ΑΝΑΠΟΛΩΝΤΑΣ ΤΗ ΦΥΓΗ ΧΑΡΗ ΣΤΗ «ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ»

Γράφει ο Γιάννης Παναγιώτου*

 

Το βιβλίο του Βαγγέλη Ζαφειράτη «Η μοναξιά της πέτρας», με τις τόσες αναφορές σε αποδημίες Βορειοηπειρωτών προς την Κέρκυρα, θυμίζει σε όσους καταγόμαστε από τα μέρη αυτά την προσωπική περιπέτεια του καθενός μας όταν άνοιξαν τα σύνορα και ξεκινήσαμε για το ταξίδι προς τη «λευτεριά”. Ένα πρωτόγνωρο ταξίδι που φάνταζε σαν πορεία προς τη «γη της επαγγελίας» παρά την αγωνία και το φόβο που το συνόδευαν. Στην πραγματικότητα δεν γνωρίζαμε το παραμικρό για τον προορισμό μας, πέρα από κάποιες εικόνες που είχαμε από την τηλεόραση. Ούτε λόγος για τις δυσκολίες που θα συναντούσαμε κατά τη διαδρομή και για το πού αυτή θα κατέληγε.

Ήταν Σάββατο. Σε δύο μέρες θα ξημέρωνε πρωτοχρονιά του ’91. Είχαν περάσει δεκαπέντε μέρες που είχα πάρει το απολυτήριο στρατού, βρισκόμουν στην πόλη των Αγίων Σαράντα και είχα κανονίσει να επιστρέψω σπίτι μου. Στη διαδρομή έκανα μια στάση στο Μετόχι και συνάντησα δυο φίλους που ήμασταν μαζί φαντάροι. Μόλις είχαμε πάρει το απολυτήριο στρατού από το νησί Σάσων (Sazan) όπου κάναμε την 24-μηνη θητεία μας. Συζητήσαμε για λίγο στα όρθια. «Τι γίνεται; Τι κάνεις; Που θα πιάσεις δουλειά;» «Όλα καλά» τους απάντησα κουνώντας το κεφάλι. Με ρώτησαν για το τι σκέφτομαι να κάνω τώρα που απολύθηκα. «Παιδιά φεύγω» τους είπα, αφήνοντας να εννοηθεί για το χωριό, από φόβο μην ακούσει κανείς από τους διπλανούς.

Περπατήσαμε για λίγο και καθίσαμε σε ένα πεζούλι στην άκρη του δρόμου. Η αγωνία για το αύριο, έκδηλη στα πρόσωπα όλων μας. Εκείνη την περίοδο το καθεστώς στην Αλβανία είχε αρχίσει να καταρρέει. Ήδη από το χωριό είχαν φύγει τρία άτομα. Ήμασταν φαντάροι ακόμη, όταν έλαβα γράμμα από το χωριό στο οποίο με ενημέρωναν για το γεγονός. Επάνω στη συζήτηση λέω στους φίλους μου: «Το χωριό είναι στα σύνορα. Θα ανέβω και βλέπω τι θα κάνω ανάλογα με την κατάσταση που επικρατεί. Αν τα καταφέρω να φύγω, καλώς» Μου ζήτησαν να τους πάρω μαζί και τους προέτρεψα να έρθουν. «Πως θα φθάσουμε όμως στο χωριό;» Αυτοκίνητο δεν υπήρχε και η διαδρομή ήταν αρκετά μεγάλη. Πριν προλάβω να τελειώσω την φράση μου πετάγεται ο ένας τους: «Θα μας ανεβάσει ο θείος μου, με το ριπορτάμπλ (riportabël[1]).»

Έτσι και έγινε! Μάλιστα επειδή δίπλα μας στέκονταν και άλλοι που κρυφάκουγαν, άρχισα να προσέχω τα λόγια μου. Ο φόβος υπήρχε ακόμη. Κάποιοι φίλοι των παιδιών άκουσαν ωστόσο μέρος των όσων λέγαμε και μαζευτήκαμε έτσι καμιά εικοσαριά άτομα. Ανεβήκαμε σε ένα φορτηγό και ξεκινήσαμε για το μεγάλο άγνωστο ταξίδι. Για τη «γη της επαγγελίας”. Στο δρόμο για το Θεολόγο ή ομάδα μεγάλωνε. Το αυτοκίνητο δε χωρούσε πλέον ούτε καρφίτσα. Όταν ξεκινήσαμε από το Μετόχι, για μια στιγμή με κυρίευσε ο φόβος: «Τι κάνω; Που πάω; Κι αν μας πιάσουν; Θα αφήσουμε τα κόκαλά μας στις φυλακές του Σπάτς (Spaç)». Δεν χρειαζόταν και πολλά, να αναφέρει κανείς την Ελλάδα, και να καταλήξει στα μπουντρούμια της «σιγκουρίμι”. Ο ένας έδινε κουράγιο στον άλλον. Παρά την απερισκεψία της ηλικίας και τον ενθουσιασμό για το ταξίδι, μέσα μου παρακαλούσα την Παναγιά να μας βοηθήσει.

Όταν φθάσαμε στο Ντερμίσι συνάντησα το μεγάλο μου αδερφό. Ανέβηκε στο φορτηγό μαζί μας. Μετά από σχεδόν μια ώρα φθάσαμε στο Θεολόγο. Η ώρα κόντευε τέσσερις. Κατεβήκαμε και ξεκινήσαμε με τα πόδια για το χωριό. Φθάνοντας στο σπίτι μου, συνάντησα τους γονείς μου! «Τι είναι όλοι αυτοί πέρα στις γκορτσιές;» με ρώτησαν. Τότε λέω στη μητέρα μου, πως είναι μαζί μας και σε λίγο φεύγουμε για την Ελλάδα. Εκείνη άλλαξε αμέσως όψη. Δάκρυα άρχισαν να τρέχουν απ’ τα μάτια της σαν νερό. Μετά από μία μικρή παύση, μου λέει με τα μάτια βουρκωμένα: «Στην ευχή του θεού παιδί μου, να σας φυλάει ο Άη Νικόλας. Να φτάσετε καλά. Όπως θα ανεβαίνετε, να περάσεις απ’ τον Άη Νικόλα να ανάψεις το καντήλι για να σας προστατεύει. Θα σας πάει ο αδερφός σου να περάσετε το klon[2] και να γυρίσει, να ξέρω ότι δεν σας σκότωσαν στα σύνορα».

Έτσι και έγινε. Ετοίμασε μια τσάντα με λίγο ψωμί, ελιές, τυρί και λίγα αποξηραμένα σύκα, να πάρω μαζί μου για το ταξίδι. «Όταν φθάσεις βρες τρόπο να μας στείλεις ότι έφτασες καλά». Ένα υπέροχο ηλιοβασίλεμα, πάρα το ψύχος του χειμώνα, με έκανε να αισθανθώ πως μ’ αυτό τον τρόπο με αποχαιρετούσε το χωριό μου, για την μεγάλη απόφαση της φυγής από την γενέθλια γη. Η Μάλτσιανη είναι χτισμένη στους πρόποδες του όρους Σιεντενίκο, έχει απέραντη θέα και τα ηλιοβασιλέματα μοιάζουν μαγικά. Σε λίγο άρχισε να νυχτώνει και έτσι ξεκινήσαμε το ταξίδι προς την «ελευθερία”. Ο αδερφός μου μας ακολούθησε για να μας βοηθήσει να περάσουμε το klon.

Περάσαμε πάνω από την Γριάζδανη, και λίγο πριν τη Σμίνετση ακολουθήσαμε ένα μονοπάτι που χρησιμοποιούσαν οι βοσκοί. Ανεβήκαμε έτσι ψιλά στο βουνό για να καταφέρουμε να περάσουμε τα ηλεκτροφόρα καλώδια. Η κούραση κι ο φόβος μας είχαν καταβάλλει. Μαζί μας υπήρχαν και κορίτσια που δυσκολεύονταν  στην απότομη ανάβαση του βουνού. Μόλις περάσαμε το klon, αποχαιρέτησα τον αδερφό μου, ο οποίος θα επέστρεφε στο χωριό. Προχωρώντας σχεδόν στην κορυφή του βουνού, βρεθήκαμε μπροστά στην πυραμίδα των συνόρων.

Πλέον, ο φόβος των συνοριοφυλάκων εξαφανίστηκε. Μια δυνατή κραυγή βγήκε μέσα από τα βαθύ της ψυχής, και εξελίχθηκε σε σύνθημα που φωνάξαμε εν χορώ: Mάνα Ελλάς, σκέπασε και εμάς! Συγχρόνως είχαμε ξεσπάσει σε δάκρυα χαράς, αλλά και αγωνίας για το τι μέλλει γενέσθαι. Η κραυγή μεγάλωνε και ο αντίλαλος ακούγονταν απέναντι στην Πόβλα. Η αγωνία μας αντικαταστάθηκε από χαρά και τα πρόσωπα όλων έλαμψαν από ικανοποίηση. Τα συνθήματα έδιναν και έπαιρναν. Συγκλονιστικές στιγμές που δεν περιγράφονται και που έμειναν χαραγμένες βαθιά στην ψυχή μου. Το συναίσθημα πως καταφέραμε να αποκτήσουμε την πολυπόθητη ελευθερία.

Πρώτος μου σταθμός ή Κέρκυρα. Ταξιδεύοντας με το ferry boat, γνώρισα τον Λ. Β., ιδιοκτήτη του αναψυκτήριου. Ηπειρώτης και αυτός με καταγωγή από το Σούλι. Ήταν αυτός, ο πρώτος άνθρωπος από την Ελλάδα που μου έδωσε απλόχερα μια χείρα βοηθείας. Ο ίδιος υπήρξε μετανάστης στη Γερμανία και είχε επιστρέψει πίσω στην πατρίδα. Καθώς διάβαζα το βιβλίο του Β. Ζαφειράτη για το Δέλβινο και την σχέση των Δελβινιωτών με την Κέρκυρα, άρχισε η μνήμη μου να επιστρέφει πολλά χρόνια πίσω. Τότε, που και στο δικό μου διάβα βρέθηκε στήριγμα ένας Κερκυραίος.

 

*Ο Γιάννης Παναγιώτου είναι πρόεδρος του Λαογραφικού Συλλόγου Βορειοηπειρωτών «Χάονες».

 

[1] φορτηγό

[2] συρματόπλεγμα

 

 

Φωτογραφία άρθρου: Πυραμίδα Ελληνοαλβανικών συνόρων.
Πηγή: www.eosartas.gr

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση