ΑΥΤΟΑΜΥΝΑ ή ΑΥΤΟΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΗ

Ιούλιος – Αύγουστος 1957. Το Βρετανικό ομογενειακό περιοδικό «Κρίκος» δημοσιεύει αφιέρωμα για τον ελληνισμό της Αυστραλίας στο οποίο συμμετέχει και ο «συγγραφέας και διανοούμενος από τη Δερβιτσιάνη»  Γιάννης Λίλλης με ένα δοκίμιο που πραγματεύεται το ζήτημα της προσαρμογής των μεταναστών στη χώρα υποδοχής και συγκεκριμένα των Ελλήνων που καταφθάνουν στην Αυστραλία τον προηγούμενο αιώνα, κατά δυο κύρια μεταναστευτικά ρεύματα: Το προπολεμικό και το μεταπολεμικό που βρίσκεται ακόμα στην εξέλιξή του την περίοδο της δημοσίευσης του αφιερώματος. Στο ολιγοσέλιδο κείμενο εγείρεται το ερώτημα: Που βρίσκεται η χρυσή τομή ανάμεσα στην πλήρη αφομοίωση και την στείρα προσκόλληση στην παράδοση και ποιος δρόμος θα έπρεπε να ακολουθηθεί ώστε να «γλυκαθούν οι αντιθέσεις»; Ένα θέμα διαχρονικό όσο και δύσκολο να προσεγγισθεί, κατά τον ίδιο. «Ύστερα από εννιά χρόνια εντατικής ζωής στην Αυστραλία, μόλις τώρα τολμώ ν’ αγγίξω το πλατύ αυτό ψυχολογικό πρόβλημα που τυλίγει αδιάκοπα ολόκληρο το είναι μας…»

Κατά την μεταγραφή, έχει διατηρηθεί η αρχική ορθογραφία του κειμένου.

 

 

ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ

ΑΥΤΟΑΜΥΝΑ ή ΑΥΤΟΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΗ

 

Του ΓΙΑΝΝΗ ΧΡ. ΛΙΛΛΗ

lillis-4Απ’ ότι ξέρω, δε θίχτηκε ποτέ σοβαρά στη γλώσσα μας το εσωτερικό πρόβλημα του μετανάστη με τις τόσες ψυχολογικές και πνευματικές δυσκολίες που συναντάει στη χώρα που καταφεύγει. Έτσι που δε μας προσφέρεται κανένα βοήθημα για να συνεχίσουμε μια συζήτηση, να εντοπίσουμε ή να πλατύνουμε τα σύνορά μας, ανάλογα με το δέξιμο μέσα μας του ζεστού τούτου θέματος.

Είναι έξω από κάθε αμφιβολία ότι η διανόηση όσο και οι πίσημες αρχές της χώρας που δέχεται τους μετανάστες, απ’ την πλευρά τους έχουνε φτάσει στην εξάντληση αυτού του προβλήματος, αφού διαθέτουν ολόκληρο ειδικευμένο επιτελείο. Αλλά η άποψή τους ούτε βοηθάει μα ούτε κι αφορά το δικό μας αντίκρυσμα.

Φοβούμαι πως τούτη μου η προσπάθεια αποτελεί πρωτοποριακή τολμηρότητα. Ύστερα από εννιά χρόνια εντατικής ζωής στην Αυστραλία, μόλις τώρα τολμώ ν’ αγγίξω το πλατύ αυτό ψυχολογικό πρόβλημα που τυλίγει αδιάκοπα ολόκληρο το είναι μας, σφιχτά ή χαλαρά, ανάλογα με την εσωτερική καλλιέργεια του ατόμου.

***

Προσανατολισμός, εγκλιματισμός, εδαφισμός. Μια τέτοια κλιμάκωση χαρακτηρίζει εξελιχτικά τη ζωή του μετανάστη. Και στις τρεις παραπάνω μορφές, υπάρχει η αυτοάμυνα. Η πεισματάρικη αντίδραση στις γύρω συνθήκες, ανάλογη με τα ριζάρια της δικής μας παράδοσης. Τελευταία ψυχολογική μετάβαση είναι η τέλεια αφομοίωση, ή η επαναστατική άρνηση στο ξένο περιβάλλον που αποτέλεσμά της είναι η λιποταξία, η επιστροφή στα πατρικά χώματα, όταν οικονομικά δεν είναι ακατόρθωτη.

Η δυνατότητα προσανατολισμού, σαν πρώτη μορφή του όλου προβλήματος, έναντι στις καινούργιες συνθήκες, κοινωνικές και κλιματολογικές της νέας χώρας, δεν είναι καθόλου εύκολο να αξιολογηθεί, να συλληφθεί σαν κάτι το νοητό και δεδομένο, το αναντίρρητο, για να διοχετευτεί έτσι αποδοτικά στη ζωή. Αλλά δε βλέπουμε ακόμα πως είναι μια ικανότητα με ορισμένο περίγραμμα που θα μπορούσε να μεταφυτευτεί στους ανθρώπους που λείπει η ψυχική ελαστικότητα του εδαφισμού.

Γεννιέται έτσι σαν πρώτο ρώτημα: Είναι εύκολος, είναι εις κάποιο σημείο κατορθωτός ο προσανατολισμός ενός μετανάστη σε μία χώρα; Κι εδώ πέρνουμε τον δικό μας μετανάστη και περιβάλλον πάλης και αντίδρασης, την Αυστραλία.

Μονάχα έτσι θα οδηγηθούμε σε συγκεκριμένα συμπεράσματα, χωρίς τούτα να ‘χουν την αξίωση γενικότητας. Γιατί άλλος ο βαθμός αντίδρασης στον ολλανδό μετανάστη, άλλος στο γερμανό ή ιταλό. Ανάλογος με τον ψυχικό κόσμο και την παράδοση τους. Αλλά και ο ίδιος ο Έλληνας μετανάστης, αν κατέφευγε στις Ενωμένες Πολιτείες,  στην Αργεντινή ή μέσα στην Ευρώπη, αντί στην Αυστραλία, η αντίδραση μέσα του θα ήταν διάφορη.

Πολύπλοκη απορία που θα κυλήσει τον ερμηνευτή στο πελάγωμα, αν δεν περιοριστεί σε ορισμένα σύνορα.

Δεν ξέρω αν η σκόπιμη διαφήμιση της Αυστραλίας έχει φτάσει στην υπερβολή του θρύλου ή του «Παραδείσου», όπως ανεξέλεγκτα κάτι τέτοιο κυκλοφορεί, αλλά κι αυτό αν απόλυτα δεν αληθεύει, την κλίση, αν όχι τη δίψα του ονείρου, ο Έλληνας τη θρέφει μέσα του.

Μας στέλλουν με αρκετές δυσκολίες ένα Landing Permit, μας δίνουν χίλιες λαχτάρες κι άλλες τόσες σφραγίδες, ένα διαβατήριο και το πρόβλημα υπολογίζεται για μας λυμένο. Και η πατρική φτώχεια μας, σαν φυσιολογική αντίθεση, εξοντώνει δυσανάλογα την επιθυμία της επιτυχίας μας. Σωθήκαμε. Νέα χώρα, καινούργια ζωή, γλυκείες περιπέτειες.

Καμμιά προκαταρκτική προσπάθεια εδαφισμού, καμμιά πρόνοια ρεαλιστικής εντόπισης. Μας συνοδεύουν μονάχα οι πλούσιες ευχές των δικών μας που τρανεύουν περισσότερο τη χίμαιρα. Η κυριώτερη ενέργεια, η αγωνία, η πάλη που θ’ ακολουθήσει το πρώτο ξάφνιασμα, αφίνονται  στο απροετοίμαστο άτομο.

Απ’ εδώ αρχίζει το εσωτερικό δράμα του μετανάστη. Πίστεψε – άμοιρε! – ότι έσπασε τα δεσμά με τη γη που τον έθρεψε, με την παράδοση που τον άνδρωσε, επειδή σήκωσε το πλοίο την άγκυρα και χάθηκε η οπτική επαφή με την πατρίδα του.

Θα τον ξεγελάσουν οι παροδικές αυταπάτες του ταξιδιού. Νέοι άνθρωποι, φανταχτερά τοπεία, άγνωστες χαρές του ματιού. Η εναλλαγή ίσαμε ’δω θ’ αποσπάσει, θ’ αναβάλει τις αγωνίες του για λίγο διάστημα. Και το πλοίο θ’ αράξει κάποτε σ’ ένα λιμάνι και θα τον ξεφορτώσει μόνιμα σε κάποια αποβάθρα.

Το πλοίο μας έρριξε την άγκυρα στις αχτές της Αυστραλίας.

Ύστερα από τόσα χρόνια στη νέα χώρα, δοκιμάζουμε σήμερα να δώσουμε το πνευματικό σχεδιάγραμμά της, βιαστικά, συνοπτικά, για να φέρουμε σε πρώτη φυσιολογική αντίθεση τον κόσμο που κουβαλήσαμε μέσα μας απ’ την Ελληνική παράδοση με τον κόσμο που βρήκαμε στην καινούργια μας ζωή.

***

Η Αυστραλία, χωρίς να ’ναι ούτε μια μέρα νεότερη από τις άλλες Ηπείρους, έχει εκατό χρόνια μονάχα που κατοικείται από οργανωμένους ανθρώπους, απ’ αυτούς που ξερριζώθηκαν απ’ την Ευρώπη ή αναγκαστικά ή από τυχοδιωκτικά ψυχόρμητα.

Η ηθική ποιότητα των ανώνυμων αυτών φυγάδων, παιδιών του ακατάστατου ρομαντικού 19ου αιώνα, είναι αχαραχτήριστη. Κουβαλούν μαζί τους το μίσος του ευρωπαϊκού πολιτισμού ή τα πνευματικά κατακάθια του.

Χωρίς να πιστεύουμε απόλυτα στον αδυσώπητο νόμο του ατταβισμού, όταν πρόκειται για ομάδες κι όχι για άτομα, οι πρώτοι κάτοικοι της Αυστραλίας δεν είναι αυτοί που θα ρίξουν τα θεμέλια μιας νέας, οργανωμένης κοινωνίας και θ’ ανοίξουν το δρόμο μιας καινούργιας παράδοσης, με γνωρίσματα πνευματικά, άρρωστα αντίγραφα, έστω, των ευρωπαϊκών ιδεολογικών καρπών της εποχής.

Θα περάσουν αρκετές γενιές για να επιβληθεί η εσωτερική κάθαρση που θα σβήσει τις αμαρτωλές αναμνήσεις και θα μαλακώσει τη σκληρότητα των νόμων της κληρονομικότητας.

Ο καινούργιος άνθρωπος που γεννιέται ύστερα από την ψυχολογική αυτή άμπωτη και παλίρροια, θα αισθάνεται ακόμα την ανάγκη για να στραφεί και να οργώσει παράλληλα τον εσωτερικό κόσμο του.

Αποτελεί νόμο απαράβατο η εξασφάλιση των βιοτικών αναγκών, το εξημέρωμα της παρθενικής γης πρώτα, και αργότερα σα συνέπεια και σαν υψηλή ανάγκη θα ξεμυτίσουν οι πνευματικές απαιτήσεις.

Ζούμε ακριβώς στην καμπή αυτής της περιόδου. Η Αυστραλία έχει ανοίξει πόρτες και παράθυρα στις ξενικές επιδράσεις. Ήμαστε μάρτυρες σήμερα μιας πολύκλαδης διασταύρωσης, μιας πολύσπερμης επιμιξίας που προετοιμάζει το μελλοντικό γόνο. Η νέα χώρα που εγκυμονεί ανεπαίσθητα τον καρπό τόσων επιδράσεων, που η γέννησή του αναμένεται από γενιά σε γενιά, μάχεται προκαταβολικά να του δώσει μορφή υπάκουη στη μοίρα της, ανάλογη με τα κλιματολογικά της γνωρίσματα, με τη σημαντική της αποστολή σαν πέμπτη Ήπειρο στο γεωγραφικό χώρο της γης.

Αλλά τούτο αποτελεί θέμα ξεχωριστό, πολύ μακρυά απ’ την τωρινή μας επιδίωξη, αν και τόσο μαβλιστικό, στο παρθενικό του ξετύλιγμα για έναν μελετητή που κουράστηκε απ’ τις επαναλήψεις και τις αντιγραφές του παρελθόντος.

Ο σημερινός αυστραλέζικος κόσμος, ο άνθρωπος, που στέκεται δίπλα σου στο τραμ ή στο λεωφορείο, αυτός που ιδροκοπάει μαζί σου στο εργοστάσιο, ο υπάλληλος του γραφείου, όλη αυτή η μάζα που διακλαδίζεται στους δρόμους, που σπρώχνεται, στριμώχνεται μαζί σου για να προλάβει το τραίνο ή τη «μπάρα» να ξεδιψάσει το λαρύγγι του, προτού κλείσει, αποτελεί το πρόπλασμα του αυριανού ανθρώπου αυτής της γης. Μονοκόμματος σήμερα, ακατέργαστος εσωτερικά, υπακούει πιότερο στο ένστιχτο κι αντικρύζει τη ζωή χωρίς κανένα προγονικό θάμπωμα, αλλά έτσι καθάρια όπως τούρχεται, ωμά, ρεαλιστικά, χωρίς προσπάθεια εμβάθυνσης, ρουφώντας τους χυμούς της σαν ένα μεγάλο παιδί και κλωτσώντας τις στενάχωρες όψεις της, όπως ταιριάζει στην ανώριμη ψυχοσύνθεσή του.

%ce%b2%ce%b9%ce%bf%ce%b3%cf%81%ce%b1%cf%86%ce%b9%ce%ba%cf%8c 

Είναι τούτο μι’ αλήθεια που δεν κρύβεται καθόλου απ’ το βλέμμα ή το φέρσιμό του. Μέσα του ζει κάτι σα γόητρο – αν τον ρωτήσεις δεν ξέρει να σου ξηγήσει – που είναι παιδί αυτής της Ηπείρου και θεωρεί τον εαυτό του γνήσιο γόνο της, κι ας προέρχεται από ευρωπαϊκό σπέρμα. Η πρωτόγονη φύση του μονάχα εξηγεί ένα τέτοιο φαινόμενο, αφού ουσιαστικά δεν έχει διαπλασμένη εθνική συνείδηση.

Προπολεμικά, διατηρούσε εχθρικά αισθήματα απέναντι κάθε ξένου κάτι σα μίσος που ούτε προσπαθούσε να το κρύψει, θεωρώντας κάθε μετανάστη τον επικίνδυνο σφετεριστή της περιουσίας ή των δικαιωμάτων του.

Η υποσυνείδητη εχθρότητα που συνεχίζει ακόμα να θρέφει μέσα του, εμφανίζει σήμερα ελάχιστα κρούσματα, γιατί η κρατική διαφώτιση, η επίσημη προπαγάνδα απέναντι των νεοφερμένων, έχει γλυκάνει τις αντιθέσεις με την προσπάθεια ισοπέδωσης των διαφορών.

***

Έναν τέτοιο ασχημάτιστο κόσμο συναντήσαμε από την πρώτη μέρα που πατήσαμε αυστραλέζικη αποβάθρα. Κι αν η ατομική ψυχοσύνθεση δέχεται μεταπτώσεις ή μεταλλαγές σε νοητό χρονικό διάστημα, η ομαδική ψυχολογική μετασχημάτιση θα πατήσει ολόκληρες γενιές για να παρουσιάσει κάποια εξελιχτική μονιμότητα.

Έτσι η παράδοση που φέραμε μέσα μας σαν ψυχική προίκα, όχι μονάχα δεν κινδύνεψε να αφομοιωθεί – από ποια; – αλλά αντίθετα θέριεψε κι αγρίεψε περισσότερο.

Ας ξεδιακρίνουμε αναλυτικώτατα την κλιμακωτή μας επαφή με τον καινούργιο κόσμο.

Διακρίνουμε δυο ελληνικά μεταναστευτικά ρεύματα στην Αυστραλία, αυτά που ενδιαφέρουν και απασχολούν τη σκέψη μας. Το πρώτο που εξελίχτηκε ομαλά κι αβίαστα κατά τις τρεις-τέσσερις προπολεμικές δεκαετηρίδες και το δεύτερο, το μεταπολεμικό που πήρε ομαδικό χαρακτήρα τα τελευταία χρόνια και που ακόμα βρίσκεται στην εξέλιξή του.

Δεν απαιτείται ιδιαίτερη παρατηρητική ικανότητα για να κρίνει κανένας, ότι ελάχιστα ή τίποτα δε θυμίζει στους παλιούς συμπατριώτες μας πως έζησαν τόσα χρόνια σε ξένη χώρα. Κι εδώ μας ενδιαφέρει ο εσωτερικός κόσμος κι όχι ο εξωτερικός. Οι ίδιοι, σαν να ‘φτασαν στην ξένη χώρα χτες. Θα ενδυναμώσω τις απόψεις μου με δυο-τρεις ψυχολογικές σκηνές, παρμένες στην τύχη.

***

Συμπαθητικός γέροντας με πλησίασε με ξέσκεπη δειλία.

– Έρχεσαι, σε παρακαλώ, να με βοηθήσεις να στείλω κάτι παραδάκια στην πατρίδα μέσου Τραπέζης;

Σηκώθηκα, χωρίς να μπορέσω να κρατήσω και την απορία μου:

– Πόσα χρόνια έχεις στην Αυστραλία μπάρμπα;   
– Τριάντα-εφτά.

***

Φίλος μου που τον έχω περιβάλει με την μεγαλύτερη κρυφή συμπάθεια για τον ειλικρινή και μονοκόμματο χαρακτήρα του, σε σχετική συζήτηση για την τύχη των παιδιών μας που μορφώνονται σ’ αυτή τη χώρα, άνοιξε την καρδιά του με ψυχικό σπαραγμό:

-Δούλεψα, βασανίστηκα, δημιούργησα. Σπίτια, μαγαζιά, λεφτά. Είναι στιγμές, είναι ώρες που πιστεύω δεν έχω τίποτα, ότι όλα στη ζωή μου πάνε χαμένα. Σπαράζει η καρδιά μου να παρακολουθώ τα παιδιά μου να σβύνουν, να γλυστρούν  απ’ τον κόσμο μας, ν’ απορροφούνται απ’ το ξένο περιβάλλον. Μου πήγαν όλα χαμένα.

Είδα για πρώτη φορά τα μάτια του να δακρύζουν. Τον ελύγιζε ο  ψυχικός πόνος, όσο δεν τον γονάτισε η μεγαλύτερη δυσκολία της ζωής.

***

Κοντά εξήντα χρονώ, τα ξέκαμε όλα, έκοψε τους ψεύτικους δεσμούς με την καινούργια χώρα μ’ ένα απλό εισιτήριο. Ζωντάνεψε μέσα του η παράδοση, μίλησαν τα πατρικά χώματα, όπως λέει κάπου ο μεγάλος μας Καζαντζάκης. Κίνησε για το τελευταίο προσκύνημα. Να δει τους δικούς του, να παραδώσει το γερασμένο κορμί του εκεί που ανήκει.

Παράξενη ηδονή το ταξείδι του, ιερή, υψηλή λαχτάρα όσο ζύγωνε το πλοίο στο πατρικό λιμάνι. Κι όταν αντίκρυσε τις πρώτες ελληνικές αχτές, η καρδιά του δεν άντεξε σε τόση συγκίνηση.

Τον ελύγισε η αγωνία, η ψυχική δόνηση. Πέθανε προτού πατήσει στην αποβάθρα. Ύστερα από σαράντα χρόνια ζωή στην ξένη γη.

***

Δεν έκαμα καμμιά επιλογή από τέτοια γεγονότα που είναι πάμπολλα στις παροικίες μας. Ανθρώπους με τέτοια ψυχή γνώρισα πολλούς, σε γάμους, σε πάρτια, σε γιορτές. Έλαμπε το πρόσωπό τους όταν ξεπρόβαινε φτωχική, ντροπιαστική η δημοτική μας παράδοση, σε κάποιο σαλόνι πολυτελείας. Τραγούδια και χοροί όπως εκείνοι τα κρατούνε φυλαχτό στην ψυχή τους.

Αντίθετα κατσούφιαζαν μόλις αντίκρυζαν γόνους τους αφοσιωμένους σε ευρωπαϊκά μαϊμουδίσματα:

– Πάμε κατά γκρεμού. Η  νεολαία μας λέρωσε την παράδοση.

***

Είναι αλήθεια – δεν είναι ψόγος να κρύβεται – ότι το πρώτο μεταναστευτικό κύμα μας, το αποτελούσαν απλοί άνθρωποι, νησιώτες, βουνίσιοι ή καμπίσιοι με πολύ περιορισμένες απαιτήσεις στη ζωή τους. Την Ελλάδα τη γνώρισαν απ’ το φτωχό βιοποριστικό πρίσμα της απόμερης περιοχής τους. Αλλά, μ’ όλη την πνευματική ισχνότητα που τους επροίκισε ή Ελλάδα της εποχής τους, η Ελλάδα της Μικρασιατικής καταστροφής και των Βαλκανικών ταλαιπωριών, έφεραν άσβυστη μέσα τους, γερά ριζωμένη την Ελληνοχριστιανική παράδοση και τις μένουν πιστοί ως που να κλείσουν τα μάτια τους. 

Οι άνθρωποι αυτοί που έφτασαν στα πιο δύσκολα οικονομικά χρόνια της Αυστραλίας, έσκυψαν στο ζυγό της εποχής τους κι εδώ μονάχα εντοπίστηκαν. Πολλή δουλειά, μετρημένο φαί, καμμιά απόλαυση κι ελάχιστη ξεκούραση. Η σκληρή βιοπάλη τους απορρόφησε ολότελα και για ανώτερες απαιτήσεις δεν υπάρχει χρονικό περιθώριο, αλλά ούτε καν η απαραίτητη εσωτερική ζύμη.

Αλλά νάναι μονάχα εξωτερική η πάλη; Κάθε άλλο. Παράλληλα γεννιέται και η εσωτερική διαμάχη που αρχικά θερμαίνεται από το σκύψιμο στον εαυτό μας, αφού παραμεριζόμαστε απ’ τη ζωή, ξεφεύγομε απ’ την ολότητα.

Απ’ εδώ αρχίζει ο αναγκαστικός ψυχολογικός διχοτομισμός.

Ζω στη Βαϊμάρη, αλλά ταυτόχρονα βρίσκομαι στην Ιένα, λέει ο Γκαίτε.

Οι έλληνες μετανάστες, ζούνε στην Αυστραλία, αλλά βρίσκονται, σκύβουν καλύτερα, μ’ ευλάβεια στο χώμα του τους εγέννησε.

Πως πρέπει να χαρακτηρίσουμε αυτή την εποχή; Αναγκαστικό προσανατολισμό, απόλυτα βιωτικό. Η έμμονη πάλη για την επικράτηση – ευτύχημα που απ’ τους απλούς ανθρώπους έλειπε η άρρωστη ρωμαντική διάθεση που χαλαρώνει τον οικονομικό αγώνα, το ρεαλιστικό αντίκρυσμα της ζωής – έφερε τα αγαθά της αποτελέσματα σε γενικές γραμμές. Καμμιά άλλη οικειότητα του ελληνικού στοιχείου με το ντόπιο. Η γλώσσα, το πρώτο μέσο επαφής, είναι φτωχειά, μόλις όση γλωσσική ικανότητα χρειάζεται για την επαγγελματική του εξυπηρέτηση.

Απ’ την άλλη μεριά, ένας κάποιος ατομικισμός που χαρακτηρίζει την ελληνική ψυχοσύνθεση, η ανάγκη της ομογενικής προσέγγισης, θα σταθεί ένα από τα αρχικά φράγματα που θα εμποδίσει την ξενική επίδραση στην ψυχή του.

Δεκάδες χρόνια σκληρής βιοπάλης, καθημερινής επαφής με το ντόπιο στοιχείο. Τι έμεινε σαν ηθική επίδραση, σαν απόσταγμα εμπειρικό από ένα τέτοιο ωμό παρελθόν;

Απολύτως τίποτα. Αντίθετα μάλιστα. Σε γενικές γραμμές η ελληνική παράδοση μέσα μας αναστήθηκε, ζωντάνεψε πιο φανατική. Κριτής ανήλεος κάθε νου, ελεγκτής κάθε ξένου στοιχείου με προκατειλημμένη εχθρότητα.

***

lillisΚατεβαίνουμε με την ίδια βιασύνη στο μεταπολεμικό κύμα.

Η ποιότητα των νέων μεταναστών, χωρίς να είναι κατά πολύ ανώτερη των παληών  σε γενικές γραμμές εννοώ – φέρει τα γνωρίσματα του παραδεδειγμένου συγχρονισμού, συνέπεια της τελευταίας κοινωνικής ζύμωσης, της ανύψωσης των μαζών σ’ ολόκληρη σχεδόν την Ευρώπη. Επιφανειακό επιχρύσωμα πιότερο, μιμητική δίψα κοσμοπολιτισμού. Η πλειονότητα δεν έχει περισσότερο βάθος, εχτός από τη νοητική, γεωγραφική άπλα που μας χάρισαν τα τελευταία παγκόσμια γεγονότα, οι σποραδικές ακόμα ταξικές συγκρούσεις.

Απ’ τα ίδια χώματα είναι και οι νέοι μετανάστες. Παιδιά, αδέλφια, μακρυνοί, συγγενείς των πρωτοπόρων μας. Αλλά ηθικά, πνευματικά, ελάχιστα συγγενεύουν. Οι πρώτοι είναι τα παιδιά της συγκρατημένης ηθικής περιόδου του 1900, γόνοι της αυστηρής παράδοσης που πήγασε άμεσα, απ’ τις πατριαρχικές αρχές της νεογεννημένης Ελλάδας.

Οι δεύτεροι είναι οι καρποί της λαχανιασμένης εποχής μας, η γενιά που ξεπετάχτηκε απ’ τους καπνούς και τα ερείπια με την ακράτητη δίψα της ζωής που δημιουργεί η στέρηση και η αίσθηση της στάχτης, ξεχύνεται ακράτητη σπάζοντας τα σκουριασμένα δεσμά, ύστερα απ’ την εμπειρία ενός σκληρού πολέμου και μιας δραματικής κατοχής.

Πλάτυνε λοιπόν ο οπτικός ορίζοντας των παιδιών της εποχής μας. Άσχετα αν ακόμα είναι θολός και το άπλωμα αυτό δε συνοδεύεται από ανώτερα πνευματικά γνωρίσματα.

Όλ’ αυτά χτισμένα βιαστικά στο βάθρο της ελληνικής παράδοσης πιο συγχρονισμένης, πιο ελαστικής.

Το δεύτερο αυτό ρεύμα θα συναντήσει τις ίδιες ηθικές δυσχέρειες προσανατολισμού με το πρώτο; Διαθέτει μεγαλύτερη ικανότητα εδαφισμού;

Η απάντηση εδώ, σε γενικές γραμμές, είναι θετική. Είναι δύσκολο ν’ αποφανθεί κανένας με απολυτότητα για ένα τόσο σημαντικό ζήτημα που βρίσκεται ακόμα στην εξέλιξή του. Τα παραδείγματα γρονθοκοπιούνται απ’ τις δυο πλευρές. Θετική κι αρνητική.

Υπάρχουν άτομα απ’ το δεύτερο αυτό ρεύμα που η σημερινή αυστραλέζικη κοινωνική συγκρότηση έρχεται καλούπι στην ψυχοσύνθεση τους κι άλλα που ’χουν τη γνώμη τους στο λιμάνι ονειρευόμενοι το πλοίο του γυρισμού.

Μολονότι η σύγχρονη ψυχολογία παραδέχεται ότι ο άνθρωπος διαθέτει μεγαλύτερη ελαστικότητα εδαφισμού απ’ τ’ άλλα ζώα, μ’ όλ’ αυτά η αναγκαστική λειτουργία δε γίνεται ποτέ χωρίς εσωτερική πάλη, βουβή βέβαια, αλλά πολλές φορές πολύ οδυνειρή.

Ο πλατύτερος ορίζοντας που προικίζει το νέο μεταναστευτικό ρεύμα μας, τον φέρνει σε φιλικώτερη εξοικείωση με το σημερινό αδιαμόρφωτο αυστραλέζικο περιβάλλον, όταν μάλιστα οι πνευματικές απαιτήσεις του ατόμου είναι ελάχιστες.

Αντίθετα, η ώριμη ψυχολογική και πνευματική συγκρότηση ενός άλλου, έχει έτοιμη την ιδιότητα της διαλογής και συχνά της αυστηρής κριτικής. Εδώ η απόλυτη εξοικείωση παρουσιάζει τις μεγαλύτερες δυσκολίες, αν όχι αδύνατη και η μερική ακόμα.

Τελειώνοντας, γεννιέται το ρώτημα, ύστερα μάλιστα απ’ τα απαισιόδοξα συμπεράσματα που μας οδηγεί η πορεία του σημερινού δοκιμίου: Υπάρχει τάχα κανένας δρόμος που θα γλυκάνει τις αντιθέσεις; Μονάχα την πνευματική συγκρότηση στην ατμόσφαιρα της παράδοσης διαβλέπω. Και μάλιστα με πλατύτατο στοργικό ορίζοντα που διαθέτει τη μεγαλοψυχία να συγχωρέσει τις παραξενιές και τις λογικές προτιμήσεις των παιδιών της ζαλισμένης εποχής μας.

Να δοθεί πνευματική τροφή στους μετανάστες μας για να γλυτώσει ή από την απόλυτη αφομοίωση ή αντίθετα από τη στείρα άρνηση.

Γιατί δεν μπορεί τίποτα να δημιουργηθεί, όταν τη σκέψη μας την απορροφάει η άρρωστη νοσταλγία, αλλά ακόμα χειρότερα όταν το αίμα μας το καταπίνει η ανωνυμία, η τέλεια αφομοίωση.

Γιάννης Χρ. Λίλλης

Περιοδικό «Κρίκος», Ιούλιος – Αύγουστος 1957, αριθ. 79-80

 

Σημείωση: Το κείμενο ανακαλύφθηκε μετά από προτροπή και υπόδειξη του κυρίου Θωμά Στεργιόπουλου. 

 

 

 

Share on Facebook0Share on Google+0Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn0Print this pageEmail this to someone

Αφήστε μια απάντηση