ΤΟ ΤΥΧΕΡΟ ΤΟΥ ΑΛΗ ΠΑΣΑ ΚΑΙ Η ’ΞΗΝΤΑΡΑ ΤΟΥ ΠΑΠΑ ΚΩΣΤΑ

Ιστορική παράδοσις

υπό ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΠΕΤΡΙΔΟΥ

Στην Ήπειρο, απέναντι από την Κέρκυρα βρίσκεται το Δέλβινο, επαρχία αρκετά μεγάλη, εντός της οποίας είναι και η κωμόπολη της Δρόβιανης με 400 οικογένειες που διαβιούν με τα γράμματα, τις επιστήμες, το εμπόριο και μικρές βιομηχανίες, μα πιο πολύ από τους ξενιτεμένους όπως λ.χ. στην Πάτρα, όπου οι σπουδαιότεροι έμποροι είναι Δροβιανίτες, κι ακόμα στην Κωνσταντινούπολη, στην Αλεξάνδρεια, τη Μασσαλία, το Λονδίνο, κτλ.. Από την εποχή της υποδούλωσης της Ηπείρου στους Τούρκους, στη Δρόβιανη λειτουργούσε Ελληνική Σχολή, στην οποία φοιτούσαν μαθητές από τρεις επαρχίες, Δελβίνου, Αργυροκάστρου και Φιλιατών, ειδικότερα στην εποχή του Αγίου Κοσμά, του περίφημου αυτού ιεροκήρυκα, που δια μέσου της ευγλωττίας του, αναζωπύρωσε την αγάπη των Ηπειρωτών προς τα γράμματα και την αφοσίωσή τους προς τη θρησκεία των πατέρων. Συνεργάτης άριστος του Αγίου Κοσμά προς τους σκοπούς του, αναδείχθηκε ο φίλος του και πρόγονός μου παπά Ζήσης, πρώην μαθητής στην περίφημη Μπαλάνειο Σχολή των Ιωαννίνων και για πολλά χρόνια σχολάρχης στη Δρόβιανη[1], συνεχιστής του έργου του Αγίου Κοσμά στα γύρω χωριά, κηρύττοντας το λόγο του θεού και αναπτερώνοντας τις ελπίδες για ένα καλύτερο μέλλον της πατρίδας.

Αδελφός τούτου ήταν ο παπά Κώστας, προεστός όχι μόνο της Δρόβιανης, αλλά όλης της επαρχίας Δελβίνου, στενότατος φίλος του γνωστού ηγεμόνος Ηπείρου και Αλβανίας Αλή πασά.

Η γνωριμία και η μετέπειτα σχέση του παπά Κώστα με τον Φάλαρη (σ.μ. τύραννο) της Ηπείρου προήλθαν από ένα εντελώς τυχαίο περιστατικό, μάλλον αρκετά περίεργο:  όταν ο Αλή πασάς ήταν μικρός και ασήμαντος μπέης στην πατρίδα του, το Τεπελένι[2], είχε προκαλέσει το μίσος και την έχθρα πολλών μπέηδων και αγάδων, επειδή διέπραττε ληστείες και αρπαγές στα τσιφλίκια[3] τους, φονεύοντας, μάλιστα, μερικούς απ’ αυτούς. Γι’ αυτό και καταδιώκονταν σκληρά. Έτσι, μην μπορώντας να παραμείνει άλλο στο πατρικό του σπίτι, αναγκάστηκε να αναχωρήσει από το Τεπελένι και μαζί με 3-4 οπαδούς του, περιπλανιόταν από χωριό σε χωριό, μέχρι που κάποια φορά έφτασε στη Δρόβιανη και ξενύχτησε στο σπίτι του παπά Κώστα. Ο παπά Κώστας τον φιλοξένησε επί τρεις μέρες, λόγω του ότι έπεφτε καταρρακτώδης βροχή και ο Αλής δεν μπορούσε να αναχωρήσει. Έτσι, Αλής και παπά Κώστας συνομίλησαν για διάφορα θέματα, από τα θρησκευτικά[4] και μέχρι τα πολιτικά της εποχής. Από τις ομιλίες αυτές, ο οξυδερκής παπά Κώστας διέβλεψε το μέγα πνεύμα του Αλή, την πανουργία και την αποφασιστικότητά στην αντιμετώπιση ακόμα μεγαλύτερων κινδύνων, που τον τριγύριζαν όπως η καταδίωξή του από τους Γαρδικιώτες και ακόμα περισσότερο από τον Κουρτ πασά του Μπερατίου. Για τους κινδύνους αυτούς και για τα σχέδια του, ο Αλής μίλησε ανοιχτά στον παπά Κώστα, δεδομένου ότι ήδη είχαν γίνει φίλοι.

Ο παπά Ζήσης, ακούγοντας αυτά και όντας από τους μυημένους του Ευγένιου Βούλγαρη, ο οποίος ως πρώτος διδάσκων στα Ιωάννινα, είχε αρχίσει, σε όσους λίγους θεωρούσε δεκτικούς των νέων ιδεών, να αφυπνίζει το εθνικό φρόνημα, ρίχνοντας με επιτηδειότητα συνετού σπορέα τον εθνικό σπόρο, κρυφά, γιατί έτσι απαιτούσαν οι καιροί[5], ο παπά Ζήσης, λοιπόν, είπε ιδιαιτέρως στον παπά Κώστα, «πρόσεξε πολύ τα λόγια σου, διότι ο άνθρωπος αυτός, αν κατορθώσει όσα λέει, θα φέρει τον κόσμο άνω κάτω στην πατρίδα μας». Τότε, ο Αλής σκόπευε να φτάσει μέχρι την Υψηλή Πύλη προκειμένου να πετύχει το διορισμό του ως δερβέναγας –δηλαδή φύλακας των οδών – πράγμα που το κατόρθωσε. Αυτή η θέση ήταν η πρώτη βαθμίδα, την οποία και αξιοποίησε για να αποκτήσει επιρροή στους Αλβανούς και να αναρριχηθεί αργότερα στο ανώτερο πόστο που ποθούσε, πράγμα το οποίο και επέτυχε είτε λόγω τύχης, στην οποία και πίστευε, είτε λόγω της διορατικότητάς του, που είναι και το πιθανότερο. Διότι, κανέναν, αν ο νους του δεν κατανοήσει και δεν αξιοποιήσει τη μια ή την άλλη ευκαιρία, δεν ευνοεί η τύχη, αλλά ας επανέλθουμε εκεί που είχαμε μείνει.

Όταν σταμάτησε η βροχή, ο Αλής, αναχώρησε να κυνηγήσει την τύχη του, αφού πρώτα παρακάλεσε τον παπά Κώστα να του προμηθεύσει τέσσερα ζευγάρια τσαρούχια[6], τέσσερα δεκάρια φυσίγγια, ένα γιαταγάνι και μία κάπα, τα οποία ο παπά Κώστας του τα προσέφερε χωρίς κάποιο αντίτιμο. Ο Αλής, νιώθοντας καταϋποχρεωμένος, είπε στον παπά Κώστα: Άντε, παπά, θα ιδείς και τον Αλή ποιος είναι! Τη στιγμή που έβγαινε από το σπίτι, ο παπά Κώστας θεώρησε σωστό, ως φίλος σε φίλο, να κεράσει τον Αλή «για την τύχη», «δια το γούρι», όπως λένε οι Τούρκοι, «να πάνε μπρος οι δουλειές», κατά τη φράση των Ηπειρωτών, οι οποίοι πιστεύουν στην ανάμιξη της τύχης πάνω στα ανθρώπινα πράγματα, και που ακόμα σήμερα διατηρούν το εξής έθιμο: όταν κάποιος από τους Ηπειρώτες αναχωρεί από την πατρίδα ή αλλιώς «ξενιτεύεται» κατά την συνήθη έκφραση, τη στιγμή του αποχωρισμού, λοιπόν, όλοι οι συγγενείς και φίλοι του ξενιτεμένου, μετά τον τρυφερό και συγκινητικό εναγκαλισμό, του βάζουν στο χέρι κάποια χρήματα, το κατά δύναμη ο καθένας, και του εύχονται «καλό κατευόδιο», «καλή τύχη» και «καλό κισμέτ» όπως λένε οι Τούρκοι. Τούτο, στα χωριά το λένε «ξεμπροβόδημα»[7], «πάμε να ξεμπροβοδίσομε το φίλο μας» και άλλα τέτοια. Το δόσιμο των χρημάτων το λένε «κέρασμα» και δεν το θεωρούν προσβλητικό και οι κάπως εύποροι. Το αντίθετο μάλιστα, αν κάποιος φίλος αποφύγει να προσφέρει χρήματα, σημαίνει ότι το κάνει λόγω κάποιας δυσαρέσκειας. Εκτός και αν είναι άπορος, οπότε και παραβλέπεται. Το μεν «ξεμπροβόδημα» γίνεται όσες φορές κι αν αποδημεί κάποιος, το «κέρασμα» δε μόνο την πρώτη φορά που κάποιος αναχωρεί από την πατρίδα για την ξενιτιά, δίδεται επίσης και σε κάποιον ξένο, που χρήζει κάποιας συνδρομής και περιποιήσεως.

Σύμφωνα με το έθιμο αυτό λοιπόν, ο παπά Κώστας, μετά το χαιρετισμό, έβαλε στο χέρι του Αλή 60 τουρκικούς αργυρούς παράδες[8] με την ευχή «να χιλιάσει η ’ξηντάρα μου, μπέη μου», «άσπρη τύχη κοντά σου να είναι». Ο Αλής, κατά την αναχώρηση, ως ένδειξη ευχαρίστησης και αποχαιρετισμού, διέταξε τους δικούς του να πυροβολήσουν, πράγμα, που το έκαναν τρεις φορές μέχρι που πέρασαν από το βουνό, το οποίο χωρίζει τις δύο επαρχίες Δελβίνου και  Αργυροκάστρου. Η ανέλκυση του Αλή χρονολογείται από τότε, που σημαίνει ότι η τύχη, μετά τη συνάντησή του με τον παπά Κώστα και την εγκάρδια ευχή του, τον ευνόησε.

Αργότερα, όταν ο Αλής έγινε Πασάς, προσκάλεσε τον παπά Κώστα στα Γιάννενα. Τη στιγμή που εμφανίστηκε μπροστά του, πριν από οτιδήποτε άλλο, του είπε: «παπά Κώστα, να, η ξηντάρα σου εδώ είναι» και του έδειξε το ασημένιο γιαταγάνι στο οποίο είχε τοποθετήσει τους εξήντα παράδες ως σημάδι εύνοιας της τύχης, αφού τους είχε κάνει αρμαθιά, γιαταγάνι το οποίο, όσες φορές επιχειρούσε εκστρατείες κατά των εχθρών του, το έβαζε στο ολόχρυσο σελάχι του. Από τότε έμεινε παροιμιώδης η «’ξηντάρα» του παπά Κώστα. Ο Αλής, επέδειξε τέτοια οικειότητα προς το παπά Κώστα, που έδωσε εντολή προς τους σωματοφύλακες να μην του φέρουν κανένα εμπόδιο, όταν εισέρχεται στο Σαράι του. Πράγματι, όσες φορές πήγαινε στο Σαράι, και πήγαινε συχνά, άνοιγε ο «μπερντές» (το παραπέτασμα) και ο Αλής τον υποδέχονταν με χαμόγελο, λέγοντάς του: «Καλώς τον δικό μου παπά Κώστα».

Όταν μετά από μερικές μέρες, ο παπά Κώστας ζήτησε να αναχωρήσει για τη Δρόβιανη, πρόθυμα ο Αλής του έδωσε την άδεια και του είπε: «Παπά Κώστα, σε κάνω Αγιάνη Βιλαέτην των επαρχιών Δελβίνου και Αργυροκάστρου και το σπίτι σου ασύδοτο (άνευ φόρων) και ό, τι θέλεις να μου το κάνεις «υφαντέ» (έκθεση) με ανθρώπους σου». Έτσι, αφού τον προσκύνησε, ο παπά Κώστας αναχώρησε. Ύστερα από κάποιο διάστημα όμως, αποποιήθηκε του αξιώματος αυτού επειδή ο Σελίμ μπέης Κόκας και οι άλλοι μπέηδες και αγάδες, ακόμα και των Τσάμηδων από τους Φιλιάτες και μέχρι Παραμυθιά και Μαργαρίτι, συνεννοημένοι και σε συμμαχία με τους Σουλιώτες, επιτέθηκαν κατά του Αλή.  Σε μάχη δε που έγινε τότε στη Δρόβιανη, το στράτευμα του Αλή ηττήθηκε και οπισθοχώρησε, αφού έβαλε φωτιά στις συνοικίες που είχαν καταλάβει από πριν. Ο Σελήμ μπέη Κόκας με τον Ιωάννη Πράτσικα καταδίωξαν τους άντρες του Αλή. Αφού πέρασαν λίγοι μήνες, ο Αλής επιτέθηκε με σκληρότητα στο Σελήμ και τους υπόλοιπους και τους συνέτριψε. Συνέλαβε και τον Ιωάννη Πράτσικα, τον οποίον τον οδήγησε σιδηροδέσμιο στις φυλακές των Ιωαννίνων, όπου και πέθανε. Κατά το διάστημα της ακαταστασίας αυτής των επαρχιών, ο παπά Κώστας μαζί με τον παπά Ζήση, την οικογένειά τους όλη και με λοιπούς φίλους τους, είχαν αποσυρθεί στο Δελβινάκι της Παλαιάς Πωγωνιανής. Μετά από συμβουλή του παπά Ζήση, ο παπά Κώστας αποποιήθηκε του αξιώματος του Αγιάνη Βιλαέτη. Γιατί, στη Δρόβιανη, είχε συσταθεί από την Φιλική Εταιρία μυστική ομάδα, της οποίας ήταν μέλος, ώστε να προμηθεύεται όπλα από την Γκεγκερία της Αλβανίας για την επανάσταση του 1821, την έκβαση της οποίας δεν αξιώθηκε να δει, αφού απεβίωσε εν ειρήνη στο χωριό του.

Αθανάσιος Πετρίδης, Απόλλων, Μάιος 1889

 Μεταφορά στη δημοτική: Α. Ζ.

 

 

 

[1] Περί αυτού βλ.  Μ. Παρανίκα «Σχεδίασμα περί των από αλώσεως Κωνσταντινουπόλεως κέξ. Σχολών», στο λήμμα  Παππά-Ζήσης.

[2] Τεπελένι =  πύργος της Ελένης, κυρίας των τόπων τούτων επί των Βυζαντινών (sic).

[3] Τσιφλίκια λεγότανε τα χωριά, που τελούσαν υπό την κατοχή των αγάδων.

[4] Ο Αλής ανήκε στην αίρεση των Μπεκτασήδων, οπαδοί του Αλή, γαμπρού του Μωάμεθ, οι οποίοι ήταν ηπιότεροι έναντι των χριστιανών.

[5] Ο αείμνηστος Ευγένιος Βούλγαρης ήταν ο πρώτος διεγέρτης του εθνικού φρονήματος, στις αρχές στα Γιάννενα και μετέπειτα στο Άγιος Όρος όπου θεώρησε καλό να συστήσει από το σώμα των ιερέων ομάδα μυημένων αποτελούμενη από 30 άτομα. Ο Ρήγας Φεραίος αργότερα, έδωσε σάρκα και οστά στην ιδέα αυτή.

[6] Για το τσαρούχι και την κάπα δες Απόλλ. Τόμος 2, σ. 321.

[7] «Ξυμπροβόδημα» και «ξυμπροβοδέω», είναι χυδαϊκή παραφθορά  του ελληνικότατου ρήματος ξυμπροευοδέω από όπου και το ξυμπροευόδημα (…)

[8] Οι παράδες αυτοί από καθαρό άργυρο είχαν το μέγεθος του δικού μας οβολού.

 

 

Φωτογραφία άρθρου: Γρηγόρης Μάρτος

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση