ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟ ΖΩΓΡΑΦΟ ΒΑΣΙΛΗ ΤΑΛΛΙΟ

                   Αργυρόκαστροαφιέρωμα                       

 

Ένα άγνωστο μυθιστόρημα ενός γνωστού καλλιτέχνη

Ο λόγος για τον γνωστό, αξιόλογο δεροπολίτη ζωγράφο Βασίλη Γ. Τάλλιο. Γεννήθηκε στο χωριό Καλογοραντζή της Κάτω Δερόπολης Αργυροκάστρου, στις 23 Αυγούστου του 1921. Μικρός έχασε τον πατέρα του Γιώργο, κι έμεινε ορφανός. Η μητέρα του Αθηνά, τον μεγάλωσε με κόπους και θυσίες. Μόλις τελείωσε το δημοτικό σχολείο, πράγμα που η πάμφτωχη μάνα του περίμενε με αγωνία, τον έβαλε τσιράκι σε ένα ράφτη για να μάθει την τέχνη και να βοηθήσει το σπίτι.

Ο δάσκαλος όμως του χωριού, που έβλεπε στον μικρό Βασίλη ένα ευαίσθητο και ταλαντούχο παιδί που διψούσε για μάθηση, την παρότρυνε και την παρακάλεσε να τον στείλει στο σχολείο. Μετά πολλών προσπαθειών, με υποτροφία του Ελληνικού Κράτους, εγγράφεται στο γυμνάσιο της Βοστίνας. Μαζί του άλλοι δυο συγχωριανοί συμμαθητές του. Ήταν τρία ορφανά παιδιά, που διέπρεψαν στα γράμματα και στη ζωή. Εφτά χρόνια φοίτησε ο Βασίλης στη Βοστίνα. Την τελευταία σχολική χρονιά συνέβη  ένα αξιοσημείωτο και ευχάριστο γεγονός, που τον χαροποίησε ιδιαίτερα.

Ο Βασίλης, βάσει μιας φωτογραφίας, ζωγραφίζει το πορτρέτο του Βασιλιά Γεωργίου του Β’. Η διεύθυνση του σχολείου, με την ευκαιρία της 25-ης Μαρτίου, εθνική εορτή της Ελλάδας, στέλνει το πορτρέτο αυτό ως δώρο στο Βασιλιά, στην Αθήνα. Ο Βασιλιάς, στα πλαίσια του θεσμού βράβευσης των νέων ταλέντων, βραβεύει τον ταλαντούχο βορειοηπειρώτη μαθητή του απόμακρου, παραμεθοριακού αυτού σχολείου, που έχει βγάλει όμως απ’ τους κόλπους του πολλά ταλέντα και στελέχη, με το αργυρό μετάλλιο και με το δικαίωμα φοίτησης στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Αθήνας. Και ο Βασίλης γεμάτος όνειρα και προσδοκίες, φεύγει για την Αθήνα. Δεν πρόλαβε όμως καλά-καλά να εγκατασταθεί στην πόλη των ονείρων του και η σκιά του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου αιωρείται απειλητική πάνω απ’ το γαλάζιο ουρανό της.

Η φασιστική Ιταλία επιτίθεται στην Ελλάδα. Η φτώχια και η πείνα δαγκώνουν κατάσαρκα. Η μαυροφορεμένη μάνα του στο χωριό, ολομόναχη και απροστάτευτη. Στην πλάστιγγα μπαίνουν  από τη μια μεριά, τα όνειρα, οι προσδοκίες και το μέλλον του και από την άλλη η μάνα. Και κερδίζει η μάνα. Η μάνα, που είχε αποθέσει όλες της τις ελπίδες, στο μονάκριβο, σπουδαγμένο γιό της. Κι ο Βασίλης γυρίζει στο χωριό. Αρχικά ανοίγει ένα μικρό μαγαζάκι στο Αργυρόκαστρο, κάπου εκεί στο Σταυροπάζαρο, και προσπαθεί με το πινέλο του να βγάζει τα προς το ζην. Αργότερα, το 1944, διορίζεται δάσκαλος στο χωριό του.

Το 1947 μετατίθεται στο Ελληνικό Εφτατάξιο Σχολείο του Δελβίνου μέχρι το 1950, που καλείται να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία στο Ελμπασάν. Νέο περιβάλλον, νέα ενδιαφέροντα κεντρίζουν το ανύπνοτο μυαλό του. Γίνεται οδηγός. Και όχι μόνο. Η οξυδέρκειά του τον οδηγεί σε μια εμπεριστατωμένη μελέτη  για τη βελτίωση της κατανάλωσης των υγρών καυσίμων στα φορτηγά αυτοκίνητα. Την στέλνει στο τότε Υπουργείο Συγκοινωνίας, το οποίο και την υιοθετεί. Ιδρύει και διευθύνει Σχολή Οδηγών  με τους νέους φαντάρους. Κάποιοι «μαθητές» του, υπερήλικες σήμερα συνταξιούχοι, μιλούν με τα καλύτερα λόγια για τον αυστηρό και καλοσυνάτο ινστρούκτορά τους.

Μετά τη λήξη της στρατιωτικής του θητείας, το 1952, διορίζεται καθηγητής στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο των Τιράνων και ένα χρόνο αργότερα μετατίθεται στην όμορφη, παραλιακή πόλη της Αυλώνας. Εργασιομανής και τελειομανής καθώς ήταν, εργάζεται σκληρά και δημιουργεί ασταμάτητα, μέχρι το τέλος της σύντομης ζωής του. Απ’ την Αυλώνα, που την αγάπησε και τον αγάπησε με πάθος, τον χώρισε μόνον ο βίαιος, πρόωρος θάνατος. Τον βρήκε, στον Οβυρό του Αργυροκάστρου, καθώς γυρνούσε απ’ την αγαπημένη του γενέτειρα, το χωριό του, την Καλογοραντζή, για την Αυλώνα στις 14 Γενάρη του 1969, σ’ ένα τρομερό τροχαίο ατύχημα. Έφυγε αφήνοντας πίσω του ένα μεγάλο κενό και ένα πλούσιο και ποιοτικό έργο. Σε τριακόσια  ανέρχονται τα έργα, σε όλα τα είδη της ζωγραφικής, που μας άφησε κληρονομιά ο Βασίλης.

Το 1960, για πρώτη φορά στα χρονικά της πόλης, ανοίγει έκθεση ζωγραφικής. Και αυτή είναι του νέου, καλλίμορφου και δημιουργικού ζωγράφου Βασίλη Τάλλιου. Ακολουθούν άλλες έξι ατομικές εκθέσεις και άλλες τόσες παναλβανικές που ο Βασίλης εμφανίζεται με επιτυχία. Το 1957 συμμετέχει στη διεθνή έκθεση ζωγραφικής στο Κάιρο. Αναπτύσσει πλατιά καλλιτεχνική δραστηριότητα μέσα και έξω απ’ το σχολείο. Σταχυολογεί με αλάνθαστο κριτήριο τα νέα ταλέντα και διοργανώνει και διευθύνει καλλιτεχνικούς ομίλους ζωγραφικής και γλυπτικής, με μεγάλη επιτυχία. Απότοκο αυτής της πολυετούς, πετυχημένης προσπάθειας είναι οι δεκάδες  Αυλωνίτες ζωγράφοι, που διαπρέπουν σήμερα σε όλη τη χώρα, μαθητές του Βασίλη. Ο τύπος της εποχής τον αποκαλεί σκαπανέα της ζωγραφικής στην Αυλώνα και η Ένωση Συγγραφέων και Καλλιτεχνών Αλβανίας, για την υψηλής ποιότητας καλλιτεχνική του δημιουργία και τη μεγάλη του συμβολή στην εξέλιξη των καλών τεχνών στη χώρα, στις 14.9.1962, τον δέχεται στους κόλπους της ως ισότιμο μέλος.                                                                                                                     

Μουσόληπτος και πολυτάλαντος ο Βασίλης δεν παύει να μας εκπλήσσει ακόμα σήμερα.

 

                   Μεσημέρι

 

Τον τελευταίο καιρό, πολλά χρόνια μετά το θάνατό του, η σύζυγός του Ευλαμπία, μια γυναίκα με καλλιτεχνικές ευαισθησίες και ενδιαφέροντα, που του στάθηκε αρωγός σε όλη την ανηφορική διαδρομή της δημιουργικής του δραστηριότητας, καθώς και ο γιός του Γιώργος, ζωγράφος κι αυτός στα ίχνη του πατέρα του, τελειόφοιτος της Ανώτερης Σχολής Καλών Τεχνών Τιράνων, μου παρέδωσαν δεκατρία χειρόγραφα τετράδια. Τα διάβασα απνευστί, με μεγάλο ενδιαφέρον και εντυπωσιάστηκα. Περί πλούτου το ανάγνωσμα. Πώς ο πλούτος καταχτά την ανθρώπινη ψυχή και αδειάζοντάς την από κάθε όμορφο συναίσθημα  τη μετατρέπει σε έρημο. Είναι ένα μυθιστόρημα γραμμένο απ’ το Βασίλη, στις αρχές της δεκαετίας του σαράντα. 

Στο επίκεντρο των εξελίξεων βρίσκεται ο Βούδας και η παγκόσμια βουδιστική οργάνωση «Το χέρι της Σιωπής». Ο μυστικισμός και η μυστικοπάθεια που διέπει  την οργάνωση αυτή, οι αυστηροί, άκρως απόρρητοι  και αδιαμφισβήτητοι κανόνες της, η δύναμη της εξουσίας που ασκεί πάνω στα μέλη της και γενικότερα στον άνθρωπο, ένας ανυπολόγιστος, μυθώδης θησαυρός  και ο θάνατος, που καραδοκεί δίπλα του. Και ο άνθρωπος. Ο ακόρεστος, ο αχόρταγος, ο αδηφάγος άνθρωπος, που την ευτυχία του τη βλέπει μόνον στην αγκαλιά του πλούτου.

Τα γεγονότα εξελίσσονται στη Βιέννη, στην Πετρούπολη και στα βάθη της Ασίας, μέχρι το Θιβέτ. Δυο αγαπημένα αδέρφια, πλουσιόπαιδα, αδερφός και αδερφή, που ο πατέρας τους, αρχηγός της βουδιστικής οργάνωσης «Το χέρι της Σιωπής» τους αφήνει, πεθαίνοντας, τα κλειδιά ενός αμύθητου θησαυρού, μετατρέπονται σε δυο άσπονδοι, θανάσιμοι εχθροί. Η αδερφή, τρελά ερωτευμένη μ’ έναν Βιεννέζο νέο, παντρεύεται στα γρήγορα και κάνει πρώτη την απόπειρα. Ακολουθεί ο αδερφός. Τα δυο αδέρφια τα χωρίζει τώρα ένα αβυσσαλέο μίσος που το γέννησε ο θησαυρός και τους ενώνει ένα ακατανίκητο πάθος: ποιός θα τον καταχτήσει πρώτος. Ξεκινάει έτσι μια αγωνιώδης, γεμάτη παγίδες περιπέτεια στο κυνήγι του θησαυρού. Τα αδέρφια είναι έτοιμα να αλληλοσπαραχτούν… Και το τέλος τραγικό.

«Τα πλούτη είναι σαν έναν κακό οφθαλμίατρο, ο οποίος αντί να μας θεραπεύει μας τυφλώνει», λέει ο Αντιφάνης.

Είναι άξιον απορίας και θαυμασμού το γεγονός, πως ο νεαρός Βασίλης, αυτό το ορφανό και φτωχό χωριατόπαιδο, με μια πλούσια όμως και πολύτροπα προικισμένη ψυχή, φέρνει στο φως της δημοσιότητας, μέσα από τα μυστήρια του φιλοσοφικο-θρησκευτικού συστήματος του βουδισμού, το θέμα των αρνητικών επιπτώσεων, που έχει ο πλούτος και η απληστία για τον άνθρωπο. Μια πετυχημένη σύνθεση του μύθου με την πραγματικότητα. Ένα θέμα, με το οποίο ασχολήθηκαν ανά τους αιώνες πολλοί σοφοί και επιφανείς άνθρωποι.

Σήμερα, στην εποχή που ζούμε, που το τιποτένιο κάνει μεγάλο σαματά και ο πλούτος έχει γίνει αυτοσκοπός των ανθρώπων, το λιγοσέλιδο αυτό μυθιστόρημα είναι επίκαιρο όσο ποτέ. Διαβάζοντάς το ο αναγνώστης αντλεί διδάγματα, μπαίνει σε σκέψεις.

                                                                                           ΜΗΝΑΣ Θ. ΛΕΚΚΑΣ
 Ποιητής

 

Το κείμενο δημοσιεύτηκε «αντί προλόγου» στο βιβλίο του Βασίλη Τάλλιου «Η εκδίκηση του Βούδα» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ελίκρανον (2017), σε επιμέλεια Μηνά Λέκκα.

                                         

                                            Καραμπουρούν

 

 

 

Οι φωτογραφίες των έργων του Βασίλη Τάλλιου αντλήθηκαν από το βιβλίο του Ilmi Bani, Përtej mjegullës, biografi e letrarizuar kushtuar Vasil Talos, Vlorë: Europrint, 2007.

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση