ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΜΠΑΡΑΣ – Ο ΑΚΑΜΑΤΟΣ ΕΡΕΥΝΗΤΗΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΕΝΟΣ ΤΟΠΟΥ

 

 

Ο Βασίλειος Μπαράς γεννήθηκε στην Άνω Λεσινίτσα το 1887. Ο ίδιος ανέφερε για την καταγωγή του πως η γενιά του κρατούσε από την Κάριανη της Ρίζας. Ο λόγος της μετακίνησης αυτής δεν είναι γνωστός. Το μέρος όπου έστησαν οι «Μπαράδες» το σπιτικό τους πήρε και το όνομά τους: «Η ράχη του Μπαρά». Εκεί γεννήθηκε ο Βασίλης, ο γιος του Γιώργη και της Χαρίκλειας, το γένος Σκεύη από τη Δρόβιανη.

Έλαβε τα πρώτα γράμματα στο σχολείο του χωριού και φοίτησε για ένα χρόνο στην Κεντρική Αστική Σχολή της Μονής Γερμανού ανάμεσα σε Άνω και Κάτω Λεσινίτσα. Το 1899 μετέβη στην Αθήνα (ο πατέρας του που βρίσκονταν εκεί τον έφερε κοντά του) όπου τελείωσε το Γ’ Γυμνάσιο Αθηνών, στην Πλάκα. Ο πατέρας του σκόπευε να τον κάνει φούρναρη μα σύντομα αντιλαμβάνεται την κλήση του προς τα γράμματα. Για ένα σύντομο διάστημα εργάζεται ως γραμματέας σε γνωστό δικηγορικό γραφείο όπου ήδη αρχίζει να χτίζεται η φήμη του ως ικανού ανθρώπου της πένας. Απ’ ό, τι φαίνεται όμως, δεν μπορούσε να μείνει μακριά από την τουρκοκρατούμενη πατρίδα του. Αποφασίζει να επιστρέψει και να εργαστεί ως δάσκαλος, ακολουθώντας μια παράδοση ελληνοδιδασκάλων του προηγούμενου αιώνα που κατάγονταν από τα γύρω χωριά.

Για 44 ολόκληρα χρόνια, από το 1903 έως το 1947, διδάσκει σε χωριά του Δελβίνου, της Χειμάρρας, του Πωγωνίου και των Φιλιατών. Άρχισε από τα κοινοτικά εκπαιδευτήρια της τουρκοκρατίας και συνέχισε τη σταδιοδρομία του  στα δημόσια σχολεία της ελληνικής Ηπείρου. Όπως αναφέρει ο Λέανδρος Βρανούσης, ο Βασίλειος Μπαράς ανήκει σε εκείνους τους ανθρώπους που «ξεχέρσωναν τα κατσάβραχα και όργωναν τα βουνά για να καλυτερέψουν τη φύτρα των ανθρώπων». Προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στα χωριά, όπως οι δραγάτες, για λίγα ταγάρια γέννημα και έκαναν τα πάντα: δάσκαλοι, ψάλτες στις εκκλησιές, γραμματικοί για την κοινότητα, κοινωνικοί λειτουργοί στην υπηρεσία του συνόλου, μπροστάρηδες στους εθνικούς αγώνες. Ενώ ο Γρηγόρης Κατσαλίδας μας ενημερώνει πως υπήρχαν φορές που εργάζονταν δίχως αμοιβή! Ο μαθητής του και μετέπειτα δάσκαλος και σημαντικός λαογράφος κι αυτός, επίσης από την Λεσινίτσα (!), μας παραθέτει και μερικές πληροφορίες  (ανάμεσα στα πολλά άλλα) για το παρουσιαστικό του. Απέριττος, ανεπιτήδευτος, απεριποίητος και αφρόντιστος. Κασκέτο βαθιά βυθισμένο ως τα φρύδια, τσιμπούκι συνέχεια στο στόμα του και μια γιαννιώτικη παλιά ομπρέλα που τον συνόδευε πάντα στα ταξίδια του.

Παράλληλα, κι ενώ δεν είναι ούτε είκοσι ετών, ξεκινά την καταγραφή εθίμων και δημοτικών τραγουδιών, την αντιγραφή επιγραφών, την συγκέντρωση εγγράφων και την μελέτη ιστορικών κειμηλίων του τόπου. Το 1909, όταν ήταν δάσκαλος στο χωριό του, ιδρύει την «Φιλεκπαιδευτική Αδελφότητα» με πρόεδρο τον Αριστοτέλη Παπά και γενικό γραμματέα τον ίδιο, εκμεταλλευόμενος τις λίγες ελευθερίες που παραχώρησε το τουρκικό σύνταγμα (Χουριέτ). Σκοπός της, η βελτίωση και εύρυθμη λειτουργία των σχολείων της κοινότητας. Υπήρξε μέλος της «Ηπειρωτικής Εταιρίας».

Από το 1914 έως το 1916 παίρνει μέρος στον Αυτονομιακό Αγώνα ως επιλοχίας του 3του λόχου του συντάγματος Δελβίνου. Μετά την αποτυχία του αγώνα, αναγκάζεται να εκπατριστεί υπό την πίεση του αλβανικού παράγοντα. Περνάει στην Θεσπρωτία και διδάσκει στα εκεί χωριά έχοντας πάντα στραμμένη την προσοχή του στην πατρίδα.

Κατά τη διάρκεια της Εκπαιδευτικής απεργίας που ακολούθησε το κλείσιμο των ελληνικών σχολείων από το βασιλιά Ζώγκου (1934) αρθρογραφούσε συχνά για το θέμα σε τοπικές αλλά και σε μεγάλες αθηναϊκές εφημερίδες, στηλιτεύοντας την αδικία που υφίσταντο οι συμπατριώτες του.

Η ιταλογερμανική κατοχή τον φέρνει στη γενέτειρά του. Ο Γ. Κατσαλίδας που συναντιέται μαζί του τότε, μας ενημερώνει για την προσοδοφόρα επαφή τους και για «δύο μεγάλα σεντούκια (…) γεμάτα με ογκώδες υλικό που προόριζε για εκτύπωση σε βιβλίο σε κάποια κατάλληλη στιγμή». Δυστυχώς, μέσα στη δίνη των  γεγονότων που ακολούθησαν εκείνη την ταραγμένη περίοδο για την περιοχή, το υλικό χάνεται (σαπίζει στοιβαγμένο σε σάκους πεταμένους κάπου στο χωριό!). Προστίθεται έτσι στα πάμπολλα έγγραφα βορειοηπειρωτών  λογοτεχνών και λογίων, που χάθηκαν λόγω των δυσχερών συνθηκών και των περιπετειών του χώρου.

Το 1943, στιγματισμένος ως Έλληνας εθνικιστής, μεταπηδάει στη Στουγάρα για να σωθεί.

Το 1947 εγκαθίσταται, απόμαχος πλέον, μόνιμα στην Αθήνα. Παρά τα όσα υπέφερε, ο Βασίλειος Μπαράς τα δέχτηκε όλα με καρτερία και έχοντας πάντα ένα μεγάλο καημό. Τα «χαρτιά» του, όπως αποκαλούσε τα παλιά έγγραφα και τα τετράδια με το πολύτιμο υλικό που είχε συγκεντρώσει για τον τόπο του και όχι μόνο.

Το πρώτο δημοσίευμά του χρονολογείται το 1905. Ένα λαογραφικό σημείωμα στην εφημερίδα «Πύρρος». Ακολουθούν στην ίδια εφημερίδα άλλα άρθρα (τραγούδια και ένα ιστορικό έγγραφο) στα οποία διαφαίνεται στον νεαρότατο δάσκαλο το αισθητήριο του ιστοριοδίφη. Από τότε και σχεδόν καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του, θα ακολουθήσουν δημοσιεύσεις σε πολλές εφημερίδες. Μερικές απ’ αυτές: «Ηπειρωτικόν μέλλον» (Αθηνών), «Βόρειος Ήπειρος» (Αθηνών), «Ηπειρωτικά Νέα» (Αθηνών), «Θεσπρωτικά Νέα» (Αθηνών) «Βορειοηπειρωτικός Αγών» (Αθηνών), «Πανηπειρωτικός Αγών (Αθήνα), Ηπειρωτική Ζωή (Αθήνα), «Θεσπρωτία» (Φιλιατών), «Ηπειρωτική Εστία» (Ιωαννίνων), «Πρωινός Λόγος» (Ιωαννίνων) «Κραυγή» (Ιωαννίνων).

Απεβίωσε στην Αθήνα στις 10 Ιουλίου 1964 όταν τον βρήκε η εγκεφαλική συμφόρηση σκυμμένο επάνω στα αγαπημένα «χαρτιά» του.

Σημαντικό μέρος του έργου του ευτύχησε να συμπεριληφθεί στο βιβλίο «Το Δέλβινο της Βορείου Ηπείρου και οι γειτονικές του περιοχές», το οποίο εκδόθηκε το 1966 σε επιμέλεια του Λέανδρου Βρανούση, διευθυντή του Μεσαιωνικού Αρχείου της Ακαδημίας Αθηνών. Τις εκδοτικές δαπάνες του βιβλίου ανέλαβαν οι τρεις γιοι του Γιώργος, Πέτρος και Φώτος.

Ο Βασίλειος Μπαράς δεν έγινε γνωστός σε ευρύ κύκλο λογίων και τα δημοσιευμένα άρθρα του σε επαρχιακά έντυπα δεν ξεπέρασαν τα τοπικά ενδιαφέροντα του ιδίου. Δεν θα μπορούσαμε να μιλάμε επομένως για έναν λόγιο με πανελλήνια εμβέλεια. Για την ελληνική μειονότητα ωστόσο,  το έργο του κρίνεται υπερπολύτιμο και βαρύνουσας σημασίας.  Ο ίδιος, θα μείνει για πάντα στην συνείδηση των ελλήνων της Αλβανίας ως ένας ακούραστος εργάτης για τη διάσωση του λαογραφικού και εν γένει του πολιτιστικού  πλούτου της περιοχής.

 

Σημείωση: Η πληροφορίες του κειμένου έχουν αντληθεί από τον πρόλογο του Λ. Βρανούση για το βιβλίο «Το Δέλβινο της Βορείου Ηπείρου και οι γειτονικές του περιοχές», Αθήναι, 1966 και από το κείμενο του Γρηγόρη Κατσαλίδα «ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΒΑΣΙΛΗ ΜΠΑΡΑ» το οποίο περιλαμβάνεται στο βιβλίο του: «Το γενεαλογικό δέντρο της Λεσινίτσας», Εκδόσεις Οδυσσέας, Αθήνα 2009.

 

 

Photo: Ο Βασίλειος Μπαράς με φόντο το χωριό Άνω Λεσινίτσα (φωτογραφία από toorama.blogspot.gr).

 

 

 

 

Share on Facebook0Share on Google+0Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn0Print this pageEmail this to someone

Αφήστε μια απάντηση