ΑΝΑΜΕΣΑ ΟΥΡΑΝΟΥ ΚΑΙ ΓΗΣ

Διήγημα του Σπύρου Τζια από το βιβλίο «Ανθολογία Βορειοηπειρώτικου Διηγήματος» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ροές.

Ο Σπύρος Τζιας γεννήθηκε 1918 στα Σωφράτικα της Κάτω Δρόπολης. Τελείωσε το Δημοτικό σχολείο στο χωριό του, συνέχισε τις σπουδές στο Διδασκαλείο Βελλάς και μετέπειτα στη Νομική Σχολή Αθηνών. Κατά την Αντίσταση, ήταν από τα πιο ενεργά στελέχη της Μειονότητας. Μετά την απελευθέρωση διετέλεσε για μεγάλο χρονικό διάστημα διευθυντής του εκδοτικού οίκου «Ναΐμ Φράσερι». Θεωρείται ως ο κατεξοχήν πεζογράφος της Ελληνικής Μειονότητας κατά την περίοδο του σοσιαλισμού. Εξέδωσε τις συλλογές διηγημάτων «Μπροστά στα μάτια της Μουργκάνας» (1953), «Τσιγγάνικη αγάπη» (1962), τις νουβέλες «Το τραγούδι της ειρήνης» (1949) και «Τα πέντε γράμματα» (1956), τα μυθιστορήματα «Το παρτιζάνικο νοσοκομείο» (1966), «Δροπολίτικο χρονικό» (1989), τις μονογραφίες «Θανάσης Ζήκος» και «Λευτέρης Τάλλιος». Έγραψε στην ελληνική και στην αλβανική και τιμήθηκε με διάφορα λογοτεχνικά βραβεία. Απεβίωσε το 2009.


 

Ακούστηκε ένα ξαφνικό κρακ. Το τελεφερίκ σταμάτησε μεσοδρομίς. Ακριβώς πάνω από το ορμητικό ποτάμι, που κυλούσε τα θολά του νερά κάτω στο βαθύ φαράγγι. Οι δυο επιβάτες που βρίσκονταν στη μικρή καμπίνα κοιτάχτηκαν στα μάτια τρομαγμένοι. Τι να είχε συμβεί;

Έξω έβρεχε ασταμάτητα. Το φθινόπωρο είχε μπει απότομο και απειλητικό. Όλοι οι εθελοντές, που εργάζονταν στα θεμέλια του υδροηλεκτρικού σταθμού είχαν βραχεί, μα περισσότερο απ’ όλους εκείνοι των δυο ταξιαρχιών, που εργάζονταν στην αριστερή όχθη του ποταμού. Έτσι, μια και το μέτωπο της δουλειάς τους ήταν από την άλλη όχθη, κάθε πρωί και κάθε βράδυ περνούσαν αντίπερα με το τελεφερίκ, η καμπίνα του οποίου χωρούσε δυο άτομα. Η μεγάλη γέφυρα ήταν ακόμα υπό κατασκευή.

Κατά το δειλινό το πρωτοβρόχι έσφιξε περισσότερο και οι εθελοντές άφησαν τα εργαλεία τους κι έτρεξαν προς το μεγάλο βράχο, που τον έλεγαν «σταθμό», επειδή εκεί σταματούσε το τελεφερίκ. Μέσα στη βροχή και μέσα στη ρεμούλα πέρασαν αντίπερα. Σχεδόν τελευταίοι μπήκαν στη μικρή καμπίνα δυο νεαροί εθελοντές. Ο ένας ήταν ψηλός σαν κυπαρίσσι, ο άλλος κοντούλης, αλλά και οι δυο ζωηρά παιδιά.

– Ωρέ, τι διάολο έπαθε;- ρώτησε σα μιλούσε μόνος του ο ψηλέας.

Ο άλλος, που σφούγγιζε τα βρεγμένα του μαλλιά με το μανίκι του πουκάμισου, δεν τ’ απάντησε.

– Εκεί στη βροχή έμειναν τόσα αγόρια και κορίτσια… Εμείς τουλάχιστον, είμαστε μέσα, – συνέχισε το μονόλογό του ο ψηλέας.

– Μη τους κλαις το χάλι, κάπου θα βρούνε μια φωλίτσα να κουρνιάσουν απόψε. Πίσω από το λογγάδι είναι ένα μικρό χωριό. Εμείς τι να κάνουμε που κλειστήκαμε σε τούτο το κλουβί – μίλησε επιτέλους ο κοντούλης.

– Λέω θα το σιάξουν, τι διάβολο, τόσοι ηλεκτρολόγοι και τεχνικοί έχουν μαζευτεί εδώ…

– Ποιος ξέρει, ίσως να είχε κοπεί το ρεύμα από την κακοκαιρία. Το ίδιο πάθαμε και αντιπροχτές, αλλά ήταν καλός καιρός και το φτιάξαμε κιόλας.

– Ντιπ σαράβαλο θα’ ναι;

Οι δυο νεαροί εθελοντές πέσανε σε συλλογή. Έξω νύχτωνε. Η βαριά συννεφιά έκανε πιο πηχτό το σκοτάδι. Το ποτάμι βούιζε κάτω στο φαράγγι, που μόνον όταν άστραφτε, διακρίνονταν.

– Στην Τρίτη ταξιαρχία είσαι;- ρώτησε ο ψηλέας.

– Ναι! εσύ, πιστεύω, θα είσαι στην Πέμπτη.

– Εχτές ήρθαμε και πιάσαμε κιόλας δουλειά. Μα, από ποιο χωριό είσαι;

– Από το Μάλι ι Μπάρδ.

– Γειτόνοι είμαστε, εγώ είμαι από το Γκρόπα.

– Τι λες, αν τύχει και μείνουμε εδώ, θα’ χουμε να κάνουμε μεγάλη κουβέντα. Πώς σε λένε;

– Γκιν. Γκιν Πρέμτη με λένε.

– Γκιν Πρέμτη είπες;

– Ναι, ωρέ, γιατί αποράς;

Ο άλλος ταράχτηκε. Ψιθύρισε κάτι χαμηλόφωνα και στραβοκοίταξε το συνομιλητή του με την ουρά του ματιού.

– Αμ εσύ, ποιανού είσαι από τη Γκρόπα;- ρώτησε τώρα ο άλλος.

– Καλύτερα να μην το μάθεις.

– Γιατί;

– Ακόμα δεν κατάλαβες το γιατί;

– Ωρέ, μην είσαι τίποτα γιος του Κόλι Μαρτίνι;

– Μη το πας παραπέρα, σου λέω – είπε ο ψηλέας και πετάχτηκε στο πόδι.

Το ίδιο έκανε και ο άλλος. Μα, πού θα πήγαιναν; Η καμπίνα του τελεφερίκ ήταν τόσο μικρή, που μεταβιάς χωρούσε και τους δυο. Έμειναν έτσι κάμποση ώρα ο ένας αντίκρυ στον άλλο. Κι ήταν τόσο κοντά, που αφουγκράζονταν ο ένας την βιαστική αναπνοή του άλλου.

«Πόσο άσχημα μπλέξαμε απόψε!- σιγοψιθύρισε ο ψηλέας – δεν ξέρω πως θα ξεμπλέξομε. Ένα τέτοιο πράγμα, ούτε που μου πήγαινε στη γνώμη…»

«Αυτοί μας χρωστούν αίμα,- πάλαιυε μέσα του ο Γκίν από την μεριά του. Πόσες φορές έχω ακούσει από τον παππού μου πως τώρα έχουμε εμείς τη σειρά να εκδικηθούμε. Ήμουν μικρός αλλά ποτέ δεν ξεχνάω τα μοιρολόγια και τα γουριατά την ώρα που έμπαζαν στο σπίτι το άψυχο κορμί του αδερφού του πατέρα μου. Τον είχαν χτυπήσει οι άνθρωποι τούτου που στέκεται τώρα αντίκρυ μου. Είχε βγει ο έρημος να ποτίσει το καλαμπόκι κι εκείνοι οι παλιάνθρωποι τον άφησαν νεκρό. Κι αν μ’ έβλεπε από μια μεριά ο παππούς μου, θα φώναζε θυμωμένος: «Γκιν, τι καϊτεράς; Σου’ ρθε ο εχθρός στο στέκι κι εσύ μένεις άπραγος με τα χέρια σταυρωμένα; Κι εγώ που είμαι κοντά στα ογδόντα, δε θ’ άφηνα την ευκαιρία να μου πήγαινε χαμένη. Καλά μπιστόλι ή ντουφέκι δεν έχεις μαζί σου, σουγιά δεν έχεις; Χέρια δεν έχεις; Ακούς τον άνεμο που φυσάει έξω; Δεν είναι άνεμος. Είναι η φωνή του αδερφού μου που φωνάζει».

Κι ο Γκιν ήθελε να του πει πως τώρα φυσάει άλλος αέρας κι ότι δεν μπορούσε να κάνει αυτό που του έλεγε ο παππούς, ότι δεν του πάει, ότι άλλαξαν τα πράγματα από τότε που οι παρτιζάνοι βγήκαν στα βουνά…

Ξάφνου, τα συρματόσχοινα του τηλεφερίκ σφύριξαν παραπονεμένα. Η καμπίνα σα να κουνήθηκε. Οι δυο αντίπαλοι ξεφώνισαν με ανακούφιση. Φαντάστηκαν πως η βλάβη είχε επισκευαστεί και θα γλύτωναν απ’ αυτόν τον βραχνά. Γρήγορα, όμως, κατάλαβαν ότι η καμπίνα που αιωρούνταν ανάμεσα ουρανού και γης, είχε κουνηθεί από τη φουρτούνα.

Οι δυο νεαροί εθελοντές, εκτός από όσα είχαν ιδεί με τα μάτια τους, είχαν ακούσει τόσες και τόσες ιστορίες από τους δικούς τους. Ιστορίες για αίματα και φονικά. Το πότε είχε αρχίσει η αιματοχυσία, αυτό το ξέρανε οι παππούδες, που μετρούσαν τα θύματα του σπιτιού τους, για να κρατάνε αναμμένη τη  φλόγα της εκδίκησης. Στον καιρό του πολέμου αλλά κι αργότερα είχε χυθεί άφθονο νερό για να σβηστεί η φλόγα αυτή. Ο παππούς του Γκιν απαντούσε σ’ όλους όσους τον παρότρυναν να τραβήξει χέρι από τα παλιά: « Να πάρουμε κι εμείς το αίμα που μας χρωστάν και μετά βλέπουμε…». Το ίδιο έλεγαν και οι γερόντοι της άλλης μεριάς. Στη χόβολη υπήρχαν πολλά αναμμένα θράκια.

Κάποια στιγμή άστραψε. Ύστερα ακολούθησε μια ξεκουφαντική βροντή, που τράνταξε τα γύρω βουνά. Η μικρή καμπίνα του τελεφερίκ έμοιαζε παιχνιδάκι στη διάθεση της φουρτούνας. Σου φαίνονταν πως από στιγμή σε στιγμή θα κόβονταν τα συρματόσχοινα και η καμπίνα θα κατρακυλούσε στο χάος.

Όσο κράτησε η λάμψη της αστραπής, ο Γκίν είχε καρφώσει το βλέμμα του στον αντίπαλο. Δεν διέκρινε κανένα ίχνος μίσους στα μάτια του. Μονάχα αποφασιστικότητα να υπερασπίσει τη ζωή του. Το ίδιο δεν έκανε κι αυτός; Στεκότανε εκεί, σε ετοιμότητα για να αμυνθεί από μια φοβερή απειλή. Πόσο βαρετό ήταν αυτό. Βαρετό και αηδιαστικό, ταυτόχρονα.

Του πέρασε από το νου να κάνει μια τολμηρή χειρονομία. Να απλώσει φιλικά το χέρι και να πει του άλλου: «Γιατί στεκόμαστε σα λύκοι, έτοιμοι να επιτεθούμε; Δεν έχουμε τίποτα να χωρίσουμε. Τι φταίμε εμείς για τα σφάλματα των παππούδων μας;». Σε λίγο απάντησε ο ίδιος στον εαυτό του: « Όχι! Όχι! Γιατί να φανώ εγώ μικρότερος; Ας κάνει αυτός την αρχή. Είναι ντροπή για μένα αν το μάθει ο παππούς μου ακόμα και ότι σκέφτηκα ένα τέτοιο πράγμα».

Έτσι, δεν κούνησε ούτε το δαχτυλάκι του. Ίσως κι ο άλλος να σκεφτότανε το ίδιο πράγμα. Και να μην αποφάσιζε να πάρει την πρωτοβουλία. Αλλά και να παρέμεναν εκεί, έτσι, ως το πρωί, πάλι ήταν αδύνατο. Είχαν κατακουραστεί. Τα πόδια τους είχαν μουδιάσει από την ορθοστασία. Πεινούσαν. Διψούσαν. Κρύωναν.

– Δεν καθόμαστε, καλύτερα;- ακούστηκε ψιθυριστή η φωνή του ψηλέα.

Ο Γκιν δεν απάντησε. Μέσα του σκέφτονταν «πόσο πονηρός, που είσαι! Θέλεις να με βάλεις κάτω να με φας μπαμπέσικα…». Δεν πέρασε πολύ και ο άλλος, λες και του είχαν κοπεί τα γόνατα σωριάστηκε κατάχαμα. Κρύωνε φοβερά και μαζεύτηκε σα σκαντζόχοιρος. Από τις ρωγμές της καμπίνας έμπαινε κύματα – κύματα ο υγρός και ψυχρός αγέρας. Ο Γκιν τον κοίταξε και τον λυπήθηκε. Μια εσωτερική φωνή, όμως, του τράβηξε παρατήρηση: «Ε, τι κάνεις έτσι; Πήρες τον κατήφορο, μου φαίνεται. Δεν έχεις ιδεί στο χωριό, πως έτσι μαζώνονται τα μουλωχτά σκυλιά, προτού σου επιτεθούν;».

Τώρα, που παρέμενε μοναχός του ορθός, ένιωθε περισσότερο την κούραση. Βρήκε μια φωλιά τόπο κι έκατσε κι αυτός. Εκείνη τη στιγμή άστραψε. Ο Γκιν έριξε μια βιαστική ματιά στον αντίπαλο. Είδε πως τα μάτια του ήταν μισόκλειστα. Φορές – φορές ανατινάζονταν σα τρομαγμένος. Όσο περισσότερο περνούσε η νύχτα, τόσο δυνάμωνε η ψύχρα. Ο Μαρτίν τουρτούριζε, ενώ ο Γκιν προσπαθούσε να μη δείξει κανένα σημάδι αδυναμίας.

Ακούστηκε ένα ρουχαλητό. Ο αντίπαλός του είχε αποκοιμηθεί. «Τώρα τον έχω στο χέρι μου. Τον κάνω όπως θέλω!»- ήταν η πρώτη σκέψη του. Σε λίγο άλλαξε γνώμη. «Τι βάνω κι εγώ με τη γνώμη μου!»- είπε μέσα του. «Με αυτά που σκέφτηκα, έδειξα την κακία μου. Ο Μαρτίν φάνηκε πιο θαρραλέος από μένα. Αυτός μπόρεσε να μπει πιο βαθιά στην ψυχή μου, έτσι που κατάλαβε πως εγώ, όπως κι αυτός, δεν έχω κακό σκοπό. Να’ χα κάτι να του ’ριχνα πάνω, να ζεσταίνονταν λιγουλάκι.

Εκείνη τη στιγμή σα να άνοιξε θορυβώδικα η θυρίτσα της καμπίνας και μπήκε μέσα φουρτουνιασμένος ο παππούς του. «Πώς είπες;- του φώναξε θυμωμένος. –Αντί να σηκωθείς και να τον πετάξεις στο χάος… τα λησμόνησες όσα σου έλεγα όταν ήσουν παιδάκι;».

Ο Γκιν ορθάνοιξε τα μάτια. Ο παππούς είχε γίνει καπνός. Μα, μπορούσε να ξαναγυρίσει. Πως θα δικαιολογούνταν που δεν μπορούσε να εκτελέσει την παραγγελία του; Το μέτωπό του ίδρωνε. «Τούτο είναι να αποράς. Από τη μια τουρτουρίζω, από την άλλη ιδρώνω. Τι το λες αυτό;»- ακέφτηκε.

Ο παππούς δεν ξαναγύρισε. Ο Γκιν ένιωσε ανακούφιση. Μήπως δεν τον αγαπούσε πια τον παππού του… Τούτο δεν ήταν αλήθεια. Ήταν, όμως, ολοφάνερο πως τον χώριζε αρκετά μεγάλη απόσταση από το γέρο. Ζούσαν στην ίδια κούλα, αλλά το χάσμα ανάμεσά τους όσο πήγαινε και μεγάλωνε.

Ξεθάρρεψε. Άπλωσε τα πόδια του. Το ίδιο έκανε και ο άλλος. Τα πόδια τους σμίχτηκαν. Τα κορμιά τους ξαλάφρωσαν. Σε λίγο η ανάσα του Γκιν σμίχτηκε με την ανάσα του Μαρτίν. Και οι δυο πια κοιμούνταν.

Κατά τα χαράματα ακούστηκε ξανά ένα κρακ. Και η καμπίνα του τελεφερίκ βάλθηκε ξανά σε κίνηση. Οι νεαροί ξύπνησαν από το τράνταγμα. Στην αρχή τρόμαξαν. Πως είχαν βρεθεί έτσι αγκαλιασμένοι; Είχε ζεσταθεί ο ένας από το χνούτο του άλλου. Την πρώτη στιγμή αλληλοκοιτάχτηκαν άγρια, αλλά σε λίγο μαλάκωσαν και χαμογέλασαν.

Τώρα η καμπίνα γλιστρούσε ανάλαφρα στα συρματόσχοινα. Οι ηλεκτρολόγοι και οι τεχνικοί είχαν κάνει τη νύχτα μέρα.

Ανθολογία Βορειοηπειρώτικου Διηγήματος, Εκδόσεις Ροές (2007)

 

Share on Facebook0Share on Google+0Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn0Print this pageEmail this to someone

Αφήστε μια απάντηση