναίος (viteazul, bravu), να συγκλονίσουν την ψυχή των υπόδουλων λαών της Βαλκανικής χερσονήσου και να αναπτερώσουν την ελπίδα για την ανάκτηση της πολυπόθητης ελευθερίας. Την εποχή που ο Μιχαήλ ο Γενναίος διεξήγαγε τους νικηφόρους αγώνες του κατά των Τούρκων, οι Έλληνες έστρεψαν προς αυτόν ελπιδοφόρα βλέμματα, ενώ ο μητροπολίτης Λαρίσης, Διονύσιος, σκέφτηκε πως ήρθε η ώρα για την απελευθέρωση του Γένους των Ελλήνων και τέθηκε επικεφαλής επαναστατικού κινήματος. Η επανάσταση του Διονυσίου απέτυχε. Ο ίδιος κατηγορήθηκε από τους Τούρκους ότι ήλθε σε διαπραγματεύσεις με τον Μιχαήλ και ότι έστειλε χρήματα σ’ αυτόν.

Ιστορικά τραγούδια αναφερόμενα στο Μιχαήλ το Γενναίο βρίσκουμε τόσο στην Ελλάδα όσο και στη Βουλγαρία. «Είναι πολύ τιμητικόν δια τον Ελληνισμόν, γράφει ο καθηγητής Κωνσταντίνος Άμαντος[20], ότι πρώτος εξετίμησε το απελευθερωτικόν έργο του Μιχαήλ του «Γενναίου», συνεκινήθη και απένειμεν εις αυτόν τον δέοντα έπαινον».

 Το ελληνικό τραγούδι για το Μιχαήλ διασώθηκε σε έξι παραλλαγές. Παραθέτουμε παρακάτω τις παραλλαγές αυτές:

ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ Α΄

Μιχάλμπεης εξέβηκε να πάει να σεριανίσει
με τριανταδύο χρυσούς σταυρούς, με δώδεκα βαγγέλια
με δεκοχτώ πλεμματικούς, με δέκα καλογέρους.
«Γύριζε πίσου, λόγιαζε και στης Βλαχιάς τα μέρη
πως κοκκινιάζουν φλάμπουρα σαν κάμπους με λουλούδια».
Δεξιά, δεξιά τοις έκοφτε, ζερβά τοις θημωνιάζει,
ήταν ένας καλόγερος κι εκείνος αδελφός του
– Φύγε κι εσύ, καλόγερε, μη λάχει και σε κόψω».
Εβούρκωσε το βλέμμα του απ’ τα πολλά τα χρόνια.

ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ  Β΄

Μιχάλ-μπεής μας κίνησε να πάει να πολεμήσει
παίρνει βαγγέλια απ’ τη Βλαχιά και τον σταυρό απ’ την Πόλη.
Μπροστά πααίνει ο σταυρός, κατόπι τα βαγγέλια
Μιχάλ-μπεης ανάμεσα σαν ήλιος σαν φεγγάρι.
Εκεί που παν και κόνεψαν στα πράσινα λιβάδια
ρίχνουν μπαϊράκια κόκκινα στα πράσινα τσαντήρια.
Σαν έφκιασαν τον πόλεμο, το έρημο το τσέγκι
ο καραούλης φώναξε, ο καραούλης λέει:
– Πάψε, Μιχάηλ, τον πόλεμο, το έρημο το τσέγκι
να μετρούμεν τ’ ασκέρι μας, να μετρούμεν το σεφέρι.
Μετρούν οι Τούρκοι τρεις φορές, τους λείπουν τρεις χιλιάδες
μετρούν και τα βλαχόπουλα, τους λείπουν τρεις νομάτοι.
Κρίμα σε τέτοια παιδιά, σε τέτοια παλικάρια.

ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ Γ΄

Ακούσατε το Μιχάλ-μπεη πως κυνηγεί τους Τούρκους
με τα βαγγέλια της Βλαχιάς, με το σταυρό στο χέρι;

ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ Δ΄

Στη Βάρνα και στα Κάβαρνα, κι όξω στο Κιλιαρμάνι
Μιχάλ-μπεης εξέβηκε τ’ άξιο το παλικάρι,
παλικαράκια σύναξε, όλα άξια του πολέμου,
να πα να πολεμήσουνε τον Τούρκο και το Ρούσσο
το Ρούσσο και τον Τάταρη και τους σκυλοκεφάλους.
Τ’ ακεί πήγε τσαντήρωσε σε πράσινο λιβάδι
Και τις σαϊτες τους τροχούν και τα σπαθιά ’κονίζουν.
-Σαϊτες μη σιλδίσετε, σπαθιά μη ραϊστήτε
και σείς παλληκαράκια μου, αίμα μη φοβηθήτε.
Στα μπάσια χίλιους έκοψε, στα βγάσια δυο χιλιάδες
και στο δευτερογύρισμα δεν βρήκε για να κόψει,
κόβει το δαχτυλάκι του και πέρασε ο θυμός του.

ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ Ε΄

Ακούσετε το Μιχάλ-μπεη πως κυνηγεί τους Τούρκους
με τα βαγγέλια της Βλαχιάς, με το σταυρό στο χέρι.
Παλικαράκια σύναξε, όλα άξια του πολέμου,
και πάησαν και κόνεψαν σε πράσινα λιβάδια
και τις σαϊτες τους τροχούν και τα σπαθιά ’κονίζουν.
-Σαϊτες μη σιλδίσετε, σπαθιά μη ραϊστήτε
και σείς παλληκαράκια μου αίμα μη φοβηθήτε.
Στο έμπα χίλιους έκοψε, στο έβγα δυο χιλιάδες
και στο δευτερογύρισμα δεν βρήκε για να κόψει,

ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ ΣΤ΄

Μιχάλ-μπεής εξέβηκε να πάει να πολεμήσει,
παίρνει βαγγέλι απ’ τη Βλαχιά και τον σταυρό απ’ την Πόλη.
Μπροστά πααίνει ο σταυρός, κατόπι τα βαγγέλια
Μιχάλ-μπεης ανάμεσα σαν ήλιος σαν φεγγάρι.
Εκεί που παν και κόνεψαν στα πράσινα λιβάδια
ρίχνουν μπαϊράκια κόκκινα στα πράσινα τσαντήρια.
Και τις σαϊτες τους τροχούν και τα σπαθιά ’κονίζουν
-Σαϊτες μη σιλδίσετε, σπαθιά μη ραϊστήτε
Κι εσείς παλληκαράκια μου αίμα μη φοβηθήτε.
Στο έμπα χίλιους έκοψε, στο έβγα δυο χιλιάδες
και στο δευτερογύρισμα δεν βρήκε για να κόψει.

Η Α΄ Παραλλαγή του άσματος δημοσιεύτηκε πρώτα από τον E.Legrand[21], η Β΄ Παραλλαγή καταγράφτηκε από τον Tud. Burada σ’ ένα ταξίδι του στη Μακεδονία και δημοσιεύτηκε από τον ίδιο στο φιλολογικό περιοδικό του Βουκουρεστίου Convorbiri Literare. Τους στίχους της Γ΄ Παραλλαγής τους δημοσίευσε ο N. Jorga από άλλη παραλλαγή, της οποίας την προέλευση αγνοούμε. Η Δ΄ Παραλλαγή ήταν ανέκδοτη και καταγράφτηκε το 1937 από τον καθηγητή Γ. Α. Μέγα στην Αγία Ελένη Σερρών από έναν χωρικό που καταγόταν από το Κωστί της Ανατολικής Θράκης. Και η Ε΄ Παραλλαγή ήταν ανέκδοτη και την κατέγραψε ο Δ. Οικονομίδης το 1948 στην Κοκκινιά από τον Κωνσταντινουπολίτη Άγγ. Αποστολίδου. Και την ΣΤ Παραλλαγή κατέγραψε ο Δ. Οικονομίδης από την Κωνσταντινουπολίτισσα  Αντιγόνη Σταυροπούλου.

Στα παραπάνω άσματα βλέπουμε με πόση συγκίνηση ο ελληνικός λαός τραγούδησε τον ήρωα πολεμιστή, τον αγωνιζόμενο ενάντια της τουρκικής τυραννίας. Το Μιχαήλ τον εξέλαβε ως πολεμιστή του Σταυρού κατά του αλλόπιστου  δυνάστη, αγωνιζόμενο με τα σύμβολα του χριστιανισμού, το Σταυρό και τα Ευαγγέλια κι αυτός λάμποντας σαν αστέρι.

Την εικόνα του ήρωα του χριστιανισμού ο δημοτικός ποιητής τη δανείστηκε  από την παράσταση στην οποία υμνείται ο ίδιος ο Χριστός:

Χριστός γεννιέται
σα γήλιος φέγγει
σα νιο φεγγάρι
σαν παλικάρι.

Οι παραλλαγές του άσματος για το Μιχαήλ δεν μας αφηγούνται με χρονολογική ακρίβεια τα γεγονότα, αλλά μας δίδουν την απήχηση που είχαν τα γεγονότα στην ψυχή του λαού. Μας δίδουν πέρα από κάθε ιστορική λεπτομερειακή περιγραφή το βαθύτερο νόημα των γεγονότων.

 

 

Βιβλιογραφία

[1] Ζαβίρας Γεώργιος, Νέα Ελλάς ή Ελληνικόν Θέατρο, Αθήνα 1972.

[2] Σάθας Κωνσταντίνος, Βιογραφίαι των εν τοις γράμμασι διαλαμψάντων Ελλήνων (1453-1821) Εν Αθήναις 1868.

[3] Legrand E, Recueil de poemes historiques en Grec Vulgaire relatif a la Turqoie et Aux principautes danbiennes, Paris, 1877, σελ/114.

[4] Μητσάκη Κ. Εισαγωγή στη Νέα Ελληνική Λογοτεχνία, Πρωτοελληνική χρόνοι, Μέρος πρώτο, σελ 188-191, Αθήνα 1989.

[5] Βλέπε στη σελ. 23. Νικηφόρου Προλεγόμενα.

[6] Μυστακίδης Νικ. Βλ. Εκκλησιαστική Αλήθεια, Έτος 18 (1898), σελ. 444, 482-484.

[7] «με τι τρόπον να νικηθεί ο νέος Αχιλλέας (στίχ. 428).

[8] Αλέξανδρος ο βασιλεύς όλην την οικουμένην/ με τους Ρωμαίους ώρισεν, διατ’ ήσαν ανδρειωμένοι (στιχ.157-158).

[9] όμως το πώς ν’ αφηγηθώ τον νέον Βελισάρη (στιχ. 649).

[10] αν Μακεδόνες ήμεσθεν, σήμερον ας φανούμεν/ σήμερον ας τιμήσουμε και γένος και πατρίδα (στιχ. 160-161).

[11] εγ’ώμοσα εις τον Χριστόν τούρκους να μην δουλέψω (στίχ. 601). Κι έχυσα το αίμα μου για τη χριστιανοσύνη (στιχ. 824). Να λυτρωθούν οι χριστιανοί, να σμίξ’ η εκκλησία (στιχ. 859).

[12] Ο νους μου με παρακινά κη ο λογισμός μου φέρνει/του κόσμου τα καμώματα να δίδη και να παίρνη/βλέποντας πως πορεύεται ο κόσμος, πως περνάει/δεν δύναμαι να τον βαστώ να βλέπω τέτοιο πράμμα/ μα θέλω να το διγηθώ βαλμένον εις το γράμμα (στίχ. 39-44)

[13] Εκεί μέσα εις την Ερδελίαν, ’ς της Πίστρισας το κάστρον/ εκάθισα και τώγραψα την νύκτα με το άστρον/ ’ς την πρώτην και εις δεύτερην μηνός Φεβρουαρίου.

[14] Russo, O. Poema Lui Stavrinos.. εν Studi istorice Greco-Romane, σ.σ 122-124.

[15] Οικονομίδης Δ. Μιχαήλ ο Γενναίος και τα περί αυτού άσματα Ελλήνων και Βουλγάρων, εν Λαογραφία 14 (1952).

[16] Μπαράς Βασίλειος, Το Δέλβινο της Βορείου Ηπείρου, σελ.201, Αθήνα 1966.

[17] C. Giurescu, Istoria Romanilor, Craiova, αν.χρον. εκδ. σελ. 103.

[18] P.P.Panaitescu, In jurul Mihai Viteazul, περιοδικό Revista istorica romana rdv. VII, τεύχος I-II, Bukuresti 1937,σελ.17.

[19] …Avunculus vel matris fratre gente graecus. Papin llalranu, Tezauri de mommente istorice a Romanici, τόμος 1, Bukuresti 1868, σελ. 9.

[20] Κωνστ. Αμάντου, Οι Έλληνες εις την Ρουμανίαν προ του 1821, Λόγος επί τη αναλήψει της προεδρίας της Ακαδημίας Αθηνών, Αθήναι, 1944, σελ. 14.

[21] E.Legrand, Rekueil de chanschons populaire grecques publiees e tradutes pour la premiere fois. Paris, 1874, σε. 292, αριθ. 131.

 

 

 

 

Share on Facebook0Share on Google+0Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn0Print this pageEmail this to someone

Αφήστε μια απάντηση