ΕΝΑ ΟΝΕΙΡΟ

Ένα από τα πρώτα διηγήματα του πεζογράφου Τάσου Βιδούρη που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Κρητική στοά το έτος 1909.

O Τάσος Βιδούρης γεννήθηκε στη Δρόβιανη το 1888. Τα πρώτα γράμματα τα έμαθε στο σχολείο του χωριού και στη συνέχεια αποφοίτησε από τη Μεγάλη του Γένους Σχολή στην Κωνσταντινούπολη. Εργάστηκε ως καθηγητής ελληνικής γλώσσας στο χωριό του αλλά και σε άλλα σχολεία της περιοχής. Το 1930 μετακόμισε στην Πάτρα. Δημοσίευσε έργα του σε έντυπα της εποχής. Κυκλοφόρησε την συλλογή διηγημάτων με τίτλο «Διηγήματα» το 1938 ενώ η ποιητική συλλογή του φέρει τον τίτλο «Ιλίσσια». Ασχολήθηκε και με την μετάφραση αρκετών γνωστών έργων από τα γαλλικά.

Δίδαξε επίσης στο Πανεπιστήμιο Πατρών για κάποιο σύντομο διάστημα πριν το θάνατό του το 1967.

Κατά τη μεταγραφή διατηρήθηκε η ορθογραφία του αρχικού κειμένου (εκτός από τη χρήση μονοτονικού).

 

 

ΈΝΑ ΟΝΕΙΡΟ

Αναστάσιος Β. Βιδούρης

 

Θα σας διηγηθώ, κύριοι, σήμερα ένα κάπως παράξενο όνειρο και θα σας παρακαλέσω να με αναγνώσετε με ευμένεια. Αντιθέτως προς τάλλα όνειρα που βλέπομε συχνά, το δικό μου έχει το προτέρημα να είναι αληθηνό. Η… γάτα μου είναι πρόθυμη να εγγυηθή περί της αληθείας τον λόγων μου.

Επλάγιασα λοιπόν ένα βράδυ αφού έκαμα την προσευχή μου, αφού είπα μάλα λόγια έναν ύμνο στην εικόνα Εκείνης (…) έχω και εγώ μια Παναγιά που λατρεύω σαν ο καλόγερος τη δική του). Ο νους μου για κάμποση ώρα επλανώταν δεν ξέρω κι εγώ σε τι χώρες άγνωστες κι ανύπαρκτες, σε τι όνειρα ψεύτικα και αγίνοτα, μα τέλος κουράστηκε κι αυτός από το φανταστικό ταξείδι του και ένας ύπνος γλυκύς έκλεισε τα μάτια μου.

Δεν είχα πολλή ώρα που βρισκόμουν στας αγκαλάς του Μορφέως, όταν δεν ξέρω κ’ εγώ ποιος διάβολος μ’ έρριξε στας αγκαλάς της… γάτας μου. Μα είνε παράξενο, κύριοι τόνειρό μου. Μόλις λοιπόν «γλυκύς ύπνος μ’ ίκανεν» όπως λέγει ο γέρο Όμηρος, και ιδού βλέπω την ερωμένην μου, αυτήν την ιδίαν που προ ολίγου ύμνησα, που ελάτρευσα γονατιστός μπροστά στην άψυχη εικόνα της, βλέπω λέγω, την ερωμένην μου να έρχεται προς με με ανοικτάς αγκάλας.

Η μορφή της ήτανε μορφή αγγέλου, τα μαλλιά της ξέπλεκα και σχημάτιζαν ολόγυρα στο αγγελικό κεφαλάκι της μια μαγική φωτοστεφάνη, σαν κείνες πώχουν ολόγυρα στο κεφάλι τους οι εικόνες της εκκλησίας· τα μάτια της έλαμπαν σαν δυο λαμπερά μαργαριτάρια κάτω απ’ τα ζωγραφιστά φρύδια της. Ένα μειδίαμα που προξενούσε μια φρικίασι πόθου επλανάτο στα κοραλλένια χείλη της. Περίφανη σαν η Αθηνά και θελκτική σαν η Αφροδίτη προχωρούσε με ανοιχτή αγκάλη προς εμέ.

Δεν μπορούσα να πιστέψω τα μάτια μου. Ενόμισα πως ο ουρανός άνοιξε κ’ ένας άγγελος κατέβη για να με δεχθή στας αγκαλάς του, τόσο ήτανε ωραία και θελκτική.

Επροχωρούσε πλησίον μου πάντοτε μ’ ανοικτή αγκάλη κ’ έπεσε επάνω μου και μ’ ενηγκαλίσθη.

Την έσφιξα τότε κ’ εγώ περιπαθώς στην αγκαλιά μου. Μα έξαφνα ένας πόνος τσουχτερός στο χέρι μου μ’ έκαμε να ξυπνήσω. Εκρατούσα όμως ακόμη στην αγκαλιά μου σφιχτά τη… γάτα μου.

 

Κρητική στοά, τόμος Β, Ηράκλειο 1909

 

 

 

Share on Facebook34Share on Google+0Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn0Print this pageEmail this to someone

Αφήστε μια απάντηση