ΑΛΒΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ: ΕΠΙΣΚΟΠΗΣΗ ΤΗΣ ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ, ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ

Ανακοίνωση που διαβάστηκε στο Πρώτο Διεθνές Συνέδριο για την Ετυμολογία της Ελληνικής Γλώσσας (Αρχαίας, Μεσαιωνικής και Νέας), Θεσσαλονίκη, Νοέμβρης 2015, και δημοσιεύθηκε στον τόμο Ελληνική Ετυμολογία – Greek Etymology (σελ. 394-416), έκδοση του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Σπουδών (Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη), σε επιμέλεια των καθηγητών Χρ. Τζιτζιλή και Γ. Παπαναστασίου.

 

Αλβανική και ελληνική: επισκόπηση της ετυμολογικής έρευνας, προβλήματα και προοπτικές

 

 Δώρης Κ. Κυριαζής
Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
kyrdoris@lit.auth.gr

 

  1. Επισκόπηση

ετυμολογίαΗ έρευνα γύρω από τις σχέσεις της αλβανικής με την ελληνική πέρασε από την παραεπιστημονική στην επιστημονική της φάση κατά τα μέσα του 19ου αιώνα, όταν ο F. Bopp (1855) όρισε την ξεχωριστή θέση της αλβανικής στο πλαίσιο της ινδοευρωπαϊκής (ΙΕ) οικογένειας γλωσσών, αποδεικνύοντας ότι η γλώσσα αυτή παρουσίαζε επιμέρους κοινά στοιχεία με διάφορα μέλη της ΙΕ οικογένειας γλωσσών και ότι δεν φαινόταν να έχει στενότερη συγγένεια με την ελληνική και τη λατινική, όπως αρχικά είχε εκτιμηθεί.

Αυτό δεν σημαίνει ότι στα μετέπειτα χρόνια έπαψαν να εμφανίζονται παρόμοιες απόψεις, ειδικά για τη σχέση της αλβανικής με την ελληνική, που τροφοδοτούνταν αφενός από την ανάγκη των Αλβανών να θεμελιώσουν το απώτερο παρελθόν τους και αφετέρου από την τάση των Ελλήνων να θεωρούν τους Αλβανούς φυλετικά και γλωσσικά συγγενείς τους (βλ. πελασγική θεωρία). Στο μεταίχμιο της παραεπιστημονικής και επιστημονικής θεώρησης τοποθετούνται τα έργα των Hahn (1854) και Camarda (1864).

Αυτός που θέτει σε καθαρά επιστημονική βάση τις μελέτες για την αλβανική και τις σχέσεις της με άλλες γλώσσες είναι αναμφίβολα ο G. Meyer, με το Etymologisches Wörterbuch der albanesischen Sprache (1891)[1], που διατηρεί και σήμερα την αξία του ως πηγή χρήσιμων πληροφοριών όχι μόνο για την αλβανική αλλά και για τις υπόλοιπες βαλκανικές γλώσσες. Το κλασικό αυτό έργο περιλαμβάνει 5140 βασικές λέξεις, από τις οποίες οι 1420 χαρακτηρίζονται ρωμανικής προέλευσης, 540 σλαβικής, 1180 τουρκικής και άλλες 840 νεοελληνικής. Για το λεξικό του Meyer δεν έχει επιχειρηθεί μέχρι σήμερα μια συστηματική αποτίμηση (Tzitzilis 1997: 207), αλλά η σχετική κριτική εστιάζεται κυρίως στο γεγονός ότι, βασιζόμενος σε ελλιπείς για την εποχή του πηγές, ασχολήθηκε μάλλον δυσανάλογα με τα ξένα λεξιλογικά στοιχεία της αλβανικής.

Ο A. Thumb (1909) συνέβαλε στην κατεύθυνση της επιστημονικής θεμελίωσης της μελέτης των ελληνικών δανείων (στο εξής ΕΔ) της αλβανικής. Θεώρησε ότι η ύπαρξη αρχαιοελληνικών δανείων στη γλώσσα αυτή ήταν εξ ορισμού πιθανότατη, για να αναιρέσει στη συνέχεια την άποψη του Meyer, που πίστευε ότι η αλβανική δεν διέθετε τέτοια στοιχεία. Ο Thumb επεκτείνεται συχνά και στα μεσαιωνικά και νεότερα δάνεια, επιχειρώντας μια χρονολογική διαστρωμάτωσή τους βάσει σαφών κριτηρίων.  Φωνολογικά: 1. τροπή s > sh [š]: πράσον > presh, σάρξ > shark, σκάριφος > shkarpë, η οποία πρέπει να ήταν ενεργός μέχρι πριν από τον 10 μ.Χ. αι., αφού δεν παρατηρείται στα ιταλικά δάνεια της αλβανικής 2. ρωτακισμός του μεσοφωνηεντικού n στην τοσκική διάλεκτο. Η τροπή αυτή παύει να είναι ενεργός κατά τον 8-10 μ.Χ. αι., αφού παρατηρείται εν μέρει στα σλάβικα δάνεια της αλβανικής αλλά όχι και στα ιταλικά: λάχανον > lakën (γκεγκ.) / lakër (τοσκ.), μāχανā > mokën (γκεγκ.), mokër (τοσκ.) 3. τροπή των άηχων δασέων συμφώνων σε απλά άηχα: χ > k: λάχανον > lakën / lakër∙ φ > p: τίφη > tepë∙ θ >  t: θωράκιον > tarogzë 4. διατήρηση της προφοράς των β, δ ως [b], [d]: βρόθακος > bretëk, δράπανον > drapën / drapër 5. τροπή των άτονων α και ο σε ë [ǝ]: δράπανον > drapën, πέπων, -ονος > pjepën∙ 6. τροπή του μακρού α σε ο: μāχανā > mokër. Παράλληλα με τα παραπάνω ο Thumb αναφέρει και το κριτήριο της γεωγραφικής κατανομής, σύμφωνα με το οποίο όσα ΕΔ απαντούν στη γκέγκικη διάλεκτο είναι κατά κανόνα παλαιότερα.

Ο N. Jokl με τις μελέτες του (1911, 1923, 1927, 1984) διευρύνει το ερευνητικό πεδίο, επιμένοντας κυρίως στις σχέσεις των δύο γλωσσών κατά την αρχαιότητα. Ακολουθώντας τη σχολή  Wörter und Sachen μας δίνει λαμπρά παραδείγματα λεπτομερούς και πολυεπίπεδης ετυμολογικής ανάλυσης, που οδηγεί σε ασφαλή συμπεράσματα.  Ως τέτοια θα μπορούσαμε να αναφέρουμε τις λ. shark < σάρξ-κός και mangën, mëngërë < μάγγανον, όπου συνδυάζονται τα γλωσσικά και εξωγλωσσικά δεδομένα καθώς και η γεωγραφική διάδοση των λέξεων (1927: 25-26). Το απωλεσθέν ετυμολογικό λεξικό της αλβανικής, που ο Jokl ετοίμαζε κατά τα τελευταία έτη της ζωής του,  θα επιβεβαίωνε μάλλον όσα ο ίδιος είχε γράψει από το 1927: «Είναι πολλαπλά τα ρυάκια, μέσω των οποίων, μαζί με τον ελληνικό πολιτισμό, η ελληνική γλώσσα πλημμύρισε την αλβανική» (1927: 70)[2].

Ο Αλβανός γλωσσολόγος E. Çabej στη μελέτη του Griechisch-albanische Sprachbeziehungen (1981) επιχειρεί να κάνει μια ανασκόπηση της έως τότε έρευνας και στη συνέχεια αναφέρεται στους βασικούς προβληματισμούς του πεδίου αυτού. Μεθοδολογικά, λέει, πρέπει να εξετάσουμε τις ελληνοαλβανικές σχέσεις στο πλαίσιο δύο μεγάλων χρονικών περιόδων, της προ-βαλκανικής και της βαλκανικής, τονίζοντας ωστόσο πως είναι δύσκολο να οριστεί με ακρίβεια η διαχωριστική γραμμή τους.

Στο ανολοκλήρωτο έργο του Studime etimologjike në fushë të shqipes («Ετυμολογικές μελέτες στο πεδίο της αλβανικής»), από το οποίο έχουν εκδοθεί επτά τόμοι, καταπιάνεται ο Çabej με τη συστηματική ετυμολόγηση του λεξιλογίου της αλβανικής, κοινής και διαλέκτων. Ακολουθεί την αρχή ότι «η ετυμολογία περιλαμβάνει κάτι πιο συνολικό, αυτό που μπορεί να ονομαστεί βίος των λέξεων υπό την ευρύτερη έννοια» (SE I 46).  Σε ό,τι αφορά το μέρος του αλβανικού λεξιλογίου που ανάγει σε ελληνικά έτυμα, βασίζεται εν πολλοίς στις εργασίες των Meyer, Jokl, Camarda, κ.ά.,   προσθέτοντας πληροφορίες για το τυπολογικό, τις σημασίες και τη γεωγραφική διάδοση των δανείων. Στο αρχείο Çabej έχει εντοπιστεί ανέκδοτο χειρόγραφο με τίτλο Neugriechisch und Albanisch, έκτασης 75 σελίδων, που χρονολογείται στα μέσα της δεκαετίας του 1930 και αντλεί υλικό από τη γλώσσα της γενέτειράς του, του Αργυροκάστρου (Kastrati 2003: 33).

Ο H. Ölberg με την εργασία του Griechisch-albanische Sprachbeziehungen (1972) επιχειρεί να ανακεφαλαιώσει τα μέχρι τότε συμπεράσματα της έρευνας και στρέφεται κυρίως προς το αρχαιοελληνικό (ΑΕ) στοιχείο της αλβανικής διαχωρίζοντας τις λ. σε βέβαιης και πιθανής ΑΕ προέλευσης. Μια άλλη ομάδα λέξεων ελληνικής αρχής αποτελείται από όσες εισήλθαν στο αλβανικό λεξιλόγιο μέσω της λατινικής.

Η G. Uhlisch με τη διατριβή της Neugriechische Lehnwörter im Albanischen (1964) κάνει μια πρώτη συστηματική προσέγγιση των νεοελληνικών δανείων της αλβανικής, βασιζόμενη σε ένα γλωσσάρι 1100 περίπου λέξεων, που παραθέτει στο τέλος της μελέτης της. Για τη μακροδομή του corpus αυτού έχει παρατηρηθεί ότι δεν βασίζεται σε σαφή κριτήρια για τα ΕΔ που περιλαμβάνει και, επιπλέον, ότι μια συστηματική διερεύνηση του αλβανικού λεξιλογίου θα έφερνε στην επιφάνεια πολλά άλλα ΕΔ, περισσότερα από τα διπλάσια από αυτά που κατέγραψε η Uhlisch (Tzitzilis 1997: 209). Βασικό μειονέκτημα της εργασίας της είναι η ελλιπής γνώση των δεδομένων της νεοελληνικής διαλεκτολογίας (Tzitzilis 1997: 208) πράγμα που επιβεβαιώνεται από τα λανθασμένα συμπεράσματα της Uhlisch ότι «τα νεοελληνικά δάνεια πέρασαν στην αλβανική μέσω της λαϊκής γλώσσας και όχι από τις διαλέκτους», και ότι «στη νότια Αλβανία δεν βρίσκουμε κανέναν ηπειρώτικο διαλεκτικό τύπο» (1964: 232).

Τα τελευταία χρόνια, ο Χρ. Τζιτζιλής έχει διευρύνει τον ερευνητικό ορίζοντα των ελληνοαλβανικών γλωσσικών σχέσεων κινούμενος σε βαλκανικό πλαίσιο και ταυτόχρονα αξιοποιώντας δημιουργικά τα δεδομένα της ελληνικής διαλεκτολογίας. Η οπτική αυτή διέπει και την εργασία του Zur Problematik der griechischen Lehnwörter im Albanischen (1997), που μαζί με την κριτική ανασκόπηση της προηγούμενης έρευνας υποδεικνύει νέες οδούς για την περαιτέρω συνέχισή της (1997: 204).

Η επανεξέταση παλαιότερων ετυμολογιών, ακόμη κι όταν φέρουν την υπογραφή αυθεντιών του χώρου, οδηγεί στην τεκμηριωμένη αναθεώρηση ευρέως διαδεδομένων και εκ πρώτης όψεως πειστικών ετύμων.  Η λ. nergut ‘absichtlich, vorsatzlich’ της αλβανικής, που ο Jokl την ανάγει σε μια ΙΕ βάση *nerg, ερμηνεύεται καλύτερα με βάση τα δεδομένα της ελληνικής διαλεκτολογίας: gr.dial. νέργου ‘absichtlich’ (Epirus, Mponkas 1, 264) ) < ἐν ἔργῳ* ‘dss’, vgl. gr.dial. ξέργου < ἐξ ἔργου ‘absichtlich’ (Andriotis 1974:247), επί τα έργου ‘absichtlich’ (Andriotis 1974: 257). Das auslautende -t entwickelt sich im Albanischen analogisch nach dem adverbial gebrauchten heret ‘zeitlich’, krejt ‘ganz’ u.a. (Tzitzilis 1997: 210).

Σε ό, τι αφορά τη χρονολογική διαστρωμάτωση των ΕΔ, ο Τζιτζιλής υιοθετεί τα κριτήρια του Thumb κάνοντας προσθήκες και αποσαφηνίσεις. Για το γεωγραφικό κριτήριο προσθέτει ότι τα ΕΔ της γκέγκικης διαλέκτου δεν είναι τόσο λίγα, όπως συχνά γράφεται (1997: 210). Δίπλα στο σημασιολογικό και στο φωνητικό κριτήριο προσθέτει και το μορφολογικό φέρνοντας ως παράδειγμα τα ΕΔ που έχουν διατηρήσει το τελικό σίγμα των αντίστοιχων ελληνικών λέξεων και που ανάγονται σε μια παλαιότερη φάση δανεισμού, ίσως στο μεσαίωνα.  Ως έμμεση ένδειξη πρώιμου δανεισμού θεωρεί την ύπαρξη στην αλβανική ΕΔ που δεν μαρτυρούνται στη νέα ελληνική και τα ιδιώματά της.

Σημειώνει επίσης ότι παρόλο που το λεξιλόγιο υπήρξε το ευνοημένο πεδίο της έρευνας σε αντίθεση με άλλους τομείς όπως τα μορφοσυντακτικά φαινόμενα που μόνο περιστασιακά έχουν διερευνηθεί, σημαντικές παράμετροι όπως η γεωγραφική κατανομή, η συχνότητα και η υφολογική λειτουργία των ΕΔ ελάχιστα έχουν απασχολήσει τους μελετητές (1997: 200). Αδιερεύνητη παραμένει επίσης η ισοσημία και ειδικότερα το πρόβλημα των μεταφραστικών δανείων, τα οποία θα πρέπει να είναι πολυάριθμα λόγω της γειτνίασης και συμβίωσης Ελλήνων και Αλβανών (1997: 212-13).

Λίγο πριν το 2000 κυκλοφόρησαν δύο ετυμολογικά λεξικά της αλβανικής· του B. Demiraj (1997) και του V. Orel (1998). Ο Demiraj (1997: 7) ασχολείται με το κληρονομημένο ΙΕ λεξιλόγιο της αλβανικής και επιχειρεί να ενσωματώσει δεδομένα που προέρχονται από  τη συλλογή νέου υλικού (διάλεκτοι και γραπτές πηγές) και να αξιοποιήσει το βελτιωμένο θεωρητικό πλαίσιο και τα πρακτικά πορίσματα της σχετικής ετυμολογικής έρευνας των τελευταίων δεκαετιών. O Orel εισάγει και χρησιμοποιεί ευρέως την έννοια της πρωτο-αλβανικής (Proto-Albanian), που αποτελεί “a stage of development between Indo-European and (contemporary) Albanian immediately preceding the intensive linguistic contacts with Latin, i.e. before the I – II centuries C.E.” (1998: IX). Το λεξικό του  περιλαμβάνει “(1) inherited words of Indo-European origin (2) words of expressive origin, onomatopeias and the like (3) loanwords from ancient Greek, Latin (and Romance), Slavic and other languages.” (1998: XI). Παρόλο που εστιάζουν σε παλαιότερες φάσεις της αλβανικής, τα έργα αυτά θα ωφελούνταν αν λάμβαναν υπόψη τα δεδομένα της ελληνικής διαλεκτολογίας και τα αντίστοιχα έργα αναφοράς όπως το Λεξικό αρχαϊσμών του Andriotis (1974).

Η διατριβή μου (Κυριαζής 2001) εξετάζει τη φωνητική και μορφολογική προσαρμογή των ΕΔ της αλβανικής και συνοδεύεται από ένα corpus  3000 περίπου λημμάτων, συγκροτημένο σε μορφή λεξικού, το οποίο συγκεντρώνει σε κάθε ελληνικό λήμμα τους διάφορους τύπους του δανείου της αλβανικής που ανάγονται σε αυτό. Καταχωρούνται σχεδόν εξαντλητικά οι σημασίες που δίνουν τα διάφορα λεξικά και οι άλλες πηγές μας, ενώ, όπου είναι δυνατόν, γίνεται χρήση χωρίων από την αλβανική γραμματεία, λαϊκή και λόγια, μέσω των οποίων αποσαφηνίζεται η σημασία και η λειτουργία του δανείου. Στη συνέχεια παρατίθενται στοιχεία για το status και την παραγωγικότητα των ΕΔ στη δέκτρια γλώσσα, επιδιώκοντας να καταστεί πληρέστερη η εικόνα του δανείου ως μιας δυναμικής και όχι στατικής μονάδας της γλώσσας.

Οι πιο πρόσφατες συμβολές στο εν λόγω πεδίο[3], όχι όμως στην αναζήτηση και στον εντοπισμό νέων ΕΔ της αλβανικής, είναι δύο διδακτορικές διατριβές που εκπονήθηκαν το 2011 στο πανεπιστήμιο Τιράνων. Η J. Kume επιχειρεί να εξετάσει το status των ΕΔ της κοινής αλβανικής. Το θέμα, όπως και ορισμένα από τα συμπεράσματα της μελέτης της για την κινητικότητα και παραγωγικότητα των ΕΔ είναι ενδιαφέροντα, παρά την ελλιπή βιβλιογραφική ενημέρωσή της ακόμη και για πρόσφατα έργα ή μελέτες στον τομέα αυτό.

Η S. Delijorgji εξετάζει τις λεξικοσημασιολογικές παρεμβολές της ελληνικής στην αλβανική, αλλά προσθέτει και ένα παράρτημα για τις λεξιλογικές επιδράσεις της αλβανικής στη γλώσσα της ελληνικής μειονότητας. Αν και δείχνει πιο ενημερωμένη βιβλιογραφικά, η συγγραφέας περιλαμβάνει στα ελληνικά στοιχεία της αλβανικής πλήθος διεθνισμών ελληνικής αρχής (σ. 67 κ. ε.) ενώ θεωρεί αλβανικές τις λέξεις τουρκικής προέλευσης που εισχώρησαν στο ελληνικό τοπικό ιδίωμα και που αποτελούν κοινή κληρονομιά των γλωσσών και ιδιωμάτων της ευρύτερης περιοχής της Ηπείρου.

Σημειώνουμε τέλος ότι ο αλβανός γλωσσολόγος Κ. Topalli (2012: 175-183) έχει εξαγγείλει την έκδοση ενός νέου ετυμολογικού λεξικού της αλβανικής. Τα δημοσιευμένα μέχρι στιγμής δείγματα του έργου αυτού (Topalli 2011: 5-32 κ.ά.) δεν μας επιτρέπουν να εκφέρουμε μια ολοκληρωμένη άποψη σχετικά με  τον τρόπο αντιμετώπισης των ΕΔ της αλβανικής ούτε και να αποφανθούμε σε τι βαθμό διαφέρει από τα προηγούμενα.

 

  1. Πλαίσια επαφών

Σε σύγκριση με άλλες βαλκανικές γλώσσες, η αλβανική υπήρξε πιο εκτεθειμένη ως προς τις ελληνικές επιδράσεις, τόσο από άποψη χρόνου όσο και χώρου και έντασης επαφών.

 

2.1 Διάρκεια επαφής

Αν αποδεχτούμε ότι η αλβανική αποτελεί πιθανότατα τη συνέχεια μιας από τις νότιες διαλέκτους της ιλλυρικής (για την οποία γνωρίζουμε ελάχιστα) και ότι διαμορφώνεται ως γλώσσα κατά τους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες και πάντως πριν από την κάθοδο των Σλάβων στα Βαλκάνια (Demiraj 1988: 203), μπορούμε να αναφερθούμε σε ένα πρώτο στρώμα αρχαιοελληνικών λέξεων που αποτελούν στην ουσία κληρονομιά της αλβανικής από τη «μητέρα» της, όποια κι αν υπήρξε αυτή. Η ουσιαστική λοιπόν επαφή της αλβανικής με την ελληνική εκτείνεται από τη μεσαιωνική μέχρι τη σύγχρονη εποχή.

Σε ό,τι αφορά την ιστορία της αλβανικής, θα περιοριστούμε εδώ στη χρονική διαίρεση που προτείνει ο Demiraj (1988: 209-10): πρώτη περίοδος (αρχαία αλβανική) διαρκεί μέχρι τον 7ο -8ο αι. (όταν παύει να υφίσταται το φαινόμενο του ρωτακισμού). –η δεύτερη περίοδος (μέση αλβανική) εκτείνεται μέχρι τον 14ο -15ο αι. (όταν αρχίζουν να συγκλίνουν οι δύο αλβανικές διάλεκτοι, που σχηματίζονται κατά την πρώτη περίοδο). -η τρίτη περίοδος (νέα αλβανική) διαρκεί μέχρι τα μέσα του 19ο αι., πριν εκδηλωθεί το αλβανικό κίνημα της εθνικής αναγέννησης, και –η τελευταία περίοδος (σύγχρονη αλβανική) χαρακτηρίζεται από τις προσπάθειες για την καθιέρωση ενιαίας γραφής και τη δημιουργία της κοινής αλβανικής (στο εξής ΚΑ).

Με δεδομένη την έλλειψη γραπτών μαρτυριών μέχρι τα τέλη του 15ου αι., η εξέταση των δανείων της αλβανικής αποτελεί μια έμμεση και σημαντική συνάμα πηγή πληροφοριών για την ιστορία των πρώτων φάσεών της. Για ορισμένες λέξεις ελληνικής προέλευσης «παραμένει ανοιχτό το θέμα αν εισήχθησαν κατά την ύστερη αρχαία ελληνική ή κατά την πρώιμη μεσαιωνική ελληνική» (Çabej SE I 131). Τα πρώτα γραπτά μνημεία της αλβανικής μας παρέχουν συχνά χρήσιμες πληροφορίες για τη διάδοση των ΕΔ την εποχή εκείνη καθώς και τη δυνατότητα παρακολούθησης της πορείας τους στη γλώσσα για περίπου πέντε αιώνες. Στο Dictionarium Latino-Epiroticum του Franciscus Blancus (1635) παρατηρούμε, λ.χ., το εύρος των χρήσεων που έχει λάβει η λ. sos (< σώζω): complere me sosunë, completus sosunë, finitus sosunë, immunitus i paa sosunë, ligurire me sosunë të granëtë, perfectus sosunë, postremo ndë të sosunit, praefinire me e sosunë, sempiternus i paa sosunë, terminare me sosunë, terminus të sosunë. Στο ίδιο λεξικό βρίσκουμε επίσης τις λ. campus fushë, o livadh (< λιβάδι), monachus   chëlogënë (këlogjënë < καλόγερος), indecorus horriat (< χωριάτης), vomer pluer, thika e plorit (<πλώρη). Η λ. vexillum αποδίδεται με τις bairak, flamurë (< φλάμουρον), πράγμα που μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δίπλα στο ελληνικό δάνειο flamur που ανάγεται στα χρόνια του Βυζαντίου, εμφανίζεται πλέον και το νεόφερτο τουρκικό.

Ενδιαφέρουσα είναι και η περίπτωση διαδοχικού δανεισμού της ίδιας λ. σε διαφορετικές φάσεις της δέκτριας γλώσσας, που φαίνεται ξεκάθαρα από τα λεγόμενα ετυμολογικά ζεύγη: presh – pras (< πράσον), pjépër – pepón (< πέπων, πεπόνι), shpéllë  – spilé (< σπήλαιον, σπηλιά), kórë – ikónë (< εικόνα), klógjën – kallojér (< καλόγερος). Οι διπλοτυπίες αυτές αντικατοπτρίζουν συχνά το βάθος (χρονικό) και το εύρος (γεωγραφικό) των επαφών καθώς και την ποικιλία των τρόπων διείσδυσης των ΕΔ στην αλβανική.

Παρόμοια ζεύγη δημιουργούνται και ανάμεσα σε λέξεις απώτερης ελληνικής αρχής και σε άμεσα ΕΔ της αλβανικής: eksod ‘μαζική μετανάστευση’ (< λατ. exodus < ελλ. έξοδος) / ksodh (kësoll) ‘κηδεία, μάζωξη γυναικών σε κηδεία, για να μοιρολογήσουν τον νεκρό’ (<ξόδι < μεσν. εξόδιον, πβ. εξόδιος ακολουθία).

Τα προαναφερθέντα παραδείγματα και η εξέταση του συνόλου των ΕΔ της αλβανικής δείχνουν πόσο βαθιά και πόσο εκτεταμένη υπήρξε η ελληνική επίδραση στη γλώσσα αυτή. Ελληνικά δάνεια βρίσκουμε σε όλα σχεδόν τα σημασιολογικά της πεδία, με έντονη την παρουσία της βυζαντινής κληρονομιάς: prónë ‘ιδιοκτησία, αγροκήπιον, εισόδημα’ (Fjalor 1980) < μεσν. πρόνοια ‘έκταση γης που παραχωρούσε ο αυτοκράτορας στους στρατιωτικούς’ (Κριαράς: ΙΗ΄ 97)∙ tipár ‘χαρακτηριστικό (προσώπου)’ (Fjalor 1980) < μεσν. τυπάριον ‘figura seu τυπος in moneta’ (Du Cange 1688: 1621)∙ shpárcë ‘πανί για να πλένουμε τα σκεύη, το σώμα κτλ.’ (Fjalor 1980) < σπάρτζια ‘είδος … μικράς σακούλας … εκ τριχών δε τραχέων υφαντής, επιτηδείου τυγχανούσης επί τω των λουομένων ρύπους ευκόλως εκτρίβειν τε και καθαίρειν’ (Κωνσταντίνου 1808: 318-319). Τα προσηγορικά astrít ‘είδος φιδιού’ (Fjalor 2006) < αστρίτης ‘id.’ (Çabej SE II 99) και petrít ‘είδος γερακιού’ (Fjalor 2006) < πετρίτης ‘id.’ (Meyer 1891: 330), τα οποία εμφανίζονται και ως κύρια ονόματα Αstrít και Petrít σε μεγάλο τμήμα του αλβανικού πληθυσμού, χριστιανούς και μουσουλμάνους, χωρίς να καταγράφονται παρόμοια ανθρωπωνύμια σε άλλους βαλκανικούς λαούς, ακόμη και στους Έλληνες, αποτελούν δείγμα της πλούσιας λαϊκής βυζαντινής κληρονομιάς των Αλβανών.

 

2.2 Χώρος επαφής

Μπορούμε εξαρχής να μιλήσουμε για μια αρκετά συμπαγή αλβανόφωνη ζώνη, που συμπίπτει λίγο-πολύ με τα σύνορα της σημερινής Αλβανίας, καθώς και για θύλακες της αλβανικής σε αλλόγλωσσα περιβάλλοντα, αποτέλεσμα των διαδοχικών μεταναστεύσεων Αλβανών τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ιταλία. Η συμπαγής αλβανόφωνη ζώνη χωρίζεται σε δύο διαλεκτικές ομάδες, τη βόρεια και τη νότια, γνωστές αντίστοιχα ως γκέγκικη (αλβ. gegërisht) και τοσκική (αλβ. toskërisht), με φυσικό μεταβατικό όριο τον Γενούσο ποταμό (αλβ. Shkumbin), που διασχίζει την κεντρική Αλβανία και εκβάλλει στην Αδριατική. Οι διάλεκτοι αυτές διαφέρουν σε φωνολογικό, μορφολογικό και λεξιλογικό επίπεδο (βλ. περισσότερα στο Gjinari & al. 2007, 2008). Η βόρεια ομάδα είναι πιο συντηρητική και διασώζει ένα παλαιότερο στρώμα ΕΔ. Η νότια βρίσκεται σε αμεσότερη σχέση και επαφή με την ελληνική και συνεπώς εντοπίζονται σ’ αυτήν περισσότερα ΕΔ.

Τα αρβανίτικα, που αποκόπηκαν πριν από μερικούς αιώνες από τον κορμό της αλβανικής και βρέθηκαν σε ελληνόφωνο περιβάλλον (Jochalas 1971), αποτελούν μια πλούσια πηγή πληροφοριών για τις σχέσεις και αλληλεπιδράσεις των δύο γλωσσών σε συνθήκες ασύμμετρης διγλωσσίας. Είναι χρήσιμα επίσης και για τη χρονολόγηση των ΕΔ της αλβανικής, στην περίπτωση που μπορέσουμε να αποδείξουμε ότι ορισμένα απ’ αυτά προϋπήρχαν στο λεξιλόγιο των Αρβανιτών πριν αυτοί κατέβουν στον ελλαδικό χώρο.

Οι αλβανόφωνες κοινότητες της Κάτω Ιταλίας (Altimari & Savoia 1994) παρουσιάζουν κι αυτές μεγάλο ενδιαφέρον όχι μόνο γιατί είναι απομακρυσμένες γεωγραφικά και χρονικά (τουλάχιστον πέντε αιώνες) από τον κορμό της αλβανικής, αλλά και επειδή τα ΕΔ που εντοπίζουμε σ’ αυτές ανήκουν είτε στο ντόπιο στοιχείο των ελληνόφωνων κοινοτήτων της Κ. Ιταλίας, είτε στο στοιχείο που είχε ενσωματώσει ήδη η αλβανική πριν την μετακίνηση Αλβανών από την πρώτη τους κοιτίδα, είτε τέλος σε στοιχεία που πήραν κατά το πέρασμά τους από τον ελληνικό χώρο, προτού μετεγκατασταθούν μόνιμα στην Ιταλία (15ος -16ος αι.).

Τα ελληνικά ιδιώματα των περιοχών της νότιας Αλβανίας μόνο τελευταία άρχισαν να γίνονται αντικείμενο συστηματικής μελέτης (Κυριαζής & Σπύρου 2012).  Παρουσιάζουν σύνθετη εικόνα, ξεκινώντας με μια εκτεταμένη περιοχή νότιου φωνηεντισμού (Άγ. Σαράντα, Δέλβινο, Αργυρόκαστρο), προχωρώντας σε μια μικρότερη νότιου (Χιμάρα-χωριό) και ημιβόρειου (Δρυμάδες, Παλιάσα) και καταλήγοντας στην Άρτα Αυλώνα, με βόρειο φωνηεντισμό. Τα ιδιώματα αυτά έχουν αρχαϊκά χαρακτηριστικά και σχηματίζουν λεξικογραμματικά ισόγλωσσα με τα ελληνικά ιδιώματα της Ηπείρου, της Κ. Ιταλίας και της Επτανήσου.

Η διαχρονική προς νότον κάθοδος αλβανόφωνων πληθυσμών, που τροφοδοτούσε και ανανέωνε κατά καιρούς την γλωσσοπολιτισμική ώσμωση των δύο λαών, γνώρισε μετά το 1990 ένα νέο κύμα, πολύ πιο ισχυρό από εκείνο άλλων γειτονικών λαών. Μπορούμε πλέον να κάνουμε λόγο για τη δημιουργία μιας εκτεταμένης ζώνης ελληνοαλβανικής/αλβανοελληνικής διγλωσσίας, που όχι απλά επαναφέρει καταστάσεις του παρελθόντος, αλλά και δημιουργεί μια νέα δυναμική καθώς ομάδες αλβανοφώνων που εγκαθίστανται για μικρά ή μεγάλα διαστήματα στον ελλαδικό χώρο, χωρίς να χάνουν τις επαφές με την αλβανική, επιστρέφουν κατά διαστήματα στην πρώτη τους πατρίδα.

 

2.3 Τρόποι επαφής

Η επαφή των δύο γλωσσών υπήρξε κυρίως άμεση, ως αποτέλεσμα της διαχρονικής γειτνίασης των δύο λαών και της δημιουργίας θυλάκων της μίας εντός της άλλης. Επισημαίνεται ότι στο χώρο της σημερινής νότιας και κεντρικής Αλβανίας υπήρχε ένα ευρύ δίκτυο ελληνικών σχολείων, δημιούργημα των ορθόδοξων τοπικών κοινοτήτων, που είχαν καταλάβει το ρόλο και την αναγκαιότητα της ελληνικής ως γλώσσας εμπορίου και γραπτής επικοινωνίας.

Όταν εστιάζει κανείς στις διαφορές που υπάρχουν στο είδος ΕΔ που επιχωριάζουν, για παράδειγμα, στα αλβανικά των περιοχών Κοριτσάς και Αργυροκάστρου, διαπιστώνει ότι στην πρώτη κυριαρχούν στοιχεία που ανάγονται στη λόγια, καλλιεργημένη μέσα από τα σχολεία ελληνική, ενώ στη δεύτερη, δίπλα σε αυτά, εμφανίζονται και στοιχεία του τοπικού ελληνικού ιδιώματος. Τόσο στη μία, όσο και στην άλλη πόλη λειτουργούσαν από παλιά ελληνικά σχολεία, η Κοριτσά όμως δεν είχε στα περίχωρά της ελληνόγλωσσους οικισμούς, όπως συνέβαινε με το Αργυρόκαστρο.

Η διαφορά αυτή φαίνεται ανάγλυφα κι από δύο έργα που είδαν πρόσφατα το φως της δημοσιότητας. Στα έγγραφα του Αρχείου Αλήπασα (Παναγιωτόπουλος 2007, 2009) εμφανίζονται ολιγογράμματοι Αλβανοί που γράφουν με τρεμάμενο χέρι τα ελληνικά που μιλάνε μεταξύ τους, με έντονη τη σφραγίδα της μητρικής τους γλώσσας. Στα έργα αυτά θα βρούμε τύπους και σημασίες της ελληνικής, η γνώση των οποίων διευκολύνει την ετυμολογική έρευνα όσων ΕΔ της αλβανικής είναι λαϊκής και διαλεκτικής προέλευσης.

Δίπλα στα έγγραφα αυτά στέκονται έργα όπως η Αλβανοελληνική και Ελληνοαλβανική λεξιγραφία του Κοριτσαίου εμπόρου και λογίου Ε. Μήτκου (βλ. Μήτκου 2014), που αποτελούν δείγματα ελληνολατρίας αλλά και δημιουργικής αξιοποίησής της για την καλλιέργεια της αλβανικής. Η ειδική θέση που κατέχει η ελληνική στη γλωσσική ιδεολογία του Μήτκου και πολλών άλλων ελληνομαθών Αλβανών λογίων της εποχής του και ο τρόπος που αυτή επηρεάζει τις γλωσσικές τους επιλογές, είναι ένας βασικός παράγοντας για την κατανόηση της πληθώρας μεταφραστικών δανείων ελληνικής «μήτρας» που εμφανίστηκαν κατά (αλλά και πριν από) την εθνική αναγέννηση των Αλβανών στα τέλη του 19ου αιώνα[4].

 

  1. Προβλήματα και προοπτικές

Ορισμένα από τα προβλήματα και ζητούμενα της σχετικής ετυμολογικής έρευνας θίχτηκαν ήδη στην πρώτη ενότητα με αφορμή την ανασκόπηση της έως τώρα έρευνας. Στη συνέχεια θα επιχειρήσουμε την περαιτέρω κωδικοποίησή τους με τη χρήση πρωτογενούς κυρίως υλικού και σχετικών παραδειγμάτων.

Από την εξέταση των ετυμολογιών που έχουν προταθεί κατά καιρούς για τα ΕΔ της αλβανικής, με σημείο αναφοράς κυρίως το έργο του Çabej, και με την επιφύλαξη ότι μεγάλο μέρος του δεν έτυχε της οριστικής θεώρησης και επεξεργασίας του συγγραφέα, έχουμε να παρατηρήσουμε τις εξής περιπτώσεις:

α) Λέξεις αγνώστου ετύμου, που ανάγονται στην ελληνική.

Η λ. karkanáqe ‘είδος κουλουριού’, που απαντά στη νότια τοσκική και χαρακτηρίζεται ετυμολογικά ασαφής (Çabej SE V 52), ετυμολογείται από την ελλ. λ. καρκανάκια ‘ξηρό γλύκισμα’, που ανάγεται στη λ. κάρκανο (Μπόγκας 1964: Α΄ 159) με σημ. ‘το πολύ ξερό, το ξηροψημένο…’ (Παπακίτσος 2006: 102). Της ίδιας αρχής είναι και η λ. kárkë ‘τούβλο ξεροψημένο’, για την οποία ο Çabej (SE V 134) έχει επιφυλάξεις.

Από την άλλη, η λ. kallkán, που θεωρείται τουρκικής αρχής, εμφανίζεται στην ΚΑ και με τις σημ. ‘1. πάγος, παγόβεργα 2. (ως επίθ.) ξεπαγιασμένος, παγερός’ (Fjalor 2006), οι οποίες δεν απαντάνε στην τουρκική λ. kalkan, ούτε και σε άλλες βαλκανικές γλώσσες όπου εισχώρησε η λ. αυτή[5]. Πρόκειται μάλλον για δυο ομώνυμες λέξεις διαφορετικού ετύμου, αφού η kallkan (I) απαντά σε παλαιότερα λεξικά της αλβανικής (Dizdari 2005: 486-7, βλ. και Çabej  SE V 27), ενώ οι σημασίες της kallkan (II) της ΚΑ (Fjalor 2006) σχετίζονται πιθανότατα με την ελληνική λέξη κάρκαλο[6] ‘το πολύ στεγνό, το κατάξηρο’ (Μπόγκας 1964: Α΄ 159), που, όπως είδαμε, απαντά και ως κάρκανο ‘το ξηροψήσιμο’ στα Τζουμερκοχώρια (Φίλος 2000: 610, Παπακίτσος 2006: 102).

Η σχέση ξηρού και παγερού φαίνεται μεταξύ άλλων και από τις ελλ. φρ. ξύλιασαν / ξεπάγιασαν τα χέρια μου  κι από τις αλβ. thahem / ngrij së ftohti ‘ξεραίνομαι (=ξυλιάζω) / ξεπαγιάζω απ’ το κρύο’. Το ρ. καρκαλώνω ‘στειρεύω (για βρύση)’, που ακούγεται στα χωριά της Κόνιτσας (Ρεμπέλη 1953: 304),  απαντά στα αλβ. ιδιώματα της Ηπείρου ως karkallósem ‘κρυώνω πολύ, ξεπαγιάζω’ (Haxhihasani 1974: 57)[7], το οποίο σχετίζεται με το ρ. kallkanósem ‘ξεπαγιάζω’ της ΚΑ. Εξάλλου το ρ. καρκανιάζω και διάφοροι ιδιωματικοί τύποι του (καλκανιάζου, Λέσβος, καρκαλιάζω, Ήπειρος) σημαίνει «γίνομαι κάρκαρον ήτοι ξηραίνομαι, κοκκαλώνω είτε υπό ψύχους είτε υπό γέλωτος …  την έννοιαν μάλιστα του ξηραίνεσθαι, αποσκληρύνεσθαι διετήρησε το καρκανιάζω εν Κρήτῃ, Κυθήροις και Κῷ…» (Κουκουλέ 1917: 100-101).

Επανερχόμενοι στη λ. kallkan, μπορούμε να υποθέσουμε ότι υπήρχε στην αλβανική μια λ. *karkáll ή *karkán, την οποία επισκίασε η τουρκ. αρχής  kallkan (I) και στη συνέχεια επήλθε σημασιολογικός συμφυρμός των δύο λέξεων. Η ύπαρξη της kallkan (IΙ) και το πιθανό ελληνικό έτυμό της ενισχύονται επίσης από λεξικογραφικές μαρτυρίες: κάνκανον ὕλαν (Tarentini)∙ ξηρὰν ὕλην, καγκαλέακατακεκαυμένα, καγκαίνει∙ θάλπει. ξηραίνει, καγκομένης∙ ξηρᾶς τῷ φόβῳ (Ησύχ.).

Η λ. llógje της λαϊκής αλβανικής, που στα Τίρανα απαντά με τον τ. llóqe ‘twaddle’ (Mann 1948: 257) εμφανίζεται συνήθως είτε στη ρημ. φρ. bëj llogje ‘κάνω μπλα-μπλα, λέω ανοησίες’ είτε στην έκφρ. llogje Kavaje ‘λόγια της Καβάγιας [πόλης της κεντρικής Αλβανίας] = λόγια του αέρα’, όπου το Kavaje είναι μάλλον παρετυμολογική απόδοση της λ. καραβάνα στην έκφρ. λόγια της καραβάνας.

β) Λέξεις με λανθασμένα έτυμα.

O Çabej (SE V 36) ανάγει τις αλβ. λ. kanósem ‘απειλώ, φοβερίζω’ και kanós ‘βάζω πρόστιμο’ στον αόρ. κανόνισα, που, όπως γράφει, μέσω απλολογίας έγινε kanos. Όμως σε έγγραφο του Αρχείου Αλήπασα (Παναγιωτόπουλος 2007: Α΄ αρ.224), γραμμένο το 1804, μαρτυρείται ρ.  κανώνομαι ‘απειλώ’[8], που απαντά και σήμερα στην Ήπειρο με σημ. ‘φοβερίζω με λόγια και χειρονομίες από μακριά’ (Μήτση 2002: 57) και ανάγεται στο μεσν. ικανώ (Κριαράς:  Ζ΄ 161-62).

Η λ. oknút, που απαντά στο Qeparo Χιμάρας με τις σημ. ‘θαλασσινή αύρα’ και ‘σκόνη από φύλλα καπνού’, δεν ανάγεται, τουλάχιστο στη δεύτερη σημασία[9], στη λ. ωκεανός (Çabej SE VI 114) αλλά στη λ. χνούδι, με ανάπτυξη στην αλβανική ενός αρκτικού ο-, όπως συμβαίνει και στη λ. ofíqe ‘φύκι’ (< φύκια), που μαρτυρείται στην ίδια περιοχή (Sotiri 2001: 219)

γ) Περιπτώσεις όπου δεν λαμβάνονται υπόψη ή δεν αξιοποιούνται πλήρως τα διαλεκτικά δεδομένα της ελληνικής και της αλβανικής. 

Η λ. këmbëkúq ‘είδος κουλούρας’ σχετίζεται με το διαλ. κραμποκούκ(ι) ‘μικρή κουλούρα από καλαμποκίσιο αλεύρι … ψημένο στη χόβολη, ανάμεσα από φύλλα κραμπολάχανου’ (Παπακίτσος 2006: 124) και είναι αποτέλεσμα λαϊκής ετυμολογίας (πβ. τ. κουμπουκούκι, Μπόγκας 1964: Α΄198, και αλβ. këmbë ‘πόδι’ + i kuq ‘κόκκινος’, καθώς και τ. këmëkuq και χαμοκούκ’, Παπακίτσος ό.π.). Προσθέτουμε ότι η λ. κραμποκούκι είναι μάλλον σύνθετη με πρώτο συστατικό το κράμπη ‘λάχανο’ (Κριαράς Η΄ 364, κράμβη) και δεύτερο το (?) κουκκί ‘σπόρος, σπυρί, κόκκος’ [από καλαμπόκι]. Για τη λ. κουκκί βλ. Κριαράς Η΄ 223, κοκκί(ο)ν.

Τα ρ. kselhás ‘διασκεδάζω’ και kselhásem ‘σεργιανίζω’ (Xhaxhiu 2010: 96) ανάγονται στο ρ. ξεχλυάζω ‘διασκεδάζω, περνάω ευχάριστα την ώρα μου’ (Μήτση 2002: 102) και όχι στο ξεχνώ (Karagjozi Kore 2014: 193), κτλ.

δ) Περιπτώσεις όπου παρατηρούνται λάθη και ανακρίβειες σε ό,τι αφορά την οδό εισχώρησης του δανείου στη γλώσσα.

Η περίπτωση της λ. kallambóq, που ο Çabej (SE V 24-25) τη θεωρεί ελληνικής προέλευσης, ενώ ο Ανδριώτης αλβανικής (1983: 142) δείχνει πόσο περίπλοκη είναι ενίοτε  η διαδρομή των λέξεων, αφού η λ. αυτή ανάγεται μάλλον στην τουρκική kalambek/kelembek (Henrich 1988: 184-185).

Ενδιαφέρουσα είναι και η λ. hov ‘ορμή, φορά’, που ο Çabej (SE IV 378) τη σχετίζει εντός της αλβανικής με τη λ. hop ‘βήμα, άλμα’, χωρίς να αναφέρει την ύπαρξή της στα  βόρεια ιδιώματα και τις μικρασιατικές διαλέκτους της ελληνικής (χοβ’ ‘η φορά, κάτι που επαναλαμβάνεται’, Μπόγκας 1964: Α΄ 433, χόβιν ‘ορμή, φορά’, Παπαδόπουλου 1961: Β΄ 516) και στην τουρκική (hov 1. Έντονη επιθυμία, κλίση, ροπή 2. Φορά, ορμή κτλ., Büyük Türkçe Sözlük). Αν ισχύει η ετυμολογία που προτείνει ο Τζιτζιλής (2008: 237) για το αγραφιώτικο καταχόβια ‘κατά δόσεις’, ως υποκοριστικό του καταχοϝά < κατά + χοϝά = χοή, τότε έχουμε να κάνουμε με μια ελληνική λέξη που απέκτησε ευρεία διάδοση και παραγωγικότητα τόσο στην αλβανική όσο και στην τουρκική.

 

3.1 Νέο υλικό από διαλέκτους και παλαιότερες πηγές

Με βάση τις παρατηρήσεις που έγιναν παραπάνω και δεδομένου ότι στις αλβανικές διαλέκτους ή σε παλαιότερες γραπτές πηγές επιχωριάζουν ακόμη πολλά άγνωστα μέχρι σήμερα ΕΔ, θα λέγαμε ότι πρωταρχικής σημασίας παραμένει η συνέχιση της συλλογής υλικού.

Από πρόσφατη συλλογή της περιοχής Πρεμετής (Mërkuri 2009) αναφέρουμε ενδεικτικά ορισμένες λέξεις και τύπους που δεν έχουν συμπεριληφθεί στο Λεξικό ΕΔ της αλβανικής (Κυριαζής 2001): cogofág ‘συκοφάγος’ < συκοφάς, πβ. sirkofá, sirkofán, serkafán, cikofá, cikofë, cirkofáj, cikopán, cikofúa, cingafúa, xerkufár, círko (Κυριαζής ό.π.), drogobúj ‘τραγόπουλο’, fuqís ‘φουρκίζω, εξοργίζω’ < φουρκίζω,  karavastá (επιθετική χρ.) ‘ανοιχτός διάπλατα’, βλ. καραβοστάσι, karodhíqe (επίρρ.) ‘μπερδεμένα’ βλ. κατωρύγι, kenkúq, kënkúq ‘είδος λαχανόπιτας…’, βλ. këmbëkúq < κραμποκούκι, libarí ‘βοσκότοπος με νέα βλάστηση’, riparí ‘νέα βλάστηση’ βλ. λιπαρός, liqér ‘δικέλι’, prónjë ‘καρπερή γυναίκα, καλή νοικοκυρά’ βλ. πρόνοια, saraqéllo ‘από δω κι από κει’ βλ. σύρε κι έλα, terqí ‘γύρω’, πβ. τουρκί ‘σιδερένιο ή ξύλινο στεφάνι…’ (Υφαντής 1996: 175), vrastáll ‘βλαστάρι’.

Από το ιδίωμα της πόλης Αργυροκάστρου (Xhaxhiu 2010) σημειώνουμε επίσης:  çaramaló ‘μπάχαλο, χάος’, πβ. κιαραμαριό, κεραμιδαριό, kápso ‘δήθεν’ πβ. καψο-, kárkallo ‘κοκίτης’, βλ. κάρκαλο ‘κοκίτης’ στην Ήπειρο, katallahú ‘τυχαία’ βλ. καταλαχού, ksepolltís ‘αποβάλλω’, πβ. ξαποχτώ και poll- θέμα αορίστου του αλβ. ρ. pjell ‘γεννώ’, polltís ‘τεκνώ’ (pohtis + poll-), ksetharí (επίρρ.) ‘ελεύθερα, αδιάκριτα’, βλ. ξεθάρρετα, kësódhë ‘το σπίτι που πενθεί’, πβ. ξόδι, lalakafjá ‘άτακτα, μπάχαλο’, πβ. γυαλιά καρφιά, moskokájro ‘μοσχοκάρυδο’ < μοσχοκάρυον ‘ιδ.’ (Κριαράς: ΙΑ΄ 44), ífto, qífto ‘γύφτος’ < γύφτος.

Γενικά, η καλύτερη γνώση του λεξιλογικού πλούτου των δύο γλωσσών, με έμφαση στη μεσαιωνική ελληνική και τις παλαιότερες πηγές της αλβανικής, αποτελεί προϋπόθεση για τον εντοπισμό νέων ΕΔ. Για παράδειγμα, τη λ. σπάρτζια (> shpárcë), που αναφέρθηκε ήδη, την εντοπίσαμε στη «Διατριβή επί της καταστάσεως της ενεστώσης κοινής ημών γλώσσης» του Γ. Κωνσταντίνου (1808), ο οποίος παραπέμπει στον Θεσσαλονίκης Ευστάθιο. Βλ. και σπαρτζίον, sparta, scopulae species ex spartis confecta, qua sordes corporis e balneis eluuntur. (Du Cange 1688: 1418).

 

3.1.1 Συνθηματικές γλώσσες

Οι συνθηματικές γλώσσες της περιοχής, οι οποίες δεν έχουν ακόμη μελετηθεί συστηματικά, μας προσφέρουν πλούσια ευρήματα. Δίνουμε ενδεικτικά ορισμένα στοιχεία από τη γλώσσα των χτιστάδων, purishte, της περιοχής Opari της περιφέρειας Κοριτσάς, κάτι σαν τα «κουδαρίτικα» των Μαστοροχωρίων Κόνιτσας: avró ‘αύριο’, fandréps (< πάντρεψ-) ‘αρραβωνιάζω, παντρεύω’, fqónjë ‘χιόνι’, frídhe (< φρύδι) ‘παράθυρο’, karráfe ‘χωράφι’, krío ‘χειμώνας’, lifós ‘αλείφω’, llapsár (lla[m]ps  < λάμπω, έλαμψ- + -ar) ‘καντήλι’, llógë ‘άλογο’, ósko ‘όξω’, pelaqís ‘πελεκώ, λαξεύω’, pethánje (< πεθαίνω, πέθαν-) ‘θάνατος’, pethanós ‘πεθαίνω’, polanís (< απολιανίζω, απολιάνισ-) ‘δέρνω για τα καλά’, κτλ. (Gegollari 2011).

 

3.2 Ονοματολογικά δεδομένα

Η εξέταση του ονοματολογικού υλικού αναδεικνύει συχνά χρήσιμα στοιχεία για την ετυμολογική έρευνα.

Οι κάτοικοι των αλβανόφωνων χωριών της Χιμάρας ονομάζουν Strakëná  τα απέναντι Διαπόντια νησιά (Rrapaj 1991: 1193), το οποίο στους Δρυμάδες είναι γνωστό ως Σ(τ)ραχνά[10]. Τα νησιά αυτά ονομάζονται από τους κατοίκους τους και Αστ[ρ]ακόνησα[11], επομένως το Strakëná θα μπορούσε να αναχθεί σε έναν δωρικό τ. *Οστρακονάσιον > *Στρακονάσι (κατά το Καραβοστάσι > Karavastá, ονομασία λιμνοθάλασσας που βρίσκεται λίγο βορειότερα στα παράλια της Αδριατικής), χωρίς να αποκλείεται όμως και η αναγωγή του στον πληθ. οστρακινά.

Στα Κάνινα του Αυλώνα υπάρχει ελαιόφυτη έκταση με την ονομασία Elósë (Rrapaj 1991: 872), που ανάγεται εύκολα στο *Ελ(αι)ώσα < ἐλαία + -ῶσα[12].

Σε ό,τι αφορά τα τοπωνύμια, όσα τονίζονται στη λήγουσα είναι συνήθως ελληνικής αρχής, ακολουθώντας αλλά και επιβεβαιώνοντας σε ευρύτερο πλαίσιο όσα παρατηρούσε ο Rohlfs (1970: 1) για την περιοχή Salento Κ. Ιταλίας[13]. Ο κανόνας αυτός ισχύει ιδίως για τα ΝΔ παράλια της σημερινής Αλβανίας. Bλ., για παράδειγμα, Hostón ‘τμήμα της παραλίας, όπου αρχίζει το βραχώδες μέρος της’ (Qeparo, Sotiri 2001: 259) < ελλ. χωστόν, καθώς και το τοπων. Αμμόχωστος στην Κύπρο (Qirjazi 2015).

Στην κατηγορία αυτή συγκαταλέγονται και τα τοπωνύμια Soroné και Amalló, που μαρτυρούνται σε τοπικό δημοτικό τραγούδι: Vetëtin në Sorone, / merre brucin, mos e le. / Vetëtin në Amallo, / merr qetë, ec e puno. [Αστράφτει στη Σορωνιά, / την κάπα κράτα δυνατά. / Αστράφτει στον Ομαλό, / πιάσ’ αλέτρι και ζυγό.] (Rrapaj 1991: 64). Πρόκειται σίγουρα για δυο τοπωνύμια ελληνικής αρχής, αφού το πρώτο, Σορωνιά,  μαρτυρείται σε σημείο κοντά στους Αγ. Σαράντα, στην Κέρκυρα (Χρυσικόπουλου 2009: 281) και στη Ρόδο (Σορωνή, η) με τη σημασία ‘δάσος από βαλανιδιές’, και συνδέεται με το αρχ. Σορωνίς, ἡ, και σαρωνίς, -ίδος, η ‘γέρικη βαλανιδιά με κουφάλα’, πβ. Ησύχ. σαρωνίδες∙ πέτραι. ἣ αἱ διὰ παλαιότητα κεχυνυῖαι δρύες, σορωνίς∙ ἐλάτη παλαιά, καθώς και με το αρχ. τοπωνύμιο Σόρων, -ωνος, ὁ ‘δάσος δρυών στην Αρκαδία’ (Συμεωνίδης 2010: Β΄ 1292-93).

Το δεύτερο σχετίζεται με το επίθ. αμαλό (ομαλός) ‘αυτός που δεν παρουσιάζει ανωμαλίες, προκειμένου για επιφάνεια’, που μαρτυρείται στην Κ. Ιταλία (Καραναστάση 1984-1992: Α΄ 133). Πβ. και τοπων. Ομάλες (στις) στην Κάτω Λεσινίτσα Δελβίνου (Κατσαλίδας 1994: 332).

Ανάμεσα στα τοπωνύμια παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον και τα λεγόμενα ταυτολογικά ή ταυτόσημα ζεύγη του τύπου Hunda e Hostonit (Qeparo), Lëmi i Allonaqit (Vuno), Shkëmbi i Radhoit (Nivicë), Guri i Petrës (Përmet), κ.ά., με πρώτο μέλος μια αλβανική λέξη (hundë ‘μύτη, εξοχή’, lëm ‘αλώνι’, shkëmb ‘βράχος’, gur ‘πέτρα’), και δεύτερο τη συνώνυμη ελληνική, σε γενική μάλιστα πτώση (Hostón < χωστόν ‘made by earth thrown up’ Liddle & Scott Greek-English Lexicon, Allonáq < αλωνάκι, Radhúa, οριστ. τ. Radhói, < ραδιό ή ραϊδιό (το) ‘κρημνός, απότομος ψηλός βράχος’ Μπόγκας 1964: Α΄ 363, Pétra < πέτρα)· τα τοπωνύμια αυτά απαντούν σε διάφορα σημεία του αλβανικού νότου (Qirjazi 2015).

Η Karagjozi Kore (2014: 96-97) αναφερόμενη στην ονομασία μιας από τις παλαιότερες συνοικίες του Αργυροκάστρου, το Palortó, την ανάγει στο ελληνικό, όπως σημειώνει, επίθετο παλιωτό ‘παλαιός, αρχαίος’ (sic) και ερμηνεύει την παρουσία του r ως αποτέλεσμα επένθεσης από επίδραση του l.

Η ετυμολογία αυτή δεν πείθει· ξεκινώντας από το γεγονός ότι άλλες συνοικίες της πόλης φέρουν τα ονόματα Cfákë (<σφάκα) και Granícë (βουλγ. granitsa ‘είδος δρυός’, βλ. και ουσ. γρανίτσα ‘είδος δέντρου [=δρυός]’ στη Δρόβιανη Ηπείρου, Μπόγκας 1966: Β΄17), που είναι και τα δύο φυτοτοπωνύμια, μπορούμε να υποθέσουμε ότι πρόκειται για την ελληνική λέξη παλιουρωτό. Τοπωνύμιο Παλιουρωτός (< παλιούρι + -ωτός) απαντά στην Κέρκυρα (Καρύδης & Τζιβάρα 2009: 119), αλλά και σε έγγραφο του αρχείου Αλήπασα που αναφέρεται  στην πόλη του Αργυροκάστρου (έγγρ. 1500). Άλλωστε σε κοντινά με το Αργυρόκαστρο ελληνόφωνα χωριά της Δρόπολης βρίσκουμε τα τοπωνύμια Παλιουριά και Παλιουρίδα (Κουλίδας 2005: 52, 63), που ενισχύουν την προτεινόμενη ετυμολογία.

 

3.3 Ανάγκη επανεξέτασης του υλικού

Είναι ανάγκη να επανεξεταστεί και να επανεκτιμηθεί το συγκεντρωμένο μέχρι σήμερα υλικό, σε όλα τα επίπεδα:

Φωνητικό.  Το επίρρ. dhóni-dhóni ‘γύρω-γύρω’, που καταγράφεται στην πόλη του Αργυροκάστρου (Karagjozi Kore 2014: 166), ερμηνεύεται ικανοποιητικά από το ελλ. αλώνι-αλώνι, με την τροπή dh-ll / ll-dh, που είναι χαρακτηριστική του τοπικού αλβανικού ιδιώματος.

Μορφολογικό. Για παράδειγμα, στο ιδίωμα Αργυροκάστρου έχουν καταγραφεί λέξεις όπως dredhú ‘ναζιάρα, παιχνιδιάρα’ (dredh ‘στρέφω’) και sokakú ‘σοκακιάρης’ (sokak ‘σοκάκι’), που φέρουν την ελληνική θηλ. κατάληξη –ού, η οποία σε ένα από τα παραδείγματα φαίνεται  να ισχύει και για το αρσ. γένος: Ai është sokakú (=Είναι σοκακιάρης). Στην περίπτωση της λ. sokakú μένει ανοιχτό το ζήτημα αν είναι ΕΔ ή σχηματισμός στο πλαίσιο της αλβανικής, εφόσον μαρτυρείται λ. σοκακού στα ελληνικά.

Επίσης, λ. όπως shahtizméno ‘σαστισμένος’ (πβ. αλβ. i shastisur), humbaméno ‘χάφτας, χαμένος’ (πβ. αλβ. i humbur ‘χαμένος’, αλλά και χούμπωμα ‘ανίκανος’ Μπόγκας 1966: Β΄ 257),  shushaméno ‘ξεκούτης’ (πβ. αλβ. i shushatur’), μαρτυρούν για τη χρήση του –μένος (>meno)[14] στο τοπικό ιδίωμα.

Από τα  προθήματα, το kse-, μαζί με τη στερητική του λειτουργία, παρουσιάζεται ενίοτε και ως επιτατικό: Dhotur’ e ksedhotur-o ‘γύρω κι ολόγυρα’ (Kokalari 2004: 263).

Σημασιολογικό. Η λ. siharíq (<συχαρίκι), που στην ΚΑ διατηρεί την αρχική της σημασία ‘χαρμόσυνη είδηση’, στα νότια αλβανικά ιδιώματα απαντά και με τη σημ. ‘θλιβερό μαντάτο’:  …djora nënë çish e priti, / kur i vate sihariqi, / kur i vate dhe i thanë / “Ta vranë të zinë djalë…” […τι είπε η δόλια μάνα / σαν επήρε τα μαντάτα, / όταν της το ’παν κι οι άλλοι / «σ’ το φαγαν το παλληκάρι…»] (Rrapaj 1991: 982)[15].

Το ρ. livadhis της ΚΑ ‘1. βόσκω σε λιβάδι 2. (μτφ.) γυροφέρνω, κάνω ό,τι μου καπνίσει’ έχει αναπτύξει στη δέκτρια γλώσσα σημασίες που δεν τις βρίσκουμε στην ελληνική[16] και που μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι πρόκειται μάλλον για παράγωγο της αλβανικής (< livadh < λιβάδι) και όχι για ΕΔ. Αξίζει να σημειωθεί πάντως το παράλληλο μεταφορικό μονοπάτι του αλβανικού livadhis και του ελληνικού αλωνίζω, που ενδεχομένως να αντικατοπτρίζουν τις κατ’ εξοχήν παραδοσιακές παραγωγικές δραστηριότητες του ενός (λιβάδι – κτηνοτροφία) και του άλλου (αλώνι – γεωργία) λαού.

 

3.4 Μεθοδολογικά

Η επεξεργασία του υλικού επιβάλλεται να ακολουθήσει συγκεκριμένες μεθοδολογικές αρχές και να κινηθεί προς κατευθύνσεις που θα επισημάνουμε στη συνέχεια, αρχίζοντας με την περίπτωση των ψευδοδανείων, αποτέλεσμα του μη σωστού διαχωρισμού των ΕΔ από τα παράγωγά τους.

Στην αλβανική υπάρχει μια ευρεία ομάδα μεταρηματικών (και όχι μόνο) θηλυκών ουσιαστικών σε –í (Çabej SGJ III 235), στα οποία συγκαταλέγονται και τα kamarí ‘καμάρωμα’ (< kamaros), kanaqí ‘κανάκεμα’ (< kanaqeps), kanosí ‘απειλή’ (< kanos)· για το λόγο αυτό θα ήταν λάθος να θεωρηθούν ΕΔ λέξεις όπως foverí ‘φοβέρα’, piraksí ‘πειρασμός’, skandalí ‘σκάνταλο’ (Lloshi 2012: 330, 361, 368) και peleqí ‘πελέκημα’, zalí ‘ζάλη’ (Karagjozi Kore 2014: 190-192).

Ωστόσο, ουσιαστικά όπως τα katandí ‘κατάντια’, paraponí ‘παράπονο’, nikoqirí ‘νοικοκυροσύνη’ (Karagjozi Kore ό.π.) θα πρέπει να θεωρηθούν δάνεια, αφού μαρτυρούνται αντίστοιχοι ελληνικοί τύποι καταντία (Παπαδόπουλου 1958: 420), νοικοκυρία (Κριαράς: ΙΒ΄ 192, οικοκυρία), παραπονία (Παπαδόπουλου 1961: 154).

Μια άλλη περίπτωση είναι και εκείνη που η δέκτρια γλώσσα επαναναλύει τα  στοιχεία της δότριας, με αποτέλεσμα τo σχηματισμό λέξεων που εμφανίζονται για πρώτη φορά.  Η λ. dográ ‘είδος ντουφεκιού’ (Fjalor 2006) θεωρήθηκε τούρκικο δάνειο της αλβανικής, χωρίς όμως να αναφέρεται το έτυμό της (Dizdari 2005: 221). O Çabej (SE III 276) ανάγει το ουσ. dogra στο όνομα του κατασκευαστή όπλων Gras, χωρίς να δίνει άλλες λεπτομέρειες. Το ίδιο και ο Ανδριώτης για την ελληνική (γκρας, 1983: 67). Στην ουσία, όπως σωστά είχε παρατηρήσει ο Papahagi (2013²: 504), πρόκειται για προϊόν επανανάλυσης της ακολουθίας το γκρα, αιτιατικής της ελλ. λ. ο γκρας.  Σημειώνουμε ότι στα νότια ιδιώματα της αλβανικής υπάρχει τύπος dugrá (Çabej ό.π.), που φέρει χαρακτηριστικά βόρειου φωνηεντισμού της ελληνικής (ου γκρας, αιτ. του γκρα)· τύπος  dugră απαντά επίσης στην αρωμουνική (Papahagi ό.π).

Η παραγωγικότητα (βλ. τις λ. pronë και livadh) και η κινητικότητα των ΕΔ στο εσωτερικό της δέκτριας γλώσσας από την περιφέρεια στο κέντρο (βλ. τις λ. litar και qeveris) και από τα ουδέτερα στα μαρκαρισμένα στρώματα του λεξιλογίου (βλ. ζεύγη dhaskal/mësues ‘δάσκαλος’, honeps/pëlqej ‘αρέσω’), αποτελούν πτυχές που καθιστούν πληρέστερη την εικόνα του δανείου, δεν έχουν όμως μελετηθεί ικανοποιητικά.

 

3.4.1 Βαλκανικό πλαίσιο

Εξίσου σημαντική είναι και η συνεξέταση της πορείας των ΕΔ σε βαλκανικό πλαίσιο, που παραμένει εν πολλοίς ζητούμενο της έρευνας (βλ. 3.1, λ. kallkan). Προσοχή θα πρέπει να δοθεί και στις λεγόμενες βαλκανικές λέξεις, οι οποίες είτε αγνοούνται (βλ. Μπαμπινιώτη 2010, λ. λάγιος) είτε δεν αντιμετωπίζονται πάντα ως τέτοιες (Τζιτζιλής 2006: 43-56).

Ο Çabej, για παράδειγμα, χαρακτηρίζει «βαλκανική, άγνωστης προέλευσης» τη λ. llájë (SE V 261), ενώ προσπαθεί να ετυμολογήσει ως αλβανική τη λ. kalésh,-e (< ka ‘έχει’ + lesh ‘μαλλί’, SE V 19), αφήνοντας  όμως ακάλυπτη μια από τις βασικές σημ. της λ. στην αλβανική, που απαντά και σε άλλες βαλκανικές γλώσσες: ‘(για γίδια και πρόβατα) που έχουν μαύρα στίγματα στο πρόσωπο και είναι μαυρομάτικα’. Η σημ. ‘μαλλιαρός’ της λ. στην αλβανική πιθανόν να είναι δευτερεύουσα και να προήλθε από παρετυμολογική σημασιολογική επέκταση.

 

  1. Συμπερασματικά

Σήμερα έχουν δημιουργηθεί συνθήκες για ένα ποιοτικό άλμα στο πεδίο περαιτέρω διερεύνησης των ελληνικών στοιχείων της αλβανικής. Αναφέρουμε ενδεικτικά την ολοκλήρωση της έκδοσης του έργου του Çabej, τις νεότερες διαλεκτολογικές μελέτες για την ελληνική και την αλβανική, τις εκδόσεις για τα αρβανίτικα και τα αρμπερέσικα της Κ. Ιταλίας, την κυκλοφορία του Διαλεκτολογικού Άτλαντα της Αλβανικής και του αναμενόμενου τόμου του ΙΝΣ για τις νεοελληνικές διαλέκτους, κτλ.

Το ποιοτικό αυτό άλμα θα πραγματοποιηθεί εάν και εφόσον βασιστεί σε σύγχρονες θεωρητικές προσεγγίσεις  και σε έγκυρες μεθοδολογικές αρχές  με βάση χρονολογικά, γεωγραφικά και σημασιολογικά κριτήρια και λαμβάνοντας υπόψη το statusτων ΕΔ στη δέκτρια γλώσσα.

Η θεωρία γλωσσικών επαφών και η πρόοδος που σημειώθηκε τα τελευταία χρόνια στον τομέα αυτό, σε συνδυασμό με το διαθέσιμο υλικό, παρέχουν τη δυνατότητα διαχρονικής παρακολούθησης της επαφής αλβανικής και ελληνικής. Για παράδειγμα, φαινόμενα που βρίσκουμε στα έγγραφα του αρχείου Αλήπασα, όπως λάθη στην απόδοση γένους ή της ρηματικής όψης, βλέπουμε να επαναλαμβάνονται από τους σημερινούς αλβανούς μετανάστες στην Ελλάδα.

Η περίπτωση της ετυμολόγησης  του τοπωνυμίου Palorto, που προαναφέρθηκε, υπογραμμίζει με πειστικό τρόπο την ανάγκη αναζήτησης του ετύμου και εξέτασης της λέξης ως μέρους ενός συνόλου, το οποίο διαμορφώνεται από γλωσσικούς και εξωγλωσσικούς παράγοντες.

Από την άλλη, θα πρέπει να τονιστεί ότι η ελληνομάθεια και η επιστημονική ελληνογνωσία στην Αλβανία, προπάντων στο χώρο των ειδικών, είναι σήμερα περιορισμένες, παρά τα ανοίγματα των τελευταίων δεκαετιών και διαφορετικά από τα χρόνια της εθνικής αναγέννησης των Αλβανών (19ος αι.) όταν ήταν αρκετά διαδεδομένες.

Η επιστημονική  έρευνα δεν νοείται χωρίς τη συστηματική παρακολούθηση της σχετικής βιβλιογραφίας. Για παράδειγμα, μέχρι σήμερα δεν έχουν αξιοποιηθεί επαρκώς το Λεξικό των αρχαϊσμών του Andriotis (1974) ή η εργασία του Tzitzilis για την προβληματική των ΕΔ της αλβανικής, ούτε και η επισήμανσή του για την ύπαρξη στοιχείων της μεσαιωνικής ελληνικής στην περιοχή Μουζακιάς (1997) κτλ.

Η έλλειψη σοβαρών συμβολών στο πεδίο της ετυμολογικής έρευνας επιτείνεται και από μια στάση υποβάθμισης της ελληνικής επίδρασης και παρουσίας. Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση πρόσφατου πατρωνυμικού λεξικού των Αλβανών (Bidollari 2011) από τη βιβλιογραφία του οποίου απουσιάζουν παντελώς οι ελληνικοί τίτλοι, την ώρα που ο σχετικός κατάλογος πατρωνυμικών (σσ. 355-406) περιλαμβάνει εκατοντάδες επώνυμα ελληνικής αρχής. Βλ. ενδεικτικά Paraspúari (<παρασπόρι), Pronjári (<*προνοιάρης), Qefalía (<κεφαλή), Anagnósti (<αναγνώστης), Arqimandríti (<αρχιμανδρίτης), Dhaskáli (<δάσκαλος), Dhjáku (<διάκος), Ekonómi (<οικονόμος), Eksárko (<έξαρχος), κτλ. ή όσα αρχίζουν από Papa- (Παπα-), και τα οποία ανέρχονται σε 35.

Οι Αλβανοί μελετητές σωστά αξιοποιούν την ύπαρξη δωρικών στοιχείων στη γλώσσα τους προκειμένου να θεμελιώσουν την άποψη για την αρχαία παρουσία και αδιάλειπτη συνέχεια των Αλβανών στο γεωγραφικό χώρο όπου βρίσκονται και σήμερα. Δεν δείχνουν όμως το ίδιο πρόθυμοι να παραδεχτούν ότι οι εστίες ελληνοφωνίας της Ν. Αλβανίας, όπου εντοπίζονται ίχνη της δωρικής και άλλοι αρχαϊσμοί, αποτελούν γλωσσικούς θύλακες με βάθος χρόνου  συγκρίσιμο με εκείνο της ελληνικής διαλέκτου της Κάτω Ιταλίας.

 

Βιβλιογραφία

Altimari, F. & Savoia, L. (a cura) 1994. I dialetti Italo-Albanesi. Roma: Bulzoni editore.

Andriotis, N. 1974. Lexikon der Archaismen in neugriechischen Dialekten. Wien: Verlag der ÖAW.

Bidollari, Ç. 2011. Fjalor i patronimeve të shqiptarëve. Tiranë: Botimet Albanologjike.

Blanchus, F. 1635. Dictionarium latino-epiroticum. Romae: Sac. Congr. de Propag. Fide.

Bopp, F. 1855. Über das Albanesische in seinen verwandschaftlichen Beziehungen. Berlin: Akad. d. Wiss., phil.-hist. Kl.

Büyük Türkçe Sözlük,

http://tdk.gov.tr/index.php?option=com_bts&arama=kelime&guid=TDK.GTS.57848e4ec425e0.71344296

Camarda, D. 1864. Saggio di grammatologia comparata sulla lingua albanese. Livorno: Successore di Egisto Vignozi e Ca.

Caracausi, G. 1990. Lessico Greco della Sicilia e dell’Italia meridionale. Palermo: Centro di Studi Filologici et Linguistici Siciliani.

Çabej, E. 1976-2014. Studime etimologjike në fushë të shqipes I-VII. Tiranë: Akademia e Shkencave.

Çabej, E. 1976-1986. Studime gjuhësore I-VII. Prishtinë: Rilindja.

Çabej, E. 1981. “Griechisch-albanische Sprachbeziehungen”. Studia Albanica I: 51-61.

Delijorgji, S. 2011. Rreth interferencave leksiko-semantike të greqishtes në shqipe. Universiteti i Tiranës. http://www.doktoratura.unitir.edu.al/wp-content/uploads/2012/09/Sofia-Deliorgji-Fakulteti-i-Gjuheve-te-Huaja.pdf

Demiraj, B. 1997. Albanische Etymologien. Amsterdam – Atlanta: Rodopi.

Demiraj, Sh. 1988. Gjuha shqipe dhe historia e saj. Tiranë: SHBLU.

Dizdari, T.N. 2005. Fjalor i orientalizmave në gjuhën shqipe. Tiranë: Instituti shqiptar i mendimit dhe i qytetërimit islam.

Du Cange. 1688. Glossarium ad scriptores mediae et infimae graecitatis duos in tomos digestum. Λούγδουνο.

Fjalor 1980. Fjalor i Gjuhës së Sotme Shqipe. Tiranë: Akademia e Shkencave e RS të Shqipërisë.

Fjalor 2006. Fjalor i Gjuhës Shqipe. Tiranë: Akademia e Shkencave.

Giordano, E. 2000. Dizionario Arbëresh-Italiano. Vocabolario Italiano-Arbëresh. Castrovillari: edizioni “Il Coscile”.

Gegollari, Q. 2011. E folmja purishte. Tiranë: EMAL.

Grannes, A., Hauge K., Süleymanoğlu, H. 2002. A Dictionary of Turkisms in Bulgarian. Oslo: Novus forlag.

Gjinari, J., Beci, B., Shkurtaj, Gj., Gosturani, Xh. (ed.). 2007, 2008. Atlasi dialektologjik i gjuhës shqipe. Vëll. I, II. Napoli: Akademia e Shkencave e Shqipërisë.

Hahn, J.G. 1854. Albanesische Studien I-III. Jena: Verlag von Friedrich Manke.

Haxhihasani, Q. 1974. Vështrim i përgjithshëm mbi të folmen e banorëve të Çamërisë, στο Studime Dialektologjike II. Tiranë: Akademia e Shkencave, 3-132.

Henrich, G. 1988. “Ein Dutzend ‘κρυμμένα ονόματα’ aus dem neueren Griechisch”. ONOMATA, Revue onomastique 8: 18-190.

Jochalas, T. 1971. “Über die Einwanderung der Albaner in Griechenland. Eine zusammenfassende Betrachtung”. Dissertaciones Albanicae XIII: 86-106, München.

Jokl, N. 1911. Studien zur albanesischen Etymologie und Wortbildung. Wien: Sitzungber. d. Kais. Akad. d. Wiss.

Jokl, N. 1923. Linguistisch-kulturhistorische Untersuchungen aus dem Bereiche des Albanischen. Berlin und Leipzig.

Jokl, N. 1927. “Altmakedonisch-Grieschisch-Albanesisch”. IF 44: 13-70.

Jokl, N. 1984. Sprachliche Beitrage zur Paläoethnologie der Balkanhalbinsel – Zur Frage der  altesten griechisch –  albanischen Beziehungen. Wien: Verlag der ÖAW.

Karagjozi Kore, M. 2014. Gjirokastra, vështrim historik, gjuhësor, etnologjik. Tiranë: Dudaj.

Kastrati, J. 1983. Bibliografia e prof. Eqrem Çabejt, 1929-1981. Prishtinë.

Kokalari, M. 2004. Vepra. Prishtinë: F. Konica.

Kume, J., 2011. Elementet greke në gjuhën shqipe dhe statusi i tyre në shqipen standard. Universiteti i Tiranës. http://fhf.edu.al/doktorata/juljana_kume.pdf

Lloshi, Xh. 2012. Përkthimi i V. Meksit dhe redaktimi i G. Gjirokastritit 1819-1827. Tiranë: Onufri.

Mann, St. E. 1948. An Historical Albanian-English Dictionary. London-New York-Toronto.

Mansaku, S. 2005. Përmasa historiko-etimologjike në leksikografinë e shqipes, στο Leksikografia shqipe. Trashëgimi dhe perspektivë. Tiranë: Akademia e Shkencave, 132-140.

Meyer, G. 1891. Etymologisches Wörterbuch der albanesischen Sprache. Strassburg: Verlag von Karl J. Trübner.

Mërkuri, N. 2009. E folmja e Përmetit. Vlorë: Triptik.

Orel, V. 1998. Albanian etymological dictionary. Leiden – Boston – Köln: Brill.

Papahagi, T. 2013. Dicţionarul dialectului aromăn. Bucureşti: Editura Academiei Romăne.

Qirjazi, Dh.Q. 2015. Takime dhe shtresime gjuhësh në të folmet shqip dhe greqisht  të Bregut të Detit, (υπό δημοσίευση στα) Πρακτικά διεθνούς συνεδρίου του παν/μίου Αυλώνας για τις σχέσεις Χιμάρας και Κάτω Ιταλίας (Νοέμβρης 2015).

Rohlfs, G. 1964. Lexicon graecanicum Italiae inferioris. Tübingen: Max Niemeyer Verlag.

Rohlfs, G. 1970. Toponomastica Greca nel Salento. http://emeroteca.provincia.brindisi.it/Ricerche%20e%20Studi/1970/Articoli/

Redhouse 1995. Redhouse Yeni Türkçe-Ingilizce Sözlük. Istanbul: Redhouse Yayιnevi.

Rrapaj, F. 1991. Këngë popullore të Labërisë. Tiranë: Akademia e Shkencave.

Sotiri, N. 2001. E folmja dhe toponimia e Qeparoit. Tiranë: Konica.

Thumb, A. 1909. Altgriechische Elemente des Albanesischen. Indogermanische Forschungen 26.

Topalli, K. 2011. “Nga vepra Fjalor Etimologjik i Gjuhës Shqipe”. Studime Filologjike 1-2: 5-32.

Topalli, K. 2012. Shtresimi i huazimeve nga gjuhët ballkanike në një fjalor etimologjik, στο Albanian and Balkan Languages. Prishtinë: Akademia e Shkencave dhe e Arteve e Kosovës – Akademia e Shkencave e Shqipërsisë, 175-183.

Tzitzilis, Chr. 1997. “Zur Problematik der griechischen Lehnwörter im Albanischen”. Zeitschrift für Balkanologie 33/2: 200-214.

Tzitzilis, Chr. 2001. “Methodische Bemerkungen zu den Lehnübertragungen in den Balkansprachen.” Linguistique Balkanique 41: 40–53.

Xhaxhiu, M. 2010. Fjalor i të folmes së Gjirokastrës. Tiranë: Dajti 2000.

Uhlisch, G. 1964. Neugriechische Lehnwörter im Albanischen. Berlin.

Ανδριώτης, Ν. 1983. Ετυμολογικό Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. Θεσσαλονίκη: ΙΝΣ.

Δεινάκης, Στ. 1930. «Η εξέλιξις της έννοιας του καίειν». Αθηνά 42: 217-226.

Καραναστάση, Α. 1984-1992. Ιστορικόν λεξικόν των ελληνικών ιδιωμάτων της Κάτω Ιταλίας. Α΄-Ε΄. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.

Καρύδης, Σ. & Τζιβάρα, Π. 2009. Η Ιερά Μονή Αγίων Θεοδώρων Κέρκυρας. Αθήνα.

Κατσαλίδας, Γρ. 1994. Η περιοχή Θεολόγου Αγίων Σαράντα. Ιωάννινα: ΙΒΕ.

Κουκουλέ, Φ. 1917. «Φωνητικά, ετυμολογικά και σημασιολογικά». Αθηνά 29: ΛΑ 83-108.

Κουλίδας, Κ. (επιμ.). 2005. Τα τοπωνύμια των πανάρχαιων ελληνικών χωριών του νομού Αργυροκάστρου. Ιωάννινα.

Κριαράς, Ε. 1969 -. Λεξικό της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας.

Θεσσαλονίκη.

Κριμπάς, Π.Γ. 2015. Η διαχρονική συμβολή της ελληνικής στα γλωσσικά επίπεδα της αλβανικής: μια ανασκόπηση. Στο Γ. Καναράκης (επιμ.) Η διαχρονική συμβολή της ελληνικής στις άλλες γλώσσες. Αθήνα: Εκδόσεις Παπαζήση.

Κυριαζής. Δ. 2001. Ελληνικές επιδράσεις στην αλβανική. Διδ.διατρ. Θεσσαλονίκη.

Κυριαζής, Δ. & Σπύρου, Α. 2011. «Τα ελληνικά γλωσσικά ιδιώματα της Αλβανίας». Νεοελληνική διαλεκτολογία 6: 175-199, Αθήνα, ΚΕΝΔΙ Ακαδημίας Αθηνών.

Κ[ωνσταντίνου], Γ. 1808. Διατριβή επί της καταστάσεως της ενεστώσης κοινής ημών γλώσσης. Μόσχα: ἐν τῷ τῆς Κοινότητος Τυπογραφείῳ.

ΛΚΝΕ 1998. Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. Θεσσαλονίκη: ΙΝΣ.

Λουκάτου, Δ. 2012. Λαογραφική αποστολή στα Διαπόντια νησιά. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.

Μήτκου, Ε. 2014. Αλβανοελληνική & Ελληνοαλβανική λεξιγραφία και άλλες λεξικογραφικές συμβολές. (Επιμέλεια έκδοσης χφ και εισαγωγική μελέτη Δ.Κ. Κυριαζής). Τίρανα: Αλβανική Ακαδημία Επιστημών.

Μήτση, Π.Ι. 2002. Θεσπρωτικό γλωσσικό ιδίωμα. Φοινίκι: Λαογραφικό Μουσείο.

Μπαμπινιώτη, Γ. 2010. Ετυμολογικό λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.

Μπόγκας, Ε. 1964, 1966. Τα γλωσσικά ιδιώματα της Ηπείρου (Α΄ + Β΄). Ιωάννινα: ΕΗΜ.

Παναγιωτόπουλος, Β. 2007, 2009.  ΑΡΧΕΙΟ ΑΛΗ ΠΑΣΑ (Γενναδείου Βιβλιοθήκης). Έκδοση – Σχολιασμός – Ευρετήρια Β. Παναγιωτόπουλος με τη συνεργασία των Δ. Δημητρόπουλου, Π. Μιχαηλάρη. Τ.: Α΄ (1747-1808), Β΄ (1809-1817), Γ΄ (1818-1821) Αθήνα 2007, Δ΄ Εισαγωγή – Ευρετήρια – Γλωσσάρι. Αθήνα: Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών ΕΙΕ.

Παπαδόπουλου, Α. 1958, 1961. Ιστορικόν λεξικόν της ποντικής διαλέκτου. τ. Α΄ (Α-Λ), τ. Β΄ (Μ-Ω). Αθήνα: Μυρτίδη.

Παπαθανασόπουλου, Θ. 1982. Γλωσσάρι ρουμελιώτικης ντοπιολαλιάς. Αθήνα: Θουκυδίδης.

Παπακίτσος, Χρ. 2006. Από τη τζουμερκιώτικη λαλιά στη λαϊκή μας παράδοση. Αθήνα: έκδοση δήμου Αγνάντων.

Ρεμπέλη, Χ. 1953. Κονιτσιώτικα. Αθήνα: Εκδόσεις Ηπειρωτικής Εταιρείας.

Συμεωνίδης, Χ. 2010. Ετυμολογικό Λεξικό των Νεοελληνικών Οικωνυμίων. Α΄-Β΄. Λευκωσία-Θεσσαλονίκη: Κέντρον Μελετών Ιεράς Μονής Κύκκου.

Τζιτζιλής, Χρ. 2006. Εισαγωγή στο Δουγά-Παπαδοπούλου, Ε., Τζιτζιλής, Χρ. 2006. Το γλωσσικό ιδίωμα της Ορεινής Πιερίας. Θεσσαλονίκη: ΕΜΣ.

Τζιτζιλής, Χρ. 2008. «Τα αρχαία μακεδονικά στοιχεία στο ιδίωμα της ορεινής Πιερίας». Στο Θέρμη και Φως, αφιέρωμα στη μνήμη του Α.-Φ.Χριστίδη. Θεσσαλονίκη: ΚΕΓ.

Φίλου, Στ. Μ. 2000. Τα Τζουμερκοχώρια. Αθήνα: Έκδοση 2000.

Χριστοφορίδης, Κ. 1904. Λεξικόν της Αλβανικής Γλώσσης. Εν Αθήναις: τύποις Π.Δ. Σακελλαρίου.

Χρυσικόπουλος, Μ. 2009. «…πρακτωρίας λεύχιμου…». Έρευνα περί των τοπωνυμίων της Νότιας Κέρκυρας. Λευκίμμη.

Χυτήρης, Γ. 1992. Κερκυραϊκό γλωσσάρι. Κέρκυρα.

Υφαντή, Ν. 1996. Το αμπέλι στη λαϊκή παράδοση, Ιωάννινα.

 

[1] Για μια σύντομη παρουσίαση των ετυμολογικών λεξικών της αλβανικής βλ. Mansaku 2005.

[2] “Es sind vielfältige Rinnsale, durch die, zugleich mit griech. Kultur, griech. Sprachgut sich in das Alb. ergoss.”

[3] Βλ. σχετικά και Κριμπάς 2015.

[4] Βλ. και την εισαγωγική μας μελέτη στο Μήτκου 2014: 89-155.

[5] Σύμφωνα με το ΛΚΝΕ: «καλκάνι (το) I. ψάρι με ρομβοειδές και πεπλατυσμένο σώμα σαν της γλώσσας και με τριγωνικά πτερύγια, που ζει στο βούρκο και στην άμμο και που ψαρεύεται για το νόστιμο κρέας του. II1. το τρίγωνο που σχηματίζει η στέγη. 2. η επάνω κυρτή άκρη της πρύμνης του πλοίου».

[6] Για τη λ. αυτή βλ. και Κουκουλές 1917: 99-100 και Δεινάκης 1930: 217-226.

[7] Πρβ. και το παράδειγμα χρήσης της λ., που δίνει ο συλλογέας: U karkallosa, u thava ‘ξεπάγιασα, ξύλιασα’.

[8] Παραμυθιά, 3.5.1804. «εμείς εφέντο μο το λόγο μας και το βγιό μας το βάλαμαν αμανέτι στο οτζάκι σας και η γιαφεντιά σο να μας αφήκεις, στο λαιμό σας να μας έχετε, γιατί μας έπεσεν ένα σαντζάκι απάνω μας και μας κανόνονται και μεις θα πολεμήσομε και θα κάτζομε όσο ναρθεις και η γιαφεντιά σο».

[9] Και η πρώτη σημασία θα μπορούσε να σχετιστεί με τη λ. χνούδι, με δεδομένο ότι το θαλασσινό αεράκι ταράζει ελαφρώς την επιφάνεια της θάλασσας κάνοντάς την να φαίνεται «χνουδωτή».

[10] Στα τοπικά ιδιώματα υπάρχουν μάλιστα και κατάρες όπως: Να πας σ(τ)α  Στραχ(ν)ά! και Vafsh në Strakëna! [Να χαθείς!].

[11] Η Ερείκουσα και το Μαθράκι ήταν ακατοίκητα. … Τα λέγανε φιδόνησα και αστακόνησα. (Λουκάτος 2012: 284).

[12] Ο Caracausi (1990: 632) σημειώνει ότι η κατάλ. αυτή (<λατ. –ōsa)  χρησιμοποιείται “in toponimi relativi a luogi ricchi di certe piante o animali…”.

[13] “Fra gli elementi più sicuri che parlano in favore di un sostrato greco nella toponomastica del Salento si possono citare i toponimi con accentuazione ossitona”.

[14] Για παρόμοιους σχηματισμούς και το μηχανισμό δημιουργίας τους βλ. Tzitzilis 2001.

[15] Σε δημοτικό τραγούδι της Κέρκυρας η λ. σκαρίκια απαντά με τη σημ. αυτή όταν συνοδεύεται από το επίθ. μαύρα…να πηαίνανε της μάνας μου / τα μαύρα τα σκαρίκια (Χρυσικόπουλος 2009: 145).

[16] λιβαδίζω ‘περνώ τη μέρα στο λιβάδι’ (Παπαθανασόπουλου 1982: 102) και ‘αργοσαλεύω, κυματίζω όπως τα ψηλά χόρτα στο λιβάδι’ (Χυτήρης 1992: 97).

 

 

 

 

Share on Facebook38Share on Google+0Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn0Print this pageEmail this to someone

Αφήστε μια απάντηση