ΕΝΑ ΑΝΕΚΔΟΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΕΓΓΡΑΦΟ ΤΩΝ ΔΕΚΑΕΞΙ ΧΩΡΙΩΝ ΤΗΣ ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΦΙΛΙΑΤΩΝ

Όπως γνωρίζουμε από την βιογραφία του Βασίλειου Μπαρά, οι έρευνές του δεν περιορίστηκαν στην επαρχία Δελβίνου, η οποία βεβαίως αποτελούσε γι αυτόν κύριο χώρο καταγραφής παραδόσεων και διάσωσης εγγράφων και ιστορικών κειμήλιων, αλλά θα λέγαμε πως επεκτείνονταν, ανάλογα με το υλικό που προέκυπτε, και στις γειτονικές του τόπου καταγωγής του περιοχές. Αναπόφευκτα, βρίσκουμε στο έργο του αναφορές και μελέτες που αφορούν τη Δρόπολη και τη Χειμάρρα, όπου και υπηρέτησε ως δάσκαλος (στο χωριό Πικέρνι το 1907), αλλά και άλλες περιοχές της Ηπείρου. Με τις εξελίξεις των αρχών του 20ου αιώνα, ο χώρος ερευνών του θα επεκταθεί περεταίρω συμπεριλαμβάνοντας και την Θεσπρωτία.

Μετά το 1916, ο Λεσιτσινός δημοδιδάσκαλος και ιστοριοδίφης αναγκάζεται να εκπατριστεί και να περάσει στο Ελληνικό πια τμήμα της Ηπείρου, όπου και συνεχίζει να διδάσκει. 1916 – 1920, στο Μαυρόπουλο Πωγωνίου, 1920 στην Προσβάλα Μαλακασίου, 1920 – 1926 στη Γλούστα Φιλιατών, 1926 – 1941 στο Ασπροκκλήσι Φιλιατών και 1941 – 1947 στο Γαρδίκι Φιλιατών. Παράλληλα δεν παραιτείται και από τις έρευνες σχετικά με λαογραφικά και ιστορικά θέματα της περιοχής όπου πια διαβιοί. Σχετικά άρθρα του δημοσιεύονται στον τύπο της εποχής παράλληλα με τα κείμενά του για την του Περιοχή Δελβίνου την οποία φυσικά και δεν ξέχασε ποτέ.

Στο παρόν άρθρο, παρουσιάζουμε ένα δείγμα από τους καρπούς των ερευνών αυτών. Το έτος 1936 δημοσιεύει ένα ανέκδοτο έγγραφο σχετικό με το πολύκροτο «Ζήτημα των δεκαέξι χωριών της επαρχίας Φιλιατών».

Πρόκειται για μια υπόθεση που ταλαιπώρησε για μεγάλο χρονικό διάστημα τα εν λόγω χωριά των Φιλιατών (και όχι μόνο). Τα χωριά αυτά, που αναγνωρίστηκαν ως κεφαλοχώρια από τον διάδοχο του Αλή Πασά των Ιωαννίνων Εμίν Πασά, κατηγορήθηκαν από τους αγάδες, μετά την προσάρτηση των Επτανήσων στην Ελλάδα το 1864, πως έτρεφαν επαναστατικές διαθέσεις έναντι της Τουρκίας. Οι ισχυρές μουσουλμανικές οικογένειες των Ντεμάτων και Σεϊκάτων επιχείρησαν να τσιφλικοποιήσουν τα χωριά. Οι κάτοικοι αντιστάθηκαν και ακολούθησε ένας αγώνας που διήρκεσε επτά δεκαετίες. Δικαστικές διαμάχες, πιέσεις, φυλακίσεις, διώξεις και δολοφονίες ήταν οι συνέπειες της άρνησής τους.     

Το ζήτημα συνεχίστηκε και μετά την απελευθέρωση, καθώς οι αγάδες επέμεναν να απαιτούν την είσπραξη του φόρου, ενώ οι κάτοικοι συνέχισαν την αντίσταση δια της δικαστικής οδού, έως το 1931 που δόθηκε ένα τέλος στο Πρωτοδικείο Ιωαννίνων.

Ο Βασίλειος Μπαράς παρουσιάζει ένα έγγραφο που μας παραπέμπει στην απαρχή των γεγονότων, καθώς μέσω αυτού οι κάτοικοι του χωριού Τσαμαντάς απευθύνονται στον Σουλτάνο γνωστοποιώντας του πως δεν προτίθενται να δεχτούν την «νέα τάξη πραγμάτων» που προσπαθούν να επιβάλλουν οι πανίσχυροι αγάδες. Φρονούμε πως η ημερομηνία 3 Μαΐου του 1861 που αναφέρεται στο έγγραφο, πιθανών να είναι λανθασμένη (Ίσως πρόκειται για λάθος κατά τη μεταφορά ή για κάποιο τυπογραφικό λάθος). Κατά πάσα πιθανότητα η σωστή χρονιά είναι το 1864, καθώς στο έτος 1863-64 τοποθετείται και η αρχή της όλης υπόθεσης.

Το 1913 αναμίχθηκε στο ζήτημα ο γνωστός συγγραφέας και δημοσιογράφος Χρήστος Χρηστοβασίλης ο οποίος εξελέγη από τους κατοίκους ως μέλος μιας επιτροπής, για να απευθύνουν τα αιτήματά τους στο Ελληνικό κράτος, μαζί με τον Αρχιμανδρίτη Δωρόθεο και τον Τσαμαντιώτη λόγιο Νικόλαο Νίτσιο ο οποίος ασχολήθηκε επίσης με το θέμα. Σ’ αυτόν απευθύνει έκκληση κατά τον σύντομο σχολιασμό του ο Β. Μπαράς, να κάνει τον λεπτομερή «πλούσιο απολογισμό του αγώνα» ως άνθρωπος που «αποτελεί την ζώσα ιστορία του τόπου του»

Αξίζει να αναφερθεί πως παράλληλα με τα χωριά των Φιλιατών και τα «εξαρτήματά τους», ξεσηκώθηκαν και πέντε κοντινά τους από την Επαρχία Δελβίνου. Πρόκειται για τα χωριά: Λιδίσδα, Γριάζδανη, Σμίνετση, Μάλτσιανη και Καισαράτι.

 

 

Ένα ανέκδοτον ιστορικόν έγγραφο των δέκα εξ χωρίων Φιλιατών

 

Υπό ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ Γ. ΜΠΑΡΑ Δημ)λου

Τώρα που το γνωστό και πολύκροτο ζήτημα των 16 χωριών Φιλιατών, το οποίο επί επτά ολόκληρες δεκαετίες απασχόλησε τόσο τις αρμόδιες τουρκικές αρχές, όσο και τις αντίστοιχες ελληνικές, (και που) χάρη στην πατρική μέριμνα του ελληνικού κράτους, λύθηκε ευνοϊκά υπέρ αμφότερων των διαμαχόμενων πλευρών, αξίζει ν’ ασχοληθούμε και με την ιστορία του, αφού δικαιωματικά ανήκει πλέον σ’ αυτήν. Και αρχίζουμε από την δημοσίευση του κατωτέρω ανέκδοτου ιστορικού εγγράφου της πολυθρύλητης αυτής υπόθεσης, που έχει ως εξής:

Δια του παρόντος ενυπόγραφου πιστοποιητικού και δηλωτικού γράμματος, γίνεται σαφές ότι εμείς οι κάτωθεν υπογεγραμμένοι (σ.σ. από το) χωριό Τσαμαντά, δημογέροντες και υπόλοιπο χωριό, μικροί και μεγάλοι, ότι από σήμερα και στο εξής συμφωνήσαμε με ένα στόμα και μια καρδιά για τα ζουλούμια[1], στα απ’ αυτούς ονομαζόμενα αγαλήκια[2], όπου δια της βίας μας έπαιρναν οι αγάδες, ώστε λόγω του μεγάλου αυτού αδικήματος που μας έκαναν, συναισθανόμενοι το άδικο προς το χωριό μας και λαμβάνοντας πρόνοια αξιόχρεη στις λαμπρές ημέρες της Αυτού Μεγαλειότητας του πολυαγαπητού μας Βασιλιά Σουλτάν Αβδούλ Μετζήτ Χαν Αφέντη μας, συμφωνήσαμε καθώς ανωτέρω για να τους τα κόψουμε  σαν να μην έχουν κανένα δικαίωμα να τα παίρνουν, και όποιος από μας στο χωριό, μεγάλος ή μικρός κινηθεί για προσωπική ιδιοτέλεια και προδοσία και γίνει δεύτερος Ιούδας και γίνει πάλι με αυτούς και τους μπάσει πίσω μέσα, του ήμαστε όλο το χωριό επάνω, και παρακαλούμε την υψηλή Κυβέρνηση για να του γίνει ο πρέπων ντερπιές[3] της προδοσίας του, δεύτερον ευχόμαστε όλοι μας στον παντοδύναμο Θεό να τον φτάσουν οι κατάρες και οι πληγές του απατεώνα, καταδίκη των πεσόντων στη θεία οργή και αγανάκτηση αυτού και όλου του οίκου του, των γιων του και των απογόνων του και να είναι ξένος και αλλότριος της Πόλης του Χριστού και υπόδικος του αιώνιου αναθέματος και η μερίδα του να είναι με τους ασεβείς.

Ακόμη και όποια έξοδα χρειαστούν σε όποια περίσταση, να γίνουν από το κοινό (ταμείο) του χωριού μας χωρίς να ξεχωρίζει κανένας…[4] ή πούσουλα[5] αλλά να είμαστε αγκαλιασμένοι και αδελφωμένοι σε κάθε περίσταση. Για το λόγο αυτό έγινε το παρόν πιστοποιητικό γράμμα, δια ένδειξη, ασφάλεια και σιγουριά του χωριού μας.

Ακόμα και όποιος βρεθεί αίτιος από το χωριό, μικρός ή μεγάλος για να χαλάσει όσα έξοδα να τρέξουν, να είναι πάνω του για να τα πληρώσουμε.

1861 Μαΐου 3

Οικονόμος υπόσχομαι
Παπά Σταύρος υπόσχομαι
Παπά Σταύρος παρών.

 (Ακολουθούν 62 υπογραφές, με δακτυλικά αποτυπώματα αγράμματων, ως επιβεβαιωτικά των υπογραφών τους).

Το ανωτέρω δημοσιευμένο έγγραφο αποτέλεσε το «πρωτόκολλο τιμής» όπως θα λέγαμε σήμερα, των κατοίκων του Τσαμαντά, ενός εκ των σημαντικότερων, των υπέρ βωμών και εστιών αγωνιζόμενων 16 χωριών Φιλιατών, ενάντια στις ισχυρές τότε Μουσουλμανικές οικογένειες των Ντεμάτων και Σεϊκάτων, δια του οποίου λάμβαναν την ηθική υποχρέωση να αντιμετωπίσουν, αλληλέγγυοι και αδιάσπαστοι οποιαδήποτε θυσία για την εκδίωξη των Αγάδων από το χωριό τους.

Χαρακτηριστική και άξια πολλής προσοχής τυγχάνει και η γλώσσα, την οποία μεταχειρίζεται ο συντάκτης του εγγράφου αυτού περί του Σουλτάνου και των Τουρκικών Αρχών, των οποίων τη συνδρομή δήθεν επικαλείται, για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας.

Εμείς ανακινήσαμε απλώς το ζήτημα, πλέον ας ευαρεστηθεί ο διαπρεπής λόγιος και δεινός «καλαμοχειριστής» από τον Τσαμαντά κ. Νικόλαος Νίτσος ο οποίος είναι και ο μόνος σχεδόν που αποτελεί την ζώσα ιστορία του, να κάνει σε όλες του τις λεπτομέρειες, τον πλούσιο απολογισμό του τερματισθέντος πια δεκαεξαχωρίτηκου αγώνα.

ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ Γ. ΜΠΑΡΑΣ, Ηπειρ. Μέλλον, 11 Απριλίου 1936

Μεταφορά στη δημοτική, σχολιασμός: Ν. Θαλασσινός

 

 

 

 

[1] Ζουλούμια (= βιαιοπραγίες)

[2] Αγαλήκια (= φύλακτρα)

[3] Ντερπιές (= τιμωρία)

[4] Τα αποσιωπητικά αντικαθιστούν μια δυσανάγνωστη λέξη

[5] Πούσουλα (= γεωργικός κλήρος) όπως υποθέτω

 

 

Φωτογραφία άρθρου: Άποψη του χωριού Τσαμαντάς Θεσπρωτίας.
Πηγή: tsamantas.com

 

 

 

 

 

 

Share on Facebook36Share on Google+0Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn0Print this pageEmail this to someone

Αφήστε μια απάντηση