ΣΤΙΣ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΜΑΛΤΣΙΑΝΗΣ

 

ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΑ ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΑ

 

ΘΕ .. ΔΩΡ. Υ ΔΟΥΜ. CΧΑΙΤΕ

Πριν από χρόνια, όταν ήμουν δάσκαλος στην κεντρική σχολή της Μονής Θεολόγου, σε μία από τις περιηγήσεις μου για αρχαιολογικές ανακαλύψεις στους γεμάτους από αρχαιότατα Κυκλώπεια ερείπια λόφους των γύρω κωμών και χωριών της Θεσπρωτικής χώρας, ανακάλυψα πρώτα την παραπάνω επιγραφή στο χωριό Μάλτσανη, στο νάρθηκα μιας εκκλησίας, της ονομαζόμενης «της Παναγίας», που είναι στο κέντρο του χωριού, κοντά δηλαδή στη βρύση που βρίσκεται δίπλα στη δημόσια οδό. Βρίσκεται δε η επιγραφή σε μαρμάρινη πλάκα σπασμένη σε δύο σημεία, πολύ λεία στην πάνω πλευρά καθώς είναι λαμπρά λαξεμένη, αλλά πεταμένη αμελώς σε μια γωνιά του νάρθηκα της εκκλησίας. Όχι πολύ μακριά από την κώμη αυτή, στα ανατολικά σχεδόν σώζονται τα ερείπια της αρχαίας κώμης Βουρλάτες, οι γυναίκες της οποίας ήταν φορτωμένες με ασήμι και με μάλαμα και τραγουδούσαν διάφορα τραγούδια της τότε εποχής:

Κρούει ο ήλιος το ταχύ
Και το φεγγάρι το βράδυ

Και το άλλο:

Ο βασιλιάς κάνει χαρά
’παντρεύει τον υιόν του
Όλον τον κόσμον κάλεσε
κι όλη την οικουμένη
τα Γιάννενα δεν κάλεσε
ούτε και την Αυλώνα
-Παιδί μου αν δεν κάλεσες
σύρε να τους καλέσεις
– Στέλνει παπάδες δώδεκα
και διάκους δεκαπέντε
στέλνει και ένα πρωτόπαπα
ταις πόρταις να κτυπάη
ο βασιλιάς κάνει χαρά
’παντρεύει τον υιόν του 
πέρα και πέρα σας καλεί
Γιάννενα και Αυλώνα
και σένα Αργυρόκαστρο
κουμπάρο σε καλεί
Νάρθης, νάρθης με στέφανα
νάρθης με τα κηριά
Να στεφανώσης βασιλιά
να στεφανώσεις Ρήγα
– Δέκα μουλάρια φόρτωσε
ασήμι και λογάρι.

Και το άλλο:

Σήμερα κάτι δεν μπορώ
βάϊ, βάϊ πουλί μου
κάτι δεν έχω κέφι
’πανδρεύετ’ η αγάπη μου
βάϊ βάϊ πουλί μου
και πέρει τον οχτρό μου
και μένα νούνο κάλεσε
βάϊ βάϊ πουλί μου
νάρθω να στεφανώσω … κτλ.

Τον ήχο των περιδέραιων και των άλλων ασημικών τον άκουγαν, όπως λένε οι χωρικοί, από τον απέναντι λόφο, τον καλούμενο «Αϊλιά». Τόσο πολύ βροντούσαν.

 

ΑΛ .. ΦΑ .. ΔΡ .. ΟΝ.

Η δεύτερη αυτή επιγραφή βρέθηκε σε τετράπλευρο λίθο στην ιερά εκκλησία των Ασωμάτων της κώμης Μάλτσανης, όπου υπάρχουν ερείπια που μαρτυρούν ότι υπήρχε κάποτε χωριό. Κατά μια εγχώρια παράδοση, το χωριό το καταράστηκε η Μονοβύζα και έγινε λίμνη, η οποία μετά από χρόνια καλύφθηκε από έναν βράχο και το νερό της βγήκε υπογείως στους μύλους του Μάρκου. Αλλά μέχρι σήμερα η θέση αυτή καλείται «Βουρλάται», όνομα που μεταδόθηκε μετά την καταστροφή.

Στο μέρος αυτό υπήρχε κάποτε Μονή που λέγονταν «Αϊναχίλι». Επίσης και σε έναν λοφίσκο ονομαζόμενο «Κάρπενο», σώζονται ερείπια από τον καιρό της καταστροφής. Όχι πολύ μακριά από τη θέση αυτή στα δυτικά της κώμης, υπάρχουν ερείπια πανάρχαιου φρουρίου από τεράστιους τετράγωνους λίθους και άλλα κατεργασμένα μάρμαρα, όπου βρίσκονται διαφόρων ειδών αρχαιότητες, αγγεία κτλ., όπως και σκάλες με μεγάλους ολόκληρους λίθους που σώζονται μέχρι σήμερα. Εντός δε του εμβαδού του φρουρίου (ακροπόλεως) παρατηρούνται κυκλώπεια λείψανα ναού και άλλα αρχαία ευρήματα, τα οποία είναι άξια μελέτης. Παντού, εντός και εκτός του περιτειχίσματος, βρίσκονται διεσπαρμένα θραύσματα πλακών, κεραμιδιών, πήλινων αγγείων κτλ. που αποδεικνύουν ότι παλιά το μέρος αυτό άκμαζε.

Αλλά και στη σκάλα που αναφερθήκαμε, κάτωθεν του λόφου, απαντώνται πολλοί μεγάλοι λίθοι και κομμάτια κιόνων του ναού του Ηλίου (διότι ο συγκεκριμένος λόφος κατά πάσα πιθανότητα ήταν αφιερωμένος στο Θεό Ήλιο) ο οποίος μετατράπηκε εν μέρει σε χριστιανικό ναό επ’ ονόματι του Προφήτη Ηλία. Ο αρχηγός της ακρόπολης αυτής, είχε έξοχο χαρακτήρα, ήταν απλός σαν τους άλλους ανθρώπους στον ιδιωτικό του βίο, αλλά ενεργητικότερος και ελαστικότερος όσον αφορά την επιλογή των μέσων (;!). Συνήθιζε να διαμένει επί το πλείστον στα παράλια κοντά στα βουνά της Σωρωνειάς και κατά την άνοιξη και το καλοκαίρι ερχόταν στο μέρος αυτό. Πολλές φορές ανέβαινε την Στουγάρα (όρος μεταξύ Δελβίνου και Τσαμουργιάς) όπου την ημέρα έβλεπε κανείς καπνό και τη νύχτα φωτιά. Αυτός, ήταν άριστος στην σύριγγα (σ.σ. πνευστό μουσικό όργανο) με την οποία σφύριζε μια οξεία και διαπεραστική μελωδία. Το σφύριγμα αυτό, όπως λέγεται, ακούγονταν από τη Στουγάρα έως και τις ακτές και την πεδιάδα της Δρόπολης και του Αργυροκάστρου, γιατί γνώριζε (να την παίζει;) με πολλούς τρόπους, ώστε από το πολύ σφύριγμα τρόμαξαν, όπως λέγεται, οι Γίγαντες που τράπηκαν σε φυγή.  

Ο ηγεμόνας αυτός, αφού μάζεψε αρκετό στρατό επιτέθηκε σε πολλά μέρη τα οποία κατάφερε να κυριέψει μετά από πολλούς αγώνες και για όσο ζούσε, οι κάτοικοι των περιοχών αυτών δεν υποτάσσονταν σε άλλη αρχή. Μετά το θάνατό του, ήρθε η περίφημη και μεταξύ των χωρικών της Ηπείρου περιλάλητη αρχαία βασίλισσα, η καλούμενη Μονοβύζα λόγω του ενός και υπερμεγέθους μαστού της, η οποία κατέστρεψε τα μέρη αυτά από την Καστάνιανη της Πωγωνιανής μέχρι την Τσιαμουργιά. Αιτία ήταν ο θάνατος στην Καστάνιανη του γιου της, για τον οποίο σώζεται το εξής:

«Ανάθεμα Καστάνιανη
και σεις οι Γουμενάτοι
που βάλθηκαν και σκότωσαν
τον γυιο της Μονοβύζας,
πούχε ταις χάρες του ηλιού
ταις χάρες της σελήνης
»

Η περιλάλητη αυτή Μονοβύζα, όπως διηγούνται οι χωρικοί, όχι μόνο κατέστρεψε τα μέρη αυτά, αλλά άφησε και εποχή, διότι παντού σώζεται η φράση «τούτο κρατάει από τον καιρόν της Μονοβύζας», όπως και εδώ στη Μάλτσανη σώζονται πολλές παραδόσεις για την ξηραμένη λίμνη «Βουρλάτες», που αναφέρουν ότι την καταράστηκε η Μονοβύζα τον καιρό που κατέβαινε από την Πωγωνιανή και ήταν λυπημένη για το θάνατο του γιου της.

Ν. Γ. Μυστακίδης, Ο Πύρρος, 28 Σεπτεμβρίου 1906

Μεταφορά στη δημοτική: Ν. Θαλασσινός

 

 

 

Σημείωση:

Τα κείμενα των λογίων της εποχής αναρτώνται για το ενδιαφέρον που παρουσιάζουν κάποιες πληροφορίες που διασώζονται σε αυτά, όπως και για το γεγονός ότι οι ενδιαφερόμενοι τα στερήθηκαν για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ωστόσο φρονούμε ότι ο αναγνώστης πρέπει να είναι προσεκτικός όσον αφορά ορισμένα στοιχεία που παρατίθενται, τα οποία θα ήταν καλό να διασταυρώνονται, αν είναι δυνατόν, πριν υιοθετηθούν ως αξιόπιστα.  

 

Φωτογραφία άρθρου: Εκκλησιά Παναγιάς (Μάλτσιανη)
Πηγή: Wikimapia.org (griazdanitis)

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση