2016, ΕΤΟΣ ΙΩΑΝΝΗ ΛΙΛΛΗ

Έτος Ιωάννη Λίλλη

 

«ΕΤΟΣ ΙΩΑΝΝΗ ΛΙΛΛΗ»

Με αφορμή τη συμπλήρωση εκατό χρόνων από τη γέννηση του συγγραφέα Γιάννη Λίλλη, το Περιοδικό Δρυς ανακηρύττει το 2016 ως «Έτος Ιωάννη Λίλλη». Στο πλαίσιο αυτό, το αναγνωστικό κοινό θα έχει την ευκαιρία να έρθει σε επαφή με το έργο της περιπετειώδους και πολυσχιδούς αυτής  προσωπικότητας των γραμμάτων της Ελληνικής Μειονότητας, που για διάφορους λόγους, επί δεκαετίες παρέμεινε άγνωστο. Πεζογράφος, ποιητής, κριτικός λογοτεχνίας, δημοσιογράφος, που χάρη στο ταλέντο και το ποιοτικό έργο του, θεωρούμε πως υπό διαφορετικές ιστορικές συνθήκες, θα μπορούσε να ‘χει βάλει τη δική του σφραγίδα στο πνευματικό γίγνεσθαι του τόπου. Με την ευκαιρία αυτή, το διαδικτυακό Περιοδικό Δρυς σκοπεύει να αναρτά σε τακτά διαστήματα, πρωτότυπα πεζογραφήματα, μικρογραφήματα, κριτικές, ποιήματα, δημοσιογραφικά γραπτά, κλπ, καθώς και άρθρα για τη ζωή και το έργο του, φωτογραφικό υλικό, κλπ. Επίσης, θα καταβληθούν προσπάθειες ώστε να διοργανωθούν διάφορες εκδηλώσεις, όπως έκθεση βιβλίου και συμπόσιο για τη ζωή και το έργο του στη γενέτειρά του, Δερβιτσάνη. Καλούμε οποιονδήποτε γνωρίζει κάτι για τον συγγραφέα ή διαθέτει έργα, αποσπάσματα, γράμματα, φωτογραφικό υλικό, κλπ, που τον αφορούν, να επικοινωνήσει με το Περιοδικό Δρυς, με σκοπό να λάβει ο αγνοημένος αυτός λογοτέχνης την αναγνώριση που του στερήθηκε.

 

Βιογραφικό*

Γεννήθηκε στη Δερβιτσάνη της Κάτω Δρόπολης το 1916. Τελείωσε το Δημοτικό στο χωριό του. Το 1934 τελείωσε τις σπουδές για δάσκαλος στη θεολογική σχολή Βελλάς, Πωγωνίου. Την περίοδο 1934 – 1936 φοίτησε στη Ζωσιμαία Παιδαγωγική Ακαδημία Ιωαννίνων. Γνώριζε καλά τα αλβανικά και τα ιταλικά. Επέστρεψε στη γενέτειρά του και άρχισε να συνεργάζεται με διάφορες εφημερίδες της εποχής. Το 1938 γράφεται στη Φιλοσοφική και Φιλολογική Σχολή του Πανεπιστημίου της Ρώμης. Με την έναρξη του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, υποχρεώθηκε να διακόψει τις σπουδές και να επιστρέψει στην Αλβανία. Ζει στα Τίρανα και κάποια στιγμή, βρέθηκε στη Σχολή Αξιωματικών. Την περίοδο μετά την κατάληψη της χώρας από τους Ιταλούς, η δημοσιογραφική και λογοτεχνική του δραστηριότητα είναι έντονη. Δημοσιεύει άρθρα και γραπτά σχετικά με τη λογοτεχνική δημιουργία, τον πολιτισμό, την αισθητική και τις τέχνες γενικότερα. Γράφει στις εφημερίδες Τομόρι, Σκεντία (Σπίθα), Ντρίτα (Φως). Γίνεται γνωστός στο χώρο των γραμμάτων και το όνομά του συγκαταλέγεται ανάμεσα σε διάσημα ονόματα όπως των: Βαγγέλη Κώτσια, Γκεργκ  Φίστα, Χακί Στερμίλλι, Ερνέστ Κολίκι, Φιλίππη Φίστα, Αλεξάντερ Τζουβάνι, Μ.Σ. Φράσερι, Πάσκο Γκέτσι, κλπ.

Η ενασχόλησή του με τα αλβανικά γράμματα είναι πολύπλευρη και έντονη. Στα άρθρα του και σε άλλα γραπτά πραγματεύεται  θέματα λογοτεχνικού, θεωρητικού και αισθητικού χαρακτήρα και ταυτόχρονα κάνει προσπάθειες ώστε να δημιουργήσει στην αλβανική λογοτεχνία τη βάση της επιστημονικής ορολογίας, που μέχρι τότε έλειπε. Καταβάλλει επίσης προσπάθειες να προσανατολίσει την όλη δημιουργία της εποχής του προς τα επιτεύγματα της σύγχρονης ευρωπαϊκής τέχνης, όπως επίσης να παρουσιάσει στο αναγνωστικό κοινό, αλλά και στους ίδιους τους δημιουργούς προσωπικότητες της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Αναπτύσσει με επιτυχία διάφορα δημοσιογραφικά είδη. Η Εφημερίδα Τομόρι τον έστελνε συχνά στην Ιταλία να πάρει συνεντεύξεις από προσωπικότητες της σύγχρονης ιταλικής λογοτεχνίας. Παράλληλα δημοσιεύει στον αλβανικό τύπο μικρογραφήματα, μέσα από τα οποία αναδεικνύονται οι προσωπικές του αντιλήψεις για τη θεωρία της τέχνης, την αισθητική, κλπ.

Μια ευτυχής συγκυρία, η επιλογή του ως συνοδού του ρώσου λευκοφρουρού συνταγματάρχη Κ. Ουλούγκα (αξιωματικός του Ζώγκου), του έδωσε την απρόσμενη δυνατότητα να ταξιδέψει στο Βορρά της Αλβανίας, αρχής γενομένης από την πρωτεύουσα του Βορρά, τη Σκόδρα και, φτάνοντας ανατολικά μέχρι το Κούκες. Κατεβαίνει στο Μπουρέλι, στην Πούκα και στην Κρούγια, όπου οι σκέψεις του επηρεάζονται από τη σκιά του Καστριώτη και του φρουρίου του «που έστεκε σαν αγέρωχος βράχος της ορθοδοξίας των Βαλκανίων έναντι στις οθωμανικές επιδρομές». Η ιταλική απόβαση τον Απρίλη του 1939 τον βρίσκει στα Τίρανα. Τρέχει στο μέτωπο, ακροβολίζεται επικεφαλής του  στρατιωτικού του σώματος και πολεμάει. Εκεί φτάνει η είδηση της λιποταξίας του βασιλιά Ζώγκου και τα σώματα οπισθοχωρούν. Ο συγγραφέας περνάει τα σύνορα, φτάνει στη Γιουγκοσλαβία κι απ’ εκεί στην Ελλάδα. Επιστρέφει στην Αλβανία, συλλαμβάνεται και φυλακίζεται. Αποφυλακίζεται, επιστρέφει στη Δρόπολη, κι εκεί τον βρίσκει η ιταλική επίθεση στην Ελλάδα. Περιπλανιέται στην Αλβανία, την Ελλάδα, το Κόσσοβο, τη Δαλματία.

Το 1944 επιστρέφει ξανά στη Δρόπολη, αλλά σύντομα φεύγει για την Ελλάδα και εγκαθίσταται στην Αθήνα, όπου ασχολείται κυρίως με τη δημοσιογραφία. Το 1945 εκδίδει στην Κέρκυρα το πρώτο του βιβλίο. Είναι η ποιητική συλλογή «Πνιγμένοι καημοί». Το 1946 εκδίδει στην Αθήνα τις περιγραφικές εντυπώσεις  «Στα μεθυσμένα Βαλκάνια», ενώ το 1947 ακολουθεί το βιβλίο «Η Λιούντζη» (Βορειοηπειρωτικές σελίδες). Το 1948, μετά από πρόσκληση του αδελφού του, Σπύρου, μεταναστεύει στην Αυστραλία και ένα χρόνο αργότερα, το 1949 παντρεύεται την Αθηναία Άννα Καραγιάννη, με την οποία και αποκτά δύο παιδιά, την Κωνσταντίνα και το Θεόδωρο.

Για ένα διάστημα εργάζεται στην εταιρεία αυτοκινήτων «General Motors». Αργότερα επιστρέφει στο αγαπημένο του επάγγελμα, τη δημοσιογραφία. Αναλαμβάνει υπεύθυνος Σύνταξης στο περιοδικό «Οικογένεια», το οποίο εξέδιδε ο συμπατριώτης του Ζώης Οικονόμου. Την ίδια στιγμή συνεργάζονταν με την εφημερίδα «Αυστραλοέλληνας», ενώ αργότερα συνεργάστηκε και με άλλες εφημερίδες της Ομογένειας, όπως «Έθνος», «Πανελλήνιος Κήρυκας» και «Πυρσός». Επίσης, δεν διέκοψε τη συνεργασία του με το μηνιαίο περιοδικό Ηπειρωτική εστία, όπου και εξέδωσε σε συνέχειες το γνωστό διήγημα Το καλαμπόκι του αγά. Συνεργάστηκε, επίσης, με το περιοδικό Κρίκος, του Λονδίνου. Για αρκετό διάστημα εξέδωσε την εφημερίδα του «Σήμερα». Εκτός από τη δημοσιογραφία ασχολήθηκε και με τη λογοτεχνία, προπαντός αφηγηματική, όπως και με μεταφράσεις από την αλβανική στην ελληνική και αντιστρόφως.

Ως αδημοσίευτα έργα του καταγράφονται: «SS Partizanka – ξεριζωμένη γενιά», «Περιγραφικές εντυπώσεις από την Αυστραλία, η άλλη όχθη της γης», η συλλογή διηγημάτων «Οι σκλάβοι του κάμπου» με θέματα από τη ζωή των συγχωριανών του στην Αλβανία, καθώς και συλλογές με ποίηση, με διηγήματα και με το αγαπημένο του είδος, τα  μικρογραφήματα. Θεωρείται ως μια από τις αξιόλογες μορφές του Ελληνισμού της Αυστραλίας και τα διάφορα Ιδρύματα όπως το Πανεπιστήμιο RMIT έχουν διοργανώσει εκδηλώσεις προς τιμή του.

Απεβίωσε στη Μελβούρνη, στις 10 Ιούνη 1965, σε ηλικία 49 ετών.

 

* Από την αλβανική έκδοση  του βιβλίου «Μεθυσμένα Βαλκάνια», σε μετάφραση του Καθηγητή Παναγιώτη Μπάρκα και πρόλογο του αλβανού Καθηγητή και συγγραφέα,  Νάσιο Γιωργκάκι.

 

Εικόνα: Επεξεργασία φωτογραφίας από την ιστοσελίδα dervitsani.blogspot.com

 

 

Share on Facebook45Share on Google+0Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn0Print this pageEmail this to someone

Αφήστε μια απάντηση